Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η εδραίωση του Ερντογάν χτυπά καμπανάκι για κάθε φιλελεύθερη δημοκρατία

Του YaschaMounk (*)

Όταν ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συμπλήρωνε δύο χρόνια στην εξουσία, όλος ο κόσμος τον χαρακτήρισε μεγάλο ηγέτη. Τα μεγάλα αμερικανικά έντυπα έγραφαν ότι θα εμβάθυνε τους δημοκρατικούς θεσμούς της χώρας και θα συμφιλίωνε τους πιστούς μουσουλμάνους με την κοσμική δημοκρατία που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Η εικόνα στην Ευρώπη δεν ήταν πολύ διαφορετική. Από τη Γερμανία ως τη Σουηδία, όλοι εξήραν τις αλλαγές που έφερνε ο Ερντογάν. Και τον Οκτώβριο του 2004, η Κομισιόν κάλεσε την Τουρκία να ξεκινήσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ.

Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του καλοκαιριού του 2016, το τουρκικό κράτος έχει φυλακίσει πάνω από 300 δημοσιογράφους με το πρόσχημα της τρομοκρατίας και έχει απολύσει πάνω από 100.000 δημοσίους υπαλλήλους με την κατηγορία ότι είναι «εχθροί του λαού».

Ακόμη κι όταν η εικόνα άρχισε να επιδεινώνεται στα τέλη της δεκαετίας του 2000, οι ελίτ έξω και μέσα στη χώρα άργησαν να αναγνωρίσουν τη σοβαρότητα της απειλής. Ο Ερντογάν άρχισε να εδραιώνει τον έλεγχο του στρατού με στημένες δίκες και κατασκευασμένες κατηγορίες. Μα, απαντούσαν οι υποστηρικτές του, δεν ήταν πρόβλημα ο ρόλος του στρατού στην πολιτική της χώρας; Ο Ερντογάν άρχισε να πολλαπλασιάζει τις θρησκευτικές δομές. Μα το αυστηρό κοσμικό κράτος δεν είχε αποκλείσει τις γυναίκες που φορούσαν μαντήλα από τα κρατικά πανεπιστήμια; Ο Ερντογάν άλλαξε το εκλογικό σύστημα προς όφελός του και άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για αλλοίωση αποτελεσμάτων. Μα δεν είναι ένας λαοφιλής ηγέτης;

Σε κάθε βήμα αυτής της διαδρομής, ανακαλύπτονταν δικαιολογίες για τις επιθέσεις του Ερντογάν στους δημοκρατικούς θεσμούς. Μέχρι που έφτασαν οι «εκλογές» της Κυριακής, με ένα αδιαμφισβήτητο αποτέλεσμα: ο Ερντογάν έστησε ένα θλιβερό σόου για να αποκτήσει απόλυτες εξουσίες. Η Τουρκία δεν είναι πλέον μια φιλελεύθερη δημοκρατία, δεν είναι καν μια ανελεύθερη δημοκρατία. Όπως η Ρωσία και η Βενεζουέλα, είναι μια εκλεγμένη δικτατορία.

Τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους. Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του καλοκαιριού του 2016, το τουρκικό κράτος έχει φυλακίσει πάνω από 300 δημοσιογράφους με το πρόσχημα της τρομοκρατίας και έχει απολύσει πάνω από 100.000 δημοσίους υπαλλήλους με την κατηγορία ότι είναι «εχθροί του λαού». Η τουρκική κρατική τηλεόραση μεταδίδει ωμή κυβερνητική προπαγάνδα, ενώ και τα περισσότερα ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης ελέγχονται από τους συμμάχους του Ερντογάν. Ο ηγέτης ενός κόμματος της αντιπολίτευσης έκανε την εκστρατεία του από τη φυλακή, ενώ οι διαδηλωτές παρενοχλούνταν συχνά από τις δυνάμεις ασφαλείας.

Ολη αυτή η τρομοκρατία έδωσε στον Ερντογάν ένα ποσοστό λίγο κάτω του 53%, που του εξασφάλισε την προεδρία από τον πρώτο γύρο. Παρόλο που η πλειοψηφία του είναι μικρή, οι εξουσίες του είναι τεράστιες. Το τουρκικό πολιτικό σύστημα δεν διαθέτει πλέον θεσμούς που να μπορούν να ελέγξουν τη βούλησή του ή να δώσουν τέλος στην αυθαίρετη τιμωρία των πολιτικών του αντιπάλων.

Οι εξωτερικοί παρατηρητές ήλπιζαν κάποτε ότι ο Ερντογάν θα απελευθέρωνε την Τουρκία από τον μανδύα του αυταρχισμού και θα ξεπερνούσε την προσωπολατρία που τη χαρακτηρίζει από την εποχή του Ατατούρκ. Αντί γι’αυτό, ο Ερντογάν έκανε την Τουρκία ακόμη πιο αυταρχική και έστρεψε την προσωπολατρία προς τον εαυτό του.

Πρόκειται για μια μεγάλη τραγωδία για την Τουρκία, που κάποτε θεωρούνταν η μουσουλμανική χώρα με τις μεγαλύτερες πιθανότητες να οικοδομήσει μια σταθερή δημοκρατία. Πρόκειται όμως και για μια σοβαρή προειδοποίηση για άλλες χώρες.

Υπάρχουν ασφαλώς μεγάλες διαφορές ανάμεσα στην Τουρκία και τις περισσότερες χώρες όπου απειλείται η φιλελεύθερη δημοκρατία. Το ότι ο Ερντογάν κατέστρεψε το πολιτικό σύστημα σε μια χώρα που δεν ήταν ποτέ εντελώς δημοκρατική και δεν έλυσε ποτέ τη σύγκρουση ανάμεσα στον θρησκευόμενο πληθυσμό της και τους κοσμικούς θεσμούς της δεν σημαίνει ότι οι λαϊκιστές θα μπορέσουν να κάνουν το ίδιο στην Ιταλία ή στις ΗΠΑ. Εν τούτοις, οι ομοιότητες είναι τόσο μεγάλες, που θα ήταν παράλογο να αγνοηθούν.

Το τουρκικό παράδειγμα δείχνει ότι οι αυταρχικοί λαϊκιστές μπορούν μακροπρόθεσμα να απονομιμοποιήσουν οποιονδήποτε διαφωνεί μαζί τους απαξιώνοντας την αντιπολίτευση και λέγοντας ψέματα για τους δημοσιογράφους που τους επικρίνουν. Η Τουρκία δείχνει επίσης ότι μπορεί ο μισός πληθυσμός να τους μισεί, αλλά οι λαϊκιστές καταφέρνουν να διατηρηθούν στην εξουσία κινητοποιώντας τη βάση τους. Δείχνει, τέλος, ότι οι πολιτικές και πνευματικές ελίτ, τόσο στη χώρα όσο και στο εξωτερικό, υποτιμούν συστηματικά την απειλή που αντιπροσωπεύουν αυτοί οι ηγέτες για την επιβίωση των δημοκρατικών θεσμών.

(*) Ο Γιάσα Μουνκ είναι γερμανός λέκτορας πολιτικής επιστήμης στο Χάρβαρντ

(Πηγή: Slate- ΑΠΕ ΜΠΕ)