Η εαρινή σύναξις των βρικολάκων

Του Διογένη Λόππα

Η πρώτη σειρά των καθισμάτων του πρόσφατου συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ που είναι και ΚΙΝΑΛ, προκάλεσε συναισθήματα φρίκης σε συμπαθούντες του χώρου ή μη.  Αυτός που είχε τη λαμπρή ιδέα να προβάλει τους βρικόλακες του εκσυγχρονισμού (sic), της χρεοκοπίας, της τραπεζοκρατίας και εν τέλει του απόλυτου εξευτελισμού της προοδευτικής παράταξης μέσω της πρόσδεσης στο άρμα της ακροδεξιάς του Σαμαρά και των λοχαγών του ΛΑΟΣ, αξίζει μια υποψηφιότητα για τα χρυσά βατόμουρα πολιτικού μάρκετινγκ της χιλιετίας.

Αριστερά ο ορισμός της αποτυχίας, ο άνθρωπος που κατόρθωσε να οδηγήσει την παράταξη στα όρια της κοινοβουλευτικής εξαφάνισης, αφού πρώτα εκτέλεσε εν ψυχρώ την ελληνική οικονομία (PSI) και τις ζωές εκατομμυρίων Ελλήνων, σε αγαστή συνεργασία με το απάνθισμα της εγχώριας ακροδεξιάς.  Στη μέση ο πλέον αποδοκιμασμένος πολιτικός της χώρας, ο γόνος που παρέλαβε ευρωπαϊκή δημοκρατία και παρέδωσε βαλκανική μπανανία σε μη εκλεγμένο εκπρόσωπο των τραπεζών.  Δεξιά, ο πιο μισητός πολιτικός από καταβολής του νέου ελληνικού κράτους, ο άνθρωπος που έβλεπε τις μίζες να περνούν, ο πολιτικός προϊστάμενος της VIP πτέρυγας του Κορυδαλλού.  

Στο πόντιουμ, ένας φέρελπις νεόγερος (κατά δήλωση των συντρόφων του) έκανε προσπάθεια να μιλήσει για ανανέωση, νέα αρχή, σοσιαλδημοκρατία και διάφορα άλλα τετριμμένα, ιδιαιτέρως αποτελεσματικά στο κοινό των κομματικών οργανώσεων στο οποίο ο ίδιος σταδιοδρόμησε με εξαιρετική επιτυχία, πλην άστοχα αν όχι εξοργιστικά στο κοινό της προοδευτικής παράταξης που ήδη έχει στην πλάτη μια δεκαετία οικονομικής θλίψης, μια τριετία ωμού θατσερισμού, μια εκατόμβη αθώων νεκρών και έναν αχρείαστο πόλεμο.

Μέσα σε αυτόν τον επικοινωνιακό όλεθρο, τον οποίο ματαίως τα κυρίαρχα ΜΜΕ προσπαθούσαν να εξωραΐσουν, εμφανίσθηκαν ως ομιλητές ένας υπόδικος πρώην υπουργός, ο οποίος όφειλε από καιρό να έχει αποσυρθεί έως ότου τελεσιδικήσει η υπόθεση διαφθοράς στην οποία εμπλέκεται και ένας κάποτε αξιοπρεπής πολιτικός, ο μακροβιότερος πρόεδρος της βουλής, ο οποίος απεμπολώντας το θεσμικό βάρος του αξιώματος που του εμπιστεύθηκε η Δημοκρατία και λησμονώντας ότι όπως και το αντίστοιχο αξίωμα του ΠτΔ επιβάλλει μια ενωτική πολιτική αντίληψη, εμφανίσθηκε ως κομματάρχης Άνω Ραχούλας, ασχημονώντας πάνω σε εκατοντάδες χιλιάδες προοδευτικούς πολίτες που από τον εξευτελισμό της σύμπραξης τραπεζών – ακροδεξιάς, προτίμησαν μια εναλλακτική πορεία.

Κανένας δεν μπορεί να ξέρει τι είχε στο μυαλό του ο κ. Ανδρουλάκης όταν οργάνωνε την εαρινή σύναξη των πολιτικών βρικολάκων, ή αν επρόκειτο απλώς για κάκιστες υπηρεσίες κάποιου ευφάνταστου συμβούλου, ο οποίος μάλλον έχει ήδη απομακρυνθεί.  Το σίγουρο είναι ότι η αποκρουστική εικόνα έκανε τη δουλειά της όσο χίλιες λέξεις και το αποτέλεσμα φάνηκε ήδη στις δημοσκοπήσεις.  Αν τώρα στην εξίσωση συμπεριλάβουμε το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες δημοσκοπήσεις εμφανώς ξεχειλώνουν τα ποσοστά αποδοχής του κόμματος, τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ζημιά είναι πολύ μεγαλύτερη.   

Και είναι σίγουρα πολύ μεγαλύτερη, καθώς η διοργάνωση του συνεδρίου ήταν μοιραίο ότι θα έκοβε τον ομφάλιο λώρο της πολιτικής πραγματικότητας με το γεγονός του απροσδόκητου θανάτου της αείμνηστης Φώφης, εφόσον αποστολή κάθε συνεδρίου είναι να προσδιορίσει ή να επικαιροποιήσει το πολιτικό στίγμα, αλλά και τα πρόσωπα που θα κληθούν να το εφαρμόσουν.  Έτσι, το ΠΑΣΟΚ που είναι και ΚΙΝΑΛ, έχασε ένα θεμελιώδες επικοινωνιακό πλεονέκτημα, τη συμπάθεια δηλαδή του προοδευτικού χώρου προς μια αδικοχαμένη ευπρεπή γυναίκα πολιτικό και αντί να αντικαταστήσει την εικόνα αυτή με κάτι εξίσου θελκτικό, προτίμησε την παρέλαση αποτυχημένων, παροπλισμένων και αποδοκιμασμένων φιγούρων ενός καθόλου τιμητικού παρελθόντος.

Η ζημιά υπήρξε ακόμα μεγαλύτερη, καθώς από τη μία πλευρά τίποτα δεν σχεδιάστηκε με τον τρόπο ώστε να αναζητηθεί ένα μικρό έστω στίγμα από τις σχεδόν ερωτικές σχέσεις της παράταξης με τον ιδρυτή της, ενώ αντίθετα υπερτονίστηκαν, άγνωστο γιατί, είτε οι ολέθριες πολιτικές επιλογές (μέσω της ανάδειξης των πρώην αρχηγών σε τιμητικές θέσεις), είτε οι σκοτεινές σχέσεις πλειάδας στελεχών με το καθεστώς του μητσοτακισμού που κανιβαλίζει τους πόρους της χώρας που έχουν απομείνει και που συνθλίβει την πάλαι ποτά μεσαία τάξη σε έναν θεσμικό νεοπτωχισμό διαρκείας.

Ασφαλώς η νέα ηγεσία του ιστορικού κινήματος αδυνατεί να κατανοήσει τις αληθινές ανάγκες πολιτικής εκπροσώπησης της προοδευτικής παράταξης και εκχωρεί ασύμμετρη αξία σε συγκεκριμένα πρόσωπα που κυρίως για λόγους προσωπικής ανέλιξης ή εξόφθαλμης σύμπραξης με πολύ συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα, κινούνται εντός και επί τα αυτά του στενού καθεστωτικού κύκλου και σέρνουν το κόμμα κυριολεκτικά με το ζόρι προς έναν ρόλο δυνητικού εταίρου της τελευταίας στιγμής, που μοιάζει περισσότερο στο »Ποτάμι» του αξιοπρεπούς Θεοδωράκη και λιγότερο στο ιστορικό ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα που είχαν στο μυαλό τους όσοι έσπευσαν στις εσωκομματικές εκλογές. 

Πολύ φοβάμαι ότι η παρανόηση αυτή εκ της ηγεσίας του κινήματος, θα φέρει υψηλό τίμημα, δυστυχώς όχι μόνο στην ίδια, αλλά γενικότερα στον ιστορικό χώρο, που δείχνει έτσι ασύνδετος, ανοργάνωτος, διασπασμένος και χωρίς τελικά να ομιλεί την ίδια γλώσσα με την τάξη που εκπροσωπεί, εγκλωβισμένος σε έναν αμήχανο ελιτισμό, που τελικά δε γνωρίζει αν πρέπει να καταλάβει το αριστερό μέρος ενός συστήματος εξουσίας με καθεστωτικά χαρακτηριστικά ή να συνταχθεί με τις διογκούμενες ανάγκες μιας κοινωνίας εγκλωβισμένης μέσα στη γενικευμένη κυβερνητική απάθεια για τα γεωπολιτικά τεκταινόμενα.  

Γιατί ακόμα και αν το κυρίαρχο σύστημα που κατοικεί επάνω στο ροζ συννεφάκι του »αντιλαϊκισμού και της ευθύνης» αρνείται να αποδεχθεί το αδιέξοδο των επιλογών του, οι οποίες τελικά απέτυχαν όχι τόσο από τη φύση των πολιτικών που τις ενέπνευσαν, αλλά από τη δυστοπική πραγματικότητα που έφερε η οικονομική θλίψη, η πανδημία και ο πόλεμος, οι εγκλωβισμένες κοινωνικές ομάδες από την πλευρά τους θα αναρωτιούνται όλο και πιο δυνατά, αν ο φορέας που τους εκπροσωπεί εργάζεται για τον πόλεμο ή για την ειρήνη, για το δημόσιο χαρακτήρα υπαρξιακών υποδομών ή για τη συνέχιση της παράδοσής τους στους ιδιώτες παρά τη συγκυρία, για την προστασία της εργασίας και την αγοραστική δύναμη του μισθού ή για το καταρρέον παραμύθι της ανταγωνιστικής ευελιξίας και εν τέλει για την εθνική κυριαρχία ή για την άνευ όρων παράδοση στους στρατόγκαβλους της συμμαχίας και για τη »συνεννόηση» με τον άσωτο υιό της.

Όσο θα πλησιάζει ο Σεπτέμβριος, όσο θα θεριεύει η ακρίβεια και όσο οι συνέπειες της άφρονος στάσης της Ε.Ε. στο ουκρανικό θα δείχνουν τα δόντια τους, τα εκλογικά διλήμματα θα ανέβουν πίστα και θα προσεγγίσουν πιο σύνθετα ζητήματα, όχι γιατί ξαφνικά ενηλικιώθηκε η αντιληπτικότητα των Ελλήνων, αλλά γιατί απλούστατα το πρώτο κύμα μιας άνευ προηγουμένου μαζικής πτωχοποίησης θα χτυπήσει το κουδούνι απροσδόκητα πολλών κανονικών νοικοκυριών και τα κακοσχεδιασμένα επιδόματα, που έτσι και αλλιώς σιχαίνεται κάθε σοβαρή φιλελεύθερη εξουσία, δεν θα είναι αρκετά.  Και τότε θα απαιτηθεί σοβαρή αναβάθμιση κεντρικών πολιτικών επιλογών για τις οποίες δε φαίνεται να είναι έτοιμη η νέα ηγεσία του κινήματος.  Επιλογών που μοιραία θα στρίψουν το τιμόνι αριστερότερα για να συναντηθούν με τις επιλογές του χώρου στον οποίο χτυπάει η καρδιά της προοδευτικής παράταξης εδώ και δώδεκα χρόνια.

Για αυτό ας φροντίσουν κάποιοι να μην κλείνουν βιαστικά πόρτες τις οποίες μοιραία θα τρέχουν να χτυπούν σε λίγους μήνες.  Γιατί όποιος δεν βλέπει αυτό που έρχεται, είτε ανήκει στο στενό κύκλο του καθεστώτος, είτε η πολιτική του αντίληψη είναι ατροφική.  Και θέλω να πιστεύω ότι ο κ. Ανδρουλάκης δεν ανήκει σε καμία από τις δύο κατηγορίες.  Ή μήπως όχι;