Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η επόμενη μέρα της κυβέρνησης

Του Μελέτη Ρεντούμη

Η συμφωνία με τους δανειστές έστω και με πάνω από 8 μήνες καθυστέρηση είναι γεγονός και η συμφωνία αναμένεται να επικυρωθεί απ΄όλα τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών μελών, ώστε να εκταμιευθεί η δόση των 7.4 δις ευρώ προς την Ελλάδα για την αποπληρωμή των ομολόγων που λήγουν τον Ιούλιο του τρέχοντος έτους.

Τί πρόκειται όμως να γίνει από δω και πέρα; Ποιες είναι οι σκέψεις της κυβέρνησης;

Το σίγουρο είναι ότι η χώρα για μία ακόμη φορά μπαίνει σ’ένα επώδυνο αλλά και αχρείαστο Μνημόνιο που θα μπορούσε να είχε αποφύγει αν είχε προβεί σε επιθετικές μεταρρυθμίσεις τα δύο προηγούμενα χρόνια έτσι ώστε να δώσει ανάσα στην αγορά, να κυκλοφορήσει ρευστότητα και να δημιουργηθεί ανάπτυξη στην οικονομία.

Η συμφωνία λοιπόν που έκλεισε η κυβέρνηση στο Eurogroup, είναι όντως μία επιτυχία για τον Σύριζα από την άποψη ότι η είναι σε απόλυτη ευθυγράμμιση με το ιδεολογικό πρόγραμμα του κόμματος όσον αφορά την αύξηση των φόρων προς την μεσαία τάξη και την ταυτόχρονη διόγκωση του δημοσίου τομέα με προσλήψεις, οι οποίες με την σειρά τους θα στηρίζουν την κατανάλωση μέσω του διαθέσιμου εισοδήματος.

Παρ’όλα αυτά, η κυβέρνηση επέλεξε με δική της ευθύνη και το συμφώνησε με τους δανειστές, σ’ένα πρόγραμμα υφεσιακό, που στηρίζεται αποκλειστικά στην υπερφορολόγηση και τις παράλογες αυξήσεις στις εισφορές που ανεβάζουν δραματικά την επιβάρυνση κυρίως των ελεύθερων επαγγελματιών.

Η κυβέρνηση δυστυχώς για την χώρα, δεν πήρε τίποτα από όλα όσα ζητούσε μετ’επιτάσεως, δηλαδή ρητή περιγραφή των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης για το χρέος, ενώ δεν συμφωνήθηκε η ένταξη στην ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ, γεγονός που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τις τράπεζες στο έργο χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας.

Η κυβέρνηση δυστυχώς για την χώρα, δεν πήρε τίποτα από όλα όσα ζητούσε μετ’επιτάσεως, δηλαδή ρητή περιγραφή των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης για το χρέος, ενώ δεν συμφωνήθηκε η ένταξη στην ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ, γεγονός που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τις τράπεζες στο έργο χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας.

Τα μεγάλα πλεονάσματα που συμφωνήθηκαν μέχρι το 2022 που αθροιστικά μας δίνουν ένα ποσό 43 δις ευρώ, την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση σωρευτικά θα λάβει το ποσό των 8.5 δις ευρώ, για αποπληρωμή χρέους και ληξιπρόθεσμες οφειλές προς ιδιώτες, φανερώνει την τραγική κατάσταση ρευστότητας που θα βρεθεί η ελληνική οικονομία αν δεν εφαρμοστεί ένα δυναμικό και επιθετικό πρόγραμμα προώθησης επενδύσεων στην χώρα.

Τι μπορεί τελικά η κυβέρνηση να κάνει από δω και στο εξής ; Για ν’απαντηθεί αυτό το ερώτημα θα πρέπει πρώτα να δούμε τι θέλει να κάνει η κυβέρνηση και μετά να εξετασθούν οι όποιες δυνατότητες.

Η ιστορία μέχρι στιγμής έχει δείξει ότι η κυβέρνηση δεν έχει ούτε την πολιτική βούληση αλλά ούτε και τα στελέχη για να φέρει εις πέρας ένα σοβαρό αναπτυξιακό πρόγραμμα που θα βγάλει την χώρα από το τέλμα της ύφεσης.

Ο λόγος που η κυβέρνηση δεν επιθυμεί ν’ασχοληθεί ιδιαίτερα με τις επενδύσεις, είναι διότι δεν πιστεύει στην δυναμική του ιδιωτικού τομέα, δεν θέλει έργα υποδομής από μεγάλους ομίλους και πολυεθνικές, αλλά προτιμά την ιδέα της κρατικής δομής και διοίκησης μέσα από ένα σύστημα κεντρικά διευθυνόμενης οικονομίας όπου εκείνη θα μπορεί να επιλέγει και να επιβάλλει τους εθνικούς εργολάβους, το οποίο μάλιστα θα ήταν ιδεατό για την κυβέρνηση να συνδυαστεί, με μία παράκαμψη του υφιστάμενου τραπεζικού συστήματος, μέσω μίας αναπτυξιακής τράπεζας δημοσίου χαρακτήρα που θα χρηματοδοτεί αφειδώς είτε κρατικές ελλειμματικές επιχειρήσεις, είτε επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα που θα βλέπουν με συμπάθεια το πρόγραμμα και την ιδεολογία της κυβέρνησης.

Η συμφωνία λοιπόν που έκλεισε η κυβέρνηση στο Eurogroup, είναι όντως μία επιτυχία για τον Σύριζα από την άποψη ότι η είναι σε απόλυτη ευθυγράμμιση με το ιδεολογικό πρόγραμμα του κόμματος όσον αφορά την αύξηση των φόρων προς την μεσαία τάξη και την ταυτόχρονη διόγκωση του δημοσίου τομέα με προσλήψεις, οι οποίες με την σειρά τους θα στηρίζουν την κατανάλωση μέσω του διαθέσιμου εισοδήματος.

Με βάση το παραπάνω σκεπτικό, η κυβέρνηση με κάθε τελική ή ενδιάμεση συμφωνία με τους δανειστές, επί της ουσίας αγοράζει πολιτικό χρόνο, ώστε αφενός να επεξεργάζεται τις δημοσκοπήσεις και αφετέρου να συνεχίσει το έργο πλήρους άλωσης του κρατικού μηχανισμού με μετακλητούς υπαλλήλους και ειδικές γραμματείες, ενώ η επικοινωνιακή αντεπίθεση θα πλαισιωθεί από τις επερχόμενες αλλαγές στα ΜΜΕ με στήριξη μετόχων οι οποίοι μπορούν μεσοπρόθεσμα να στηρίξουν και να παρουσιάσουν την κυβέρνηση ως την αναγκαία λύση για την χώρα.

Ο χρόνος των πρόωρων εκλογών σίγουρα απομακρύνεται με την έλευση της συμφωνίας, απλά μένει πλέον να δούμε κατά πόσο η κυβέρνηση θέλει να διαχειριστεί μία αξιοπρεπή ήττα ή έχει την διάθεση να κάνει σοβαρές τομές στην χώρα, ερχόμενη σε πλήρη αντίθεση με τον σαφή κομμουνιστικό ιδεολογικό της προσανατολισμό.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός.