Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η Ευρώπη σηκώνεται

Του Κώστα Μποτόπουλου

Πέρσι τέτοια εποχή, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρισκόταν σε καταστολή και αρκετοί έκαναν λόγο ακόμα και για το τέλος της. Το μεταναστευτικό ρεύμα και η αδυναμία συνεννόησης των κρατών-μελών την είχαν γονατίσει, οι διεκδικήσεις του Κάμερον ώστε να κρατήσει τη Βρετανία εντός μιας «άλλης Ένωσης» την είχαν ταπεινώσει, η οικονομία δεν αναπτυσσόταν, οι Βρυξέλλες δεν καταλάβαιναν τίποτα και οι λαϊκιστές κάθε φυράματος επέλαυναν. Καταχνιά, χαμηλό φρόνημα κι αίσθηση αδιεξόδου ήταν τα χαρακτηριστικά της εποχής και τα μοιράζονταν και οι πολιτικοί και οι αναλυτές και οι κοινωνίες.

Ένα χρόνο μετά, το κλίμα έχει εντυπωσιακά αλλάξει. Δυο γεγονότα ήταν καθοριστικά –το Μπρέξιτ και η εκλογή Μακρόν- όμως μια σειρά εξελίξεων έπαιξε ρόλο.

Σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις που άρχισαν να λαμβάνουν χώρα μέσα στο 2017 (Αυστρία, Ολλανδία, Γαλλία), οι «δυνάμεις του κακού», δηλαδή οι λαϊκιστές αντιευρωπαϊστές έχασαν και μετριοπαθέστερα φιλοευρωπαϊκά κόμματα ή προσωπικότητες κράτησαν ή κατέκτησαν την εξουσία. Η ανάπτυξη, μικρή αλλά έκτοτε διαρκής, προσήλθε έστω και με μεγάλη καθυστέρηση στο ραντεβού.

Η εκλογή Τραμπ έβαλε την Ευρώπη, την πολιτική λογική και  τους θεσμούς της, σε μια ντε φάκτο θέση υπερασπιστή της παγκόσμιας δημοκρατίας. Η αρχική σκληρή στάση της Μέι («εσείς θα χάσετε αν μας πιέσετε») και η οφειλόμενη και σε αυτήν σχετική αποτυχία της στις βρετανικές εκλογές (τις οποίες πάντως κέρδισε, παρότι σήμερα όλοι έχουμε την αίσθηση ότι ηττήθηκε), απομόνωσαν τη Μεγάλη Βρετανία και συσπείρωσαν πολιτικά, σε ένα κρίσιμο και συμβολικά φορτισμένο πεδίο, την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις που άρχισαν να λαμβάνουν χώρα μέσα στο 2017 οι λαϊκιστές αντιευρωπαϊστές έχασαν και μετριοπαθέστερα φιλοευρωπαϊκά κόμματα ή προσωπικότητες κράτησαν ή κατέκτησαν την εξουσία

Μέσα από όλα αυτά έχουν επέλθει, ή μάλλον αναζωπυρωθεί, δυο σημαντικές και απόλυτα συνδεόμενες μεταξύ τους εξελίξεις: έχει μεταβληθεί προς το θετικότερο η ψυχολογία και αυτό έχει επιδράσει στο πολιτικό σχέδιο της Ένωσης.

Πριν από το Μπρέξιτ και τις γαλλικές εκλογές, κανείς δεν τολμούσε να σκεφτεί καν κοινές πολιτικές πρωτοβουλίες. Τα προσχήματα και την ευρωπαϊκή καθημερινότητα έσωζαν τρέχοντα και περισσότερο τεχνικής φύσης προγράμματα με μεγαλοπρεπή ονόματα αλλά στενό πολιτικό περιεχόμενο: Σχέδιο Γιούνκερ, Τραπεζική Ένωση, Ένωση Αγορών Κεφαλαίου, Ενεργειακή Ένωση, Ψηφιακή Ένωση…

Την ίδια στιγμή, τα δύο από τα τρία απτά και κρίσιμα μέτωπα της ευρωπαϊκής ενοποίησης – το Σένγκεν και το ευρώ- κλονίζονταν, ενώ το τρίτο – η Κοινή Αγορά – λίμναζε, αν δεν υποχωρούσε κάτω από τα συντονισμένα πυρά της παγκοσμιοποίησης με κινεζικό πρόσημο, του προστατευτισμού με επίνευση Τραμπ και της επικείμενης αποχώρησης του κράτους που είχε συνειδητά ταυτίσει την ενωμένη Ευρώπη με την ενιαία αγορά.

Η τροπή που πήρε το Μπρέξιτ, με τη Βρετανία να λεονταρίζει αλλά και να αδυνατίζει και με τα υπόλοιπα κράτη της Ένωσης να χαίρονται κρυφά και να συσπειρώνονται ανοιχτά, σε συνδυασμό με την εκλογή Μακρόν και τη μεσιανική της αύρα, έφεραν ξανά την πολιτική Ευρώπη στο προσκήνιο. Ξαφνικά παράγουμε –σχεδόν- περισσότερα «σχέδια» από όσα μπορούμε να καταναλώσουμε.

Ο «γαλλογερμανικός» άξονας ανασυστάθηκε –τουλάχιστον φραστικά- και έχει δώσει ήδη τέσσερεις σημαντικούς καρπούς: την αποδοχή της ιδέας, ιδίως από τη Γερμανία, για την οποία ως τότε αποτελούσε βαθιά κόκκινη γραμμή, ότι ακόμα και οι Συνθήκες θα μπορούσαν να αλλάξουν προκειμένου να επιταχυνθεί η ενοποίηση την επανέναρξη της συζήτησης, στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, για θεσμική και ουσιαστική ενίσχυση της Ευρωζώνης, μέσω προτάσεων όπως η θέσπιση θέσης «Υπουργού Οικονομικών» (την οποία η Γερμανία αντιμετωπίζει θετικά) και δημιουργίας κοινού προϋπολογισμού (έναντι του οποίου ο χερ Σόιμπλε και οι συν αυτώ είναι πολύ πιο επιφυλακτικοί), ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πηγαίνει ακόμα πιο μακριά λανσάροντας και πρόταση για ευρωομόλογα (για τα οποία η Γερμανία είναι, ακόμη, εντελώς αντίθετη την εμφάνιση, έστω και στα σπάργανα, ενός «σχεδίου Μερκρόν», που περιλαμβάνει ταμείο για την άμυνα, Ευρωπαϊκό Εισαγγελέα και Υπουργό Οικονομικών’ και τη γενικότερη συζήτηση για μια ισχυροποίηση όχι μόνο της κοινής πολιτικής ασφάλειας αλλά και της πολιτικής άμυνας της Ένωσης.

Η τροπή που πήρε το Μπρέξιτ  σε συνδυασμό με την εκλογή Μακρόν έφεραν ξανά την πολιτική Ευρώπη στο προσκήνιο. Ξαφνικά παράγουμε –σχεδόν- περισσότερα «σχέδια» από όσα μπορούμε να καταναλώσουμε

Σημαίνει άραγε αυτή η πολιτική αναζωπύρωση ότι η Ευρώπη σήκωσε για τα καλά κεφάλι; Όσο βιαστικοί και ανιστόρητοι ήταν εκείνοι που προέβλεπαν πριν από ένα χρόνο το τέλος της Ένωσης, άλλο τόσο κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν έτσι εκείνοι που σήμερα αντικρίζουν ήδη την επόμενη και λαμπερότερη μέρα της. Η ψυχολογία μπορεί να άλλαξε αλλά το κλίμα είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ήλιος με δόντια.

Οι λαϊκιστές και αντιευρωπαϊστές μπορεί να μην καταφέρνουν ακόμα να κατακτήσουν την εξουσία (την κατέχουν πάντως ήδη στην Ουγγαρία, την Πολωνία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και σε μεγάλο βαθμό και στην Ελλάδα), το πνεύμα τους έχει όμως επηρεάσει βαθιά τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων και τη λειτουργία των ευρωπαϊκών θεσμών. Ο Μακρόν μπορεί σήμερα να απεικονίζεται ως Δίας, όμως οι εσωτερικές δοκιμασίες που έχει μπροστά του είναι αυτές που θα καθορίσουν την ευρωπαϊκή δυναμική του και θα αναδείξουν την πραγματικότητα του μυστηριώδους ακόμα χαρακτήρα του.

Η Βρετανία μαζεύτηκε και φοβήθηκε, όμως το Μπρέξιτ παραμένει και θα παραμείνει μια εξαιρετικά –και αμφίπλευρα- τραυματική ιστορία, που μπορεί, εκτός των άλλων, να δυναμιτίσει τα κοινά πολιτικά σχέδια. Η Γερμανία μοιάζει εγγυητής της σταθερότητας και φάρος βαθέματος της ενοποίησης, όμως η εικόνα είναι ως προς αρκετά στοιχεία της επίπλαστη και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την επιρροή αστάθμητων παραγόντων όπως μια παγκόσμια οικονομική επιδείνωση ή η κούραση από μια Καγκελάριο που θα διανύει την τέταρτη θητεία της. Το μεταναστευτικό παραμερίστηκε αλλά καθόλου δεν λύθηκε και με μια Τουρκία που μπήκε σε όλο και πιο ολισθηρό δρόμο η εξίσωση δυσκολεύει.

Οι χειρισμοί έναντι της ελληνικής κρίσης –αλλά και έναντι της παρούσας ελληνικής κυβέρνησης- κάθε άλλο παρά φανερώνουν πολιτική ωρίμανση και άντληση των αναγκαίων μαθημάτων.  Και το βαρύ ηγετικό έλλειμμα παραμένει –ένας Μακρόν δεν φέρνει την άνοιξη, ιδίως αν αποδειχτεί ότι δεν είναι καν χελιδόνι.

Μια εύθραυστη ισορροπία με καλύτερο κλίμα και τη συνειδητοποίηση ότι οι ορίζοντες τελικά μπορεί να μην είναι τόσο κλειστοί: η κατάσταση της Ευρώπης είναι καλύτερη αλλά δεν δικαιολογεί τον παραμικρό εφησυχασμό.