Η δεύτερη τετραετία του Αλέξη Τσίπρα, η «Προοδευτική Συμμαχία» και η στρατηγική ήττα του Μητσοτάκη και του Κινάλ

ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΛΑΧΟΣ

Του Νίκου Λακόπουλου

Το δάνειο του Πολάκη μαζί με την απειλή ότι θα ¨περάσει από κει» στον Στουρνάρα επισκίασε τα SMS του Πάνου Καμμένου στον Κοτζιά που αποκαλύπτουν τι συνέβαινε σε μια κυβέρνηση που όλο θα έπεφτε, αλλά τελικά μπορεί να εξαντλήσει την τετραετία. Φαίνεται πως εδώ πρώτα είδαμε το πτώμα να πέφτει, αλλά ο πυροβολισμός δεν ακούστηκε ακόμα. Θα χρειαστούμε ωτασπίδες ως τις εκλογές και μάλλον δεν μπορεί να δώσει λύσεις σε πολιτικά προβλήματα, κανένας εισαγγελέας.

Από το περασμένο καλοκαίρι όπου η κυβέρνηση θα έπεφτε- όταν αποφάσιζε ο Καμμένος- μονότονα οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ένα και μόνο πράγμα: ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν «τελειώνει», αλλά αν και φαίνεται να απέχει από το 35% που πήρε μάλλον πολύ γρήγορα, αλλά …ανεβαίνει- αν σκεφτούμε πως οι ίδιες δημοσκοπήσεις πριν δυο χρόνια έδειχναν ποσοστά 11-17%.

Είναι ένα κόμμα που δεν έχει περάσει πολύς πολιτικός καιρός που εκτοξεύτηκε από το 4% στο 16,78%- γεγονός που ανέτρεψε όλα τα δεδομένα μιας ολόκληρης εποχής. Το ΠΑΣΟΚ κατέρρευσε στο 13% και η Νέα Δημοκρατία γνώρισε το απίστευτα ταπεινωτικό 18% -με ηγέτη τον Αντώνη Σαμαρά.

Αν υπολογίσουμε το 11% των Ανεξάρτητων Ελλήνων -σε κείνες τις δημιουργικές εκλογές- και το πρωτοφανές 7% της Χρυσής Αυγής μαζί με το 3% του ΛΑΟΣ, αλλά και σημαντικά ποσοστά δεξιών σχημάτων που πέφτουν από τον ουρανό όπως Δημοκρατική Συμμαχία -Ντόρα Μπακογιάννη (2,5%), Δημιουργία Ξανά – Τζίμερος (2,1%), Δράση- Φιλελεύθερη Συμμαχία (1,8%) η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ δεν ήταν απλώς προϋπόθεση για την αδιανόητη άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Ήταν η χρυσή εποχή της δεξιάς πολυκατοικίας που όμως είναι πολυδιασπασμένη- αν και αθροίζει ποσοστά που ξεπερνούν το ιλλιγγιώδες 46%.

Από αυτή την άποψη ο Αλέξης Τσίπρας που πέρασε από τον αριστερό μεγαλοιδεατισμό στον πολιτικό ρεαλισμό της «προοδευτικής συμμαχίας» δεν πρέπει να πιστωθεί μόνο για το ότι πήρε ένα κόμμα του 3-5% και το οδήγησε στην κυβέρνηση. Το έκανε σε μια εποχή ήττας της Αριστεράς και δεξιάς κυριαρχίας που συνεχίζεται: για πρώτη φορά η Δεξιά Παράταξη εμφανίζεται με υψηλά ποσοστά και η Ακροδεξιά όχι μόνο ενισχύεται, αλλά πιθανόν να εμφανιστεί με περισσότερα από ένα κόμματα.

Τον Ιούνιο του 2012, ένα μήνα μετά την εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ,  με απανωτές εκλογές η ΝΔ ανακάμπτει στο 29,6%, το ΠΑΣΟΚ παραμένει στο 12,2% και ο  ΣΥΡΙΖΑ εκτινάσσεται στο 27% -με την παράλληλη εμφάνιση της Δημοκρατικής Αριστεράς του Φώτη Κουβέλη με 6,2%.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν έφεραν το θαύμα του 36%- πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση και το ΠΑΣΟΚ- του Βενιζέλου στο ταπεινωτικό 4,6%- με το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών του Γιώργου Παπανδρέου στο 2,47%. Ένα νέο κόμμα, το Ποτάμι, εμφανίζει 6%- το ίδιο που εμφανίζει στις τελευταίες δημοσκοπήσεις ποσοστά γύρω ή κάτω από 1%.

Φαίνεται πως τα κόμματα καταρρέουν, οι παρατάξεις μένουν και ο ΣΥΡΙΖΑ σε όλες τις δημοσκοπήσεις ξεκινά πλέον από ποσοστά που αγγίζουν το 25% με αξιώσεις να συσπειρώσει την ευρύτερη δημοκρατική παράταξη συν «δημοκρατικές δεξιές δυνάμεις». Υποτίθεται ότι αυτές τις «δεξιές πατριωτικές δυνάμεις» στο αντιμνημονιακό παραμύθι εξέφραζε ο Πάνος Καμμένος που βρέθηκε μπροστά σε μια δυσάρεστη έκπληξη: όταν επιχείρησε να ρίξει την κυβέρνηση, οι περισσότεροι βουλευτές του δεν τον ακολούθησαν κι έμεινε, όπως και ο Σταύρος Θεοδωράκης, χωρίς κοινοβουλευτική ομάδα.

Όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ένα σαφές προβάδισμα στη  Νέα Δημοκρατία με ποσοστά όμως που απέχουν πολύ από αυτά που έδιναν κυβερνήσεις αυτοδύναμες- έστω και με μία έδρα, αλλά με μεγάλα ποσοστά. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν κατάφερε να συσπειρώσει την «πολυκατοικία» κι αν γίνει πρωθυπουργός θα το οφείλει στο μπόνους των 50 εδρών και την ενδεχόμενη συνεργασία με το Κινάλ -που όμως αν υπάρχει ως τότε με αυτή την μορφή θα διασπαστεί ή διαλυθεί την επόμενη αυτής της συνεργασίας.

Πολλοί εκτιμούν ότι αυτό έχει γίνει ήδη καθώς ο μόνος που απέμεινε από το άνοιγμα του ΠΑΣΟΚ σε άλλες δυνάμεις είναι ο Γιώργος Παπανδρέου και το «κόμμα» του το 2012 πήρε 150.000 ψήφους. Από καιρό έχει εκφράσει την προτίμησή του στον ΣΥΡΙΖΑ και αποθέωσε την Συμφωνία των Πρεσπών- που η ηγεσία του Κινάλ επέλεξε να μετατρέψει σε σημείο σύγκρουσης με τον ΣΥΡΙΖΑ και σύμπλευσης με την Νέα Δημοκρατία.

Ο τελευταίος ανασχηματισμός -μαζί με δηλώσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ- αποκάλυψε πως η συγκρότηση «προοδευτικού πόλου» περιλαμβάνει αυτές τις δυνάμεις, αλλά με ένα τρόπο που δεν περνά από τη συνεργασία με την σημερινή ηγεσία του Κινάλ- ΠΑΣΟΚ, αλλά από την διάλυσή του.

«Η προσπάθεια αυτή» θα πει ο Αντώνης Κοτσακάς- πρώην ΠΑΣΟΚ- «στην οποία ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί παρά να αποτελεί τον βασικό πυλώνα, δεν έχει στόχευση στο ηγετικό επίπεδο, έχει στόχευση στο μεσαίο και χαμηλό στελεχιακό δυναμικό, έχει στόχευση κυρίως στους ενεργούς δημοκρατικούς και αριστερούς πολίτες».

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν πέτυχε βέβαια άνοιγμα στην Κεντροαριστερά με την υπουργοποίηση δύο μεσαίων στελεχών -που ανήκαν στο ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου. Σήκωσε απλώς τις μπάρες στοχεύοντας στη βάση του εναπομείναντος παλιού ΠΑΣΟΚ αφήνοντας έξω από την κυβέρνηση μια γνωστά και διαθέσιμα στελέχη του άλλοτε ισχυρού κινήματος. Το κόμμα δεν θα κάνει πια face control στην είσοδο.

Από την εποχή του Αλαβάνου και του «Καλώς τα παιδιά» και του «Προτιμώ να πέσω στο τρένο, παρά να συνεργαστώ με  το ΠΑΣΟΚ» ο βασικός αντίπαλος του ΣΥΡΙΖΑ είναι το ΠΑΣΟΚ και η ηγεσία του. Ο Αλέξης Τσίπρας προτίμησε να συνεργασθεί με τον «έντιμο» Καμμένο- αυτόν που έστελνε SMS στον Κοτζιά με φράσεις όπως «αλήτη θα σε διαλύσω- από την ηγεσία ενός κόμματος που αποτελεί το ¨παλιό καθεστώς».

Προφανώς δεν μπορούσε να κάνει κυβέρνηση με υπουργούς πρόσωπα που εμπλέκονται στο Σκάνδαλο Νovartis ή έχουν την πολιτική ευθύνη γι΄αυτό, τα ταμεία της Ζήμενς, την διαφθορά και την διαπλοκή, το «παλιό πολιτικό σύστημα». Το ερώτημα ήταν αν πρόκειται να συγκροτήσει μια προοδευτική συμμαχία με ποιους θα την κάνει. Kαι η απάντηση έχει δοθεί ήδη. Η συνεργασία δεν θα είναι συνεργασία μεταξύ κομμάτων -που άλλωστε μπορεί να μην υπάρχουν αύριο.

Η συμμαχία θα γίνει εντός -αν όχι ενός κόμματος, που μπορεί να διευρυνθεί- ενός κυβερνητικού σχήματος έως την πατριωτική δεξιά και θα είναι η προγραμματική σύγκληση της δεύτερης τετραετίας ΣΥΡΙΖΑ. Η παρένθεση γίνεται καθεστώς. Το μόνο ερώτημα είναι αν αυτή η δεύτερη τετραετία θα αρχίσει τώρα ή αν θα παρεμβληθεί μια κυβέρνηση Μητσοτάκη. Με ή χωρίς συνεργασία της Φώφης Γεννηματά, του Ευ. Βενιζέλου και άλλων δυνάμεων που στοχεύουν στην «στρατηγική ήττα» το ΣΥΡΙΖΑ, αλλά πετυχαίνουν τη στρατηγική ήττα του… Κινάλ.

Η φαντασίωση της επιστροφής- «Γυρίστε σπίτι»– σε μια συγκυβέρνηση Σαμαρά -Βενιζέλου -με πρωθυπουργό ή όχι τον Μητσοτάκη είναι μέρος της ανάλυσης πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι προσωρινός ένοικος -που θα φύγει και μάλιστα με ειδικά δικαστήρια. Είναι η φαντασίωση της ηγεσίας του λειψάνου ενός κόμματος που δεν κατάλαβε τι συνέβη τα τελευταία χρόνια. Νομίζει ότι εκπροσωπεί την Κεντροαριστερά, αλλά δεν εκπροσωπεί παρά μόνο την επιθυμία κληρονόμων και γόνων -κυρίως και μιας νομενκλατούρας- να γυρίσει στην εξουσία με αίσθημα ιδιοκτήτη και διάθεση εκδίκησης.

Η πραγματικότητα δείχνει πως ο νέος ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο ήρθε για να μείνει, αλλά διεκδικεί μια νέα τετραετία με ποσοστά που -ελλείψει ενδιάμεσων κομμάτων- θα αποτελούν για την «προοδευτική συμμαχία», τον Αριστερό Συναγερμό του Αλέξη Τσίπρα ένα νέο 1981. Η βασική μάχη ανάμεσα σε ένα καθεστώς και όσους θέλουν να το ανατρέψουν δεν δόθηκε ακόμη.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν κατάφερε να ανανεώσει την Νέα Δημοκρατία, όπου εκκρεμεί μια εσωτερική πολιτική σύγκρουση για την οποία όλοι παίρνουν θέσεις μάχης. Το ερώτημα των ημερών -και των εκλογών- είναι αν προτού διχάσει το κόμμα του θα καταφέρει να ενώσει την δημοκρατική παράταξη με ποσοστά που μακροπρόθεσμα θα υπερβαίνουν το 36% του ΣΥΡΙΖΑ το 2015.

Τελικά δεν κερδίζει όποιος εκφράζει στο παρόντα χρόνο τον λαό, ούτε όποιος προηγείται στις δημοσκοπήσεις. Κερδίζει όποιος έρχεται από το μέλλον με ένα αξιόπιστο πρόγραμμα, ένα όραμα που πρέπει να ενώνει περισσότερα από ένα πολιτικά ρεύματα σε μια πρόταση εξουσίας. Από αυτή την άποψη όσοι θα πάνε στις εκλογές να εισπράξουν τον «πατριωτισμό» που επέδειξαν στα συλλαλητήρια μπορεί να βρεθούν μπροστά σε δυσάρεστες γι΄αυτούς εκπλήξεις.

Η Ιστορία τους καλούσε, αλλά αυτοί άκουγαν τους δημοσκόπους. Ο μόνος τρόπος να επιβεβαιωθούν οι δημοσκοπήσεις είναι-όταν θα γίνουν οι εκλογές- είναι να μην έχουν αλλάξει οι συνθήκες. Κι όπως φαίνεται τόσο ο Μητσοτάκης όσο και η ηγεσία του Κινάλ πάνε να εξεταστούν, αλλά πάνω σε θέματα που δεν αφορούν αυτές, αλλά τις εκλογές που έχουν περάσει.