Η Δίκη Λιγνάδη, το περί δικαίου αίσθημα και η Δικαιοσύνη – Η Πρόεδρος Δημοκρατίας δεν πρέπει να διχάζει – Ο Λαός δεν είναι χαζός

Του Νίκου Λακόπουλου

Με την αναφορά της ανήμερα της γιορτής της Δημοκρατίας, στην υπόθεση του Λιγνάδη, τη Δικαιοσύνη και τον «λαϊκισμό» η Προέδρος της Δημοκρατίας πήρε θέση σε ένα θέμα που καίει την κοινή γνώμη με τρόπο που υπονομεύει αυτό που εκφράζει ο θεσμός: την ενότητα -όχι τον διχασμό.

Για την ακρίβεια εξέφρασε μια άποψη που υπήρξε λίγες μέρες πριν στην ανακοίνωση της Ένωσης Εισαγγελέων Δικαστών -που κατηγορήθηκε ότι συμπεριφέρεται σαν κομματικό συνδικαλιστικό όργανο- που ταύτιζε τον «λαϊκισμό» με το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Για την Ένωση η κριτική σε μια δικαστική απόφαση «είναι ξεκάθαρα ΥΠΟΚΙΝΟΥΜΕΝΗ απ’ αυτούς που δεν επιδεικνύουν στοιχειώδη σεβασμό στους θεσμούς και η απαξίωση αυτών(θεσμών) αποτελεί κεντρική πολιτική επιλογή τους, απ’ αυτούς που κινούνται στην κινηματική λογική παρελθόντων ετών, που κύριο χαρακτηριστικό έχει την πόλωση και το διχασμό».

Για την Πρόεδρο της Δημοκρατίας «ο λαϊκισμός ριζώνει στις αντιφάσεις και τις ανισότητες, αμφισβητώντας ανοικτά τις βασικές αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Υπονομεύει τη διάκριση των εξουσιών και την ισορροπία του πολιτεύματος».

Τα θεσμικά αντίβαρα, όμως, είναι θεμέλια του Κράτους Δικαίου και δεν υποτάσσονται στις πλειοψηφίες και τους εφήμερους συσχετισμούς. Η δικαιοσύνη δεν απονέμεται με βάση το κοινό περί δικαίου αίσθημα, αλλά σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους».

Οι δικαστές απολαμβάνουν τις εγγυήσεις του λειτουργήματός τους και οφείλουν να είναι ανεξάρτητοι και αμερόληπτοι, διαφυλάσσοντας το κύρος και την αποστολή τους. Κρίνονται για τις αποφάσεις τους, δεν στοχοποιούνται. Ο διχαστικός λόγος αδικεί τη δημόσια σφαίρα και δεν υπηρετεί τη δημοκρατία μας».

Ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας

Η Δικαιοσύνη μπορεί να μην απονέμεται με το «περί δικαίου αίσθημα», αλλά η Πρόεδρος Δημοκρατίας δεν είναι εκπρόσωπος των δικαστών -ακόμα και αν ήταν η ίδια δικαστικός. Θα έπρεπε να εκφράζει αυτό το αίσθημα εκπροσωπώντας όλους τους πολίτες και ιδιαίτερα τις αδικούμενες μειοψηφίες και άτομα -όπως εν προκειμένω τα θύματα βιασμών.

Θα περίμενε κάποιος μια παρέμβαση της Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλά υπέρ της δικαιοσύνης και των αδικούμενων κι όχι υπέρ του συστήματος δικαιοσύνης και των δικαστών με ξεκάθαρες θέσεις κι όχι αινιγματικές εκφράσει για «πλειοψηφίες και εφήμερους συσχετισμούς».

Ποιος εκφράζει τον ΄»λαϊκισμό» και το κοινό περί δικαίου αίσθημα; Oι αναφορές της Προέδρου στην υπόθεση Λιγνάδη μπορεί να θεωρηθούν ευθεία παρέμβαση στο έργο της δικαιοσύνης -την ώρα που βρίσκεται σε εξέλιξη η πρωτοβουλία της Εισαγγελίας να επανεξεταστεί η απόφαση γιατί περιέχει στοιχεία έλλειψης «ορθής δικαστικής κρίσης».

Αν η Πρόεδρος θα ήθελε να παρέμβει σε μια υπόθεση που συγκλονίζει την κοινή γνώμη θα έπρεπε να υπερασπισθεί μάλλον την προσπάθεια να αποκατασταθεί μια λάθος κρίση και το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» κι όχι μια απόφαση που αμφισβητεί η ίδια η Δικαιοσύνη.

Για την υπόθεση Novartis δεν έκανε ανάλογες δηλώσεις και δημιουργεί ερωτηματικά η δήλωσή της για τον «λαϊκισμό» και όσους στοχοποιούν τους δικαστές. Πού βρίσκεται ο «λαϊκισμός» και ποιος είναι ο ρόλος της Προέδρου απέναντί του;

Δικαιοσύνη και «λαϊκισμός»

H ίδια η Πρόεδρος λέει πως «ο διχαστικός λόγος αδικεί τη δημόσια σφαίρα και δεν υπηρετεί τη δημοκρατία μας». Ιδιαίτερα όταν εκπέμπεται από τον κορυφαίο θεσμό που 48 χρόνια μετά την πτώση της Χούντας πρέπει να αποδείξει πως ο/η Πρόεδρος δεν είναι βοηθός της κυβέρνησης, αλλά ο εγγυητής του πολιτεύματος.

Πολύ περισσότερο σε μια εποχή που η Δικαιοσύνη αμφισβητείται για πολλές αποφάσεις της η Πρόεδρος Δημοκρατίας δεν πρέπει να ταυτίζεται με θέσεις που δεν εκφρ΄άζει καν η κυβέρνηση, αλλά κομματικά συνδικαλιστικά όργανα που ταυτίζουν τον «λαϊκισμό» με αυτούς «που κινούνται στην κινηματική λογική παρελθόντων ετών, που κύριο χαρακτηριστικό έχει την πόλωση και το διχασμό».

Αν «η δικαιοσύνη δεν απονέμεται με βάση το κοινό περί δικαίου αίσθημα, αλλά σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους» – όπου όμως όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό- το ερώτημα είναι τι συμβαίνει σε μια κοινωνία που η Δικαιοσύνη απονέμεται αγνοώντας το κοινό περί δικαίου αίσθημα -που εν προκειμένω ονομάζεται «λαϊκισμός».

Με άλλα λόγια -επειδή τα δικαστήρια οφείλουν να είναι «λαϊκά»- το πρόβλημα δεν είναι ο «λαϊκισμός», αλλά ο ίδιος ο λαός που δεν κρίνει μόνο, αλλά απαιτεί δικαιοσύνη. Εν προκειμένω να μην υπάρχουν άλλες αποφάσεις για την ελίτ και ΄άλλες για τους φουκαράδες.

Ο λαός καταλαβαίνει τι σημαίνει η θεωρία πως η Δικαιοσύνη πρέπει να είναι υπόθεση κάποιων «ειδικών» και τι συνέβη στην Υπόθεση Λιγνάδη. Ο λαός δεν είναι χαζός.