Η Δημοκρατία των Χρωμάτων: Η αλλοτρίωση της πολιτικής

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

Αν αναζητούσε κανείς το απόλυτο καταφύγιο της νεοελληνικής πολιτικής αλχημείας, δεν θα χρειαζόταν να ανατρέξει στα σκοτεινά εργαστήρια των μεσαιωνικών μάγων, αλλά στις οθόνες των κινητών μας, εκεί όπου ο Αλέξης Τσίπρας κρατά μια μπάλα ποδοσφαίρου, έτοιμος να ξαναγράψει τους νόμους της οπτικής και της ιδεολογικής βαρύτητας. Αν ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε βρισκόταν ανάμεσά μας, παρακολουθώντας τον πρώην πρωθυπουργό να προαναγγέλλει τον νέο του πολιτικό φορέα με τα χρώματα της Μπαρτσελόνα, δεν θα ένιωθε απλώς την ανάγκη να συμπληρώσει τη μνημειώδη «Θεωρία των Χρωμάτων», αλλά θα υποκλινόταν με μια υποδόρια, σωκρατική ειρωνεία απέναντι σε αυτή τη μεγαλοφυή προσπάθεια να κυβερνηθεί μια χώρα μέσω του οπτικού μάρκετινγκ. Ο Γερμανός στοχαστής, ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του για να αποδείξει ότι το χρώμα είναι μια ζωντανή, ηθική και ψυχική εμπειρία, θα έβλεπε στην ελληνική κεντρική σκηνή την απόλυτη, σχεδόν σοκαριστική δικαίωση των θεωριών του. Θα ανακάλυπτε, με κομμένη την ανάσα, πως η πολιτική επιβίωση δεν κρίνεται πλέον στα χαρακώματα των σκληρών προγραμμάτων ή στις βαρετές ιδεολογικές διακηρύξεις, αλλά στη δυναμική της ίριδας και στο βάρος μιας στρογγυλής θεάς που υπόσχεται γκολ από τα αποδυτήρια.

Εδώ ακριβώς ξεσπά η μεγάλη επιστημονική και πολιτική σύγκρουση που θα αναζωπύρωνε το πνεύμα του Γκαίτε, ο οποίος έβλεπε στο πρόσωπο του Ισαάκ Νεύτωνα τον απόλυτο σφαγέα της ανθρώπινης αντίληψης. Ο Νεύτωνας, με το ψυχρό του πρίσμα, είχε αποσυνθέσει το λευκό φως σε επτά σταθερά, μαθηματικά χρώματα, φυλακίζοντας τη φύση σε ένα αποστειρωμένο εργαστήριο. Για τον Νεύτωνα, το χρώμα ήταν μια αντικειμενική, μετρήσιμη αλήθεια, ανεξάρτητη από το συναίσθημα. Πόσο τρομακτικά μοιάζει αυτή η νευτώνεια οπτική με την παλαιά, δογματική πολιτική ανάλυση, που ήθελε τις παρατάξεις χωρισμένες σε αυστηρά, στενάχωρα ιδεολογικά κουτάκια: το κόκκινο ήταν πάντα η ρήξη και το μπλε πάντα η συντήρηση, μετρημένα με το υποδεκάμετρο του 20ού αιώνα. Ο Γκαίτε θα ειρωνευόταν αυτή την αγκύλωση, διαπιστώνοντας ότι ο Αλέξης Τσίπρας, περιστρέφοντας εκείνη τη μπάλα στα δάχτυλά του, επιχειρεί να τινάξει στον αέρα τον δογματισμό του Νεύτωνα. Δεν αντιμετωπίζει τις αποχρώσεις ως σταθερά μήκη κύματος, αλλά ως εργαλεία μαζικής συγκίνησης. Στα μάτια του Γκαίτε, ο Έλληνας ηγέτης λειτουργεί ως ένας μεταμοντέρνος, αντι-Νευτώνειος επαναστάτης, ο οποίος αρνείται να δεχθεί ότι το κόκκινο και το μπλε είναι εχθροί. Αντίθετα, τα μετατρέπει σε ρευστά πολιτικά καύσιμα, ικανά να αναμειχθούν στην ψυχή του κουρασμένου ψηφοφόρου και να γεννήσουν μια νέα, τεχνητή ελπίδα.

Κοιτάζοντας τον έμπειρο πολιτικό να ισορροπεί με χειρουργική ακρίβεια ανάμεσα στο μπλε της πατρίδας και το κόκκινο των κοινωνικών αγώνων, ο Γκαίτε θα χαμογελούσε με εκείνη τη βαθιά ευγένεια των ανθρώπων που ξέρουν ότι η αισθητική είναι το πιο αποτελεσματικό δόλωμα. Για τον Γερμανό σοφό, το μπλε ήταν το χρώμα της στέρησης και της απόστασης, μια απόχρωση που μας προσκαλεί να την κοιτάξουμε αλλά παραμένει απόκοσμα ανέγγιχτη. Το να βαφτίζεις αυτό το ψυχρό, θεσμικό μπλε «χρώμα της πατρίδας» είναι μια πράξη πολιτικής ποίησης που θα συγκινούσε τον δημιουργό του Φάουστ. Από την άλλη πλευρά, το κόκκινο, η κορωνίδα των χρωμάτων κατά τον Γκαίτε, αντιπροσωπεύει την ύψιστη ενέργεια, το πάθος και τη φωτιά. Το να τοποθετείς το κόκκινο δίπλα στο μπλε, ισχυριζόμενος ότι το ένα εγγυάται τη δικαιοσύνη και το άλλο τη σταθερότητα, αποτελεί μια αισθητική συμφιλίωση των αντιθέτων που θα ζήλευε και ο πιο δεινός διπλωμάτης. Είναι η απόλυτη ψευδαίσθηση: η προσπάθεια να πεισθεί ο λαός ότι η φωτιά και ο πάγος μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά στο ίδιο κυβερνητικό καζάνι, αρκεί το καζάνι αυτό να έχει το λαμπερό σχήμα μιας μπάλας της Μπαρτσελόνα.

Η επιλογή της συγκεκριμένης ομάδας ως οχήματος για το νέο κόμμα προσφέρει το ιδανικό έδαφος για μια σωκρατική ανατομή της ανθρώπινης ματαιοδοξίας και της πολιτικής ευκολίας. Η Μπαρτσελόνα, με το περίφημο σύνθημα «κάτι παραπάνω από ένας σύλλογος», κουβαλά στις πλάτες της μια έτοιμη ιστορία περιφερειακής υπερηφάνειας, αντίστασης στο κατεστημένο και υψηλής αισθητικής στο χορτάρι. Ο Γκαίτε θα παρατηρούσε με κομμένη την ανάσα πώς η πολιτική επικοινωνία επιχειρεί να καταλάβει, σχεδόν πειρατικά, αυτή την παγκόσμια μυθολογία. Γιατί να κουράζεται κανείς να χτίσει μια νέα, στέρεη ιδεολογία από το μηδέν, όταν μπορεί απλώς να δανειστεί τη φανέλα των «μπλαουγκράνα» και μαζί με αυτήν να εισπράξει, με τη μορφή πολιτικής αντιπαροχής, τα τυφλά συναισθήματα εκατομμυρίων οπαδών; Η μπάλα στα χέρια του αρχηγού μετατρέπεται στο απόλυτο «αισθητό-ηθικό» φετίχ, ένας μαγικός κρύσταλλος που υπόσχεται ότι το νέο κόμμα δεν θα είναι ένας ακόμη γραφειοκρατικός μηχανισμός, αλλά μια ομάδα έτοιμη για το Champions League της εξουσίας. Η υποδόρια ειρωνεία βέβαια είναι αμείλικτη: στο ποδόσφαιρο οι κανόνες είναι κρυστάλλινοι, τα δοκάρια δεν μετακινούνται και ο διαιτητής φοράει μαύρα για να μην μπερδεύεται με τις παρατάξεις. Στην πολιτική αρένα, όμως, τα χρώματα ξεθωριάζουν κάτω από τον ήλιο της σκληρής πραγματικότητας, και οι παίκτες συχνά αλλάζουν φανέλα κατά τη διάρκεια του ημιχρόνου, αφήνοντας τους θεατές στην κερκίδα να αναρωτιούνται ποια ομάδα υποστήριζαν εξαρχής.

Ο Σωκράτης, αν περπατούσε σήμερα κάτω από την Ακρόπολη, πλησιάζοντας με αργό βήμα τη συγκέντρωση, θα έθετε στον πρώην πρωθυπουργό μερικές από εκείνες τις απλές, σχεδόν ενοχλητικές ερωτήσεις που ξεγυμνώνουν τη σοφιστική και αφήνουν το πλήθος άφωνο. Θα τον ρωτούσε αν η δικαιοσύνη, η αλήθεια και η ευημερία ενός έθνους αλλάζουν φύση ανάλογα με το αν φωτίζονται από το μπλε ή το κόκκινο. Θα αναρωτιόταν αν ο καλός κυβερνήτης μοιάζει με τον καλό προπονητή, ο οποίος κρίνεται από τα εφήμερα γκολ και τα εισιτήρια, ή αν η πολιτική οφείλει να στοχεύει στην εσωτερική ποιότητα των πολιτών και όχι στην ιαχή της κερκίδας. Ο Γκαίτε, συμπλέοντας με αυτό το ανατρεπτικό πνεύμα, θα επανέφερε την κριτική του στον Νεύτωνα για να καταφέρει το τελειωτικό χτύπημα: θα μας θύμιζε ότι το φως δεν είναι ένα άθροισμα από νεκρά σωματίδια, αλλά μια ζωντανή, αιματηρή σχέση με το σκοτάδι. Στη δική του θεωρία, το σκοτάδι δεν είναι η απουσία του φωτός, αλλά μια ενεργός δύναμη που συγκρούεται μαζί του για να γεννηθεί το χρώμα. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, η πολιτική ουσία δεν βρίσκεται στην καθαρότητα του λογοτύπου, αλλά στη διαρκή, επώδυνη σύγκρουση με τα σκοτάδια των κοινωνικών προβλημάτων, της ακρίβειας και της ανασφάλειας. Όταν το μόνο που προσφέρεται είναι μια αρμονική παλέτα, το αποτέλεσμα κινδυνεύει να είναι μια οφθαλμαπάτη, ένας πολιτικός αντικατοπτρισμός που θα εξαφανιστεί μόλις σβήσουν τα προβολείς της παρουσίασης.

Ίσως η πιο καθηλωτική διάσταση αυτού του χρωματικού πειράματος να είναι η προσπάθεια να καταργηθεί η ίδια η γεωγραφία της Αριστεράς και της Δεξιάς μέσα από μια αισθητική έκρηξη. Ο Αλέξης Τσίπρας, έχοντας διανύσει μια μυθική πορεία από τις κόκκινες σημαίες των νεανικών καταλήψεων έως τα θεσμικά μπλε κοστούμια των Βρυξελλών, φαίνεται να προτείνει μια νέα, μεταλλαγμένη ταυτότητα, όπου το κόκκινο δεν απειλεί το μπλε και το μπλε δεν καταπίνει το κόκκινο, αλλά συνυπάρχουν στην ίδια ρίγα της φανέλας. Ο Γκαίτε θα έβλεπε εδώ μια απεγνωσμένη προσπάθεια δημιουργίας του «συμπληρωματικού χρώματος», μιας κατάστασης όπου το μάτι του λαού, κουρασμένο από τη μονοτονία του παλιού δικομματισμού, αναζητά αυτόματα το αντίθετό του για να ισορροπήσει. Ο Νεύτωνας, από την πλευρά του, θα χαμογελούσε κυνικά, προειδοποιώντας μας ότι αν αναμείξεις όλα αυτά τα χρώματα μαζί με σκοπό να τα ικανοποιήσεις όλα, το αποτέλεσμα θα είναι το λευκό φως – δηλαδή η απόλυτη εξουδετέρωση των διαφορών, μια πολιτική άχρωμη, χωρίς ταυτότητα. Το ερώτημα που μένει να αιωρείται πάνω από την πολιτική σκηνή, και το οποίο ο Γερμανός σοφός θα άφηνε ως παρακαταθήκη, είναι αν αυτή η χρωματική πανδαισία ανταποκρίνεται σε μια πραγματική κοινωνική ανάγκη ή αν αποτελεί απλώς μια επιδέξια άσκηση στον τροχό του πολιτικού μάρκετινγκ. Γιατί η ανάμειξη των χρωμάτων, όταν γίνεται χωρίς βαθιά γνώση των υλικών, δεν παράγει το επιθυμητό λαμπερό αποτέλεσμα, αλλά ένα ακαθόριστο, γκρίζο μείγμα. Αν η νέα αυτή ομάδα δεν διαθέτει σαφή στρατηγική και στιβαρό περιεχόμενο, τότε η μπάλα της Μπαρτσελόνα κινδυνεύει να μείνει στα αζήτητα της ιστορίας, ως ένα ακόμα παράξενο, θλιβερό ενθύμιο μιας εποχής που πίστεψε ότι μπορεί να κυβερνήσει τον κόσμο αλλάζοντας απλώς τα φίλτρα στην εικόνα της.