Η Μουσουλμανική μειονότητα, ο Αχμέτ Σαδίκ, o Μπάιντεν και η Γενοκτονία

Του Σωκράτη Αργύρη

[Στη μνήμη του παππού μου Σωκράτη, που έζησε τα μαρτύρια του Κεμαλισμού] 

  • Πιστέψτε εκείνους που ψάχνουν την αλήθεια και αμφισβητήστε εκείνους που τη βρήκαν – Αντρέ Ζιντ 
  • Μέχρι τώρα έχουν γραφτεί πολλά και διάφορα άρθρα και σχόλια για την συνέντευξη τύπου στην Άγκυρα μεταξύ των Υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας – Τουρκίας όπου ακούσαμε πέρα των γνωστών θέσεων της Τουρκίας για το Αιγαίο, τα ελληνικά νησιά κλπ αλλά και για το θέμα όσον αφορά  τον χαρακτηρισμό της μειονότητας στη Θράκη εκ μέρους της Άγκυρας. Αυτό ήταν και η σπίθα που ανέβασε τους τόνους στη συνέχεια. 

Ας γνωρίσουμε όμως καλύτερα τον νυν υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας, που είναι ένας από τους κύριους συνεργάτες του Ερντογάν μαζί με τον Ιμπραχίμ Καλίν, που έχει επαναπροσδιορίσει τις θέσεις του Τουρκισμού από τον Κεμαλισμό  στο πολιτικό Ισλάμ και τη θεοκρατία και που ακολουθεί τα βήματα του Ahmet Davutoğlu αλλά κατά βάθος παραμένει πιστός στον Prof. Fahir Armaoğlu, ο οποίος είχε προτείνει και σχεδιάσει τα Σεπτεμβριανά και τον διωγμό των Ελλήνων της Πόλης το 1955 επί πρωθυπουργίας Μεντερές , όπου ο ιστορικός Σπύρος Βρυώνης τα έχει περιγράψει σε σχετικό βιβλίο του. 

Όπως σημειώνει ο καθηγητής του ΕΜΠ Νικόλαος Ουζούνογλου παλιότερα σε άρθρο του:

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα στελέχη της Κυβέρνησης του Μεντερές γνώριζαν ότι θα γίνουν τα επεισόδια και είχαν συμφωνήσει για την οργάνωση τους. Όμως σίγουρα δεν ήταν αυτοί που κατεύθυναν τα πράγματα αλλά η κινητήριος δύναμη ήταν η διεύθυνση ανορθόδοξου πολέμου που είχε ιδρυθεί από το ΝΑΤΟ.  Εκείνο που μένει ακόμα αδιευκρίνιστο είναι το πώς έτυχε να βρεθούν εκείνη την τραγική νύκτα όλοι οι αρχηγοί των μυστικών υπηρεσιών των Νατοϊκών χωρών στην Πόλη και μεταξύ αυτών ο αρχηγός της CIA  Άλλαν Ντάλας». 

Τα τελευταία χρόνια, χάρη στην αρχειακή έρευνα που κατά πλειοψηφία προήλθε από ερευνητές μέσα από την Τουρκία, αποδείχθηκε ότι η επιχείρηση μαζικού πογκρόμ της 6-7/9/1955 με σκοπό την καταστροφή του Ελληνισμού της Πόλης, καταστρώθηκε και εκτελέστηκε από την Υπηρεσία Ανορθόδοξου Πολέμου του Γενικού Επιτελείου της Τουρκίας. 

 Στη μόνη μυστική συνεδρία που έγινε κατά τη διάρκεια των δικών ο μάρτυρας στρατηγός Ρεφίκ Τούλγκα κατέθεσε τα εξής: «… Πριν αναχωρήσω για τη Νάπολι σε υπηρεσία του ΝΑΤΟ, όταν πήγα να αποχαιρετήσω τον πρόεδρο Τζελάλ Μπαγιάρ, μου είπε πάνε και πες στους Αμερικανούς ότι είμαστε αποφασισμένοι να πάρουμε σκληρά μέτρα κατά των Ρωμιών της Πόλης και περισσότερο για τους 30.000 Ελληνες υπηκόους που διαθέτουν περιουσίες και το Πατριαρχείο. Θα τους πετάξουμε έξω από τη χώρα και θα λάβουμε σκληρά μέτρα εναντίον τους…». Σε όλους δηλαδή ήταν εν γνώσει και παραμένει ερωτηματικό προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας αν ήταν και εν γνώσει και της Ελληνικής Πολιτείας, γιατί οι χλιαρές αντιδράσεις της τότε κυβέρνησης Παπάγου απεδόθησαν στην αρρώστια του. 

Αναγκαστικά εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε και την έκδοση του Μυστικού Διατάγματος (Μ.Δ.) 6/3801 τον Νοέμβριο του 1964 (κυκλοφορούσε εντός των κρατικών υπηρεσιών ως απόρρητο έγγραφο χωρίς ποτέ να δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης) όπου οι κινητές και ακίνητες περιουσίες των απελαθέντων τέθηκαν σε καθεστώς «δέσμευσης» με αποτέλεσμα να απαγορευτεί οποιεσδήποτε πράξη εκμετάλλευσης, μεταβίβασης, κληρονομικών δικαιωμάτων. Αυτό διήρκεσε μέχρι το 1987, οπότε διέρρευσε το διάταγμα και ο Θ. Πάγκαλος το παρουσίασε στην Κομισιόν, ενώ την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση του Τουργκούτ Οζάλ, διαπραγματευόταν με την Ε.Ε. και έτσι αναγκάσθηκε, η Τουρκία, να το ανακαλέσει. Αρκετοί κατάφεραν τότε και πούλησαν τις περιουσίες τους, παραμελημένες για τόσα χρόνια. Οι τραπεζικοί λογαριασμοί, όμως, είχαν εξανεμισθεί από τον πληθωρισμό.

Μετά την διόρθωση του Νίκου Δένδια ότι η μειονότητα στη Θράκη  είναι μουσουλμανική και όχι  τουρκική όπως την είχε αποκαλέσει ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου, επανερχόμενος στην δευτερολογία του, είπε τα εξής ως επιχείρημα της τουρκικής πλευράς:

«Εμείς αποδεχόμαστε ως Ρωμιούς ορθοδόξους τους μειονοτικούς της Πόλης αλλά εσείς δεν μπορείτε να αποδέχεστε όσους λένε ότι είναι Τούρκοι. Αυτό είναι μια καταπίεση και καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», 

θέλοντας να τονίσει ότι ενώ αυτοί δήθεν αναγνωρίζουν εθνοτική καταγωγή στην ελληνική μειονότητα της Πόλης πράγμα πέρα για πέρα ψέμα, γιατί όλοι οι πολίτες της Τουρκίας ανεξαρτήτου καταγωγής, θρησκείας είναι Τούρκοι πολίτες βάσει του άρθρου 66 του Συντάγματος τους, από την άλλη το ελληνικό κράτος καταπιέζει δήθεν τα ανθρώπινα δικαιώματα της μουσουλμανικής μειονότητας. 

Δυστυχώς όμως ο Νίκος Δένδιας δεν του απάντησε γι’ αυτό το σημείο ως όφειλε και να του ξεκαθάριζε  ότι αλλοιώνει την Συνθήκη της Λωζάνης, ειδικότερα το άρθρο 45 και το πρωτόκολλο VI αυτής. 

Ας τα δούμε όμως εμείς αναλυτικότερα και ας ξεκινήσουμε πρώτα  από το ιστορικό πλαίσιο των δεσμεύσεων του Ελληνικού κράτους απέναντι των θρησκευτικών μειονοτήτων από την ίδρυση του και μετά, θα αναφερθούμε και για την Τουρκία.Στο 3ο πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830 γίνεται αναφορά για τους κατοίκους της Ελλάδας που ακολουθούσαν το καθολικό δόγμα που τους εξασφαλιζόταν θρησκευτική, αστική και πολιτική ισότητα. Το ίδιο συνέβη με το άρθρο 4 της Συνθήκης του Λονδίνου του 1864 για την προστασία των Καθολικών των Επτανήσων. Η Σύμβαση περί διαρρυθμίσεων των Ελληνοτουρκικών συνόρων του 1881 στο άρθρο 8 εξασφάλιζε θρησκευτική και κοινοτική αυτονομία στους Μουσουλμάνους της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Με το άρθρο 11 της Σύμβασης των Αθηνών του 1913, περιέλαβε και τους Μουσουλμάνους των Νέων Χωρών. Επειδή στην Ελλάδα ειδικά από ορισμένους εθνικιστικούς κύκλους γίνεται αναφορά στη Συνθήκη των Σεβρών, [όταν ακόμα και η τότε βασιλική κυβέρνηση , για να δικαιολογήσει την αποτυχημένη πολιτική της , έλεγε πως αιτία ήταν η «απόπειρα αναθεωρήσεως» της Συνθήκης των Σεβρών, ήδη από τον Φεβρουάριο του 1921, και δεν ήταν αποτέλεσμα «της επελθούσης ταύτης ή εκείνης εν Ελλάδι μεταβολής»,δηλαδή λόγω της επανόρθωσης της Βασιλείας, που ήταν μαύρο πανί για τους συμμάχους μας της Αντάντ, αλλά συμπλήρωνε ότι «η ιδέα της αναθεωρήσεως υφίστατο κατ’ αυτήν ακόμα την υπογραφήν αυτής» δηλαδή ο Ελ. Βενιζέλος δεν είχε διαπραγματευτεί σωστά τότε] ,  σε αντιπαράθεση με την Λωζάνη, ας ενημερωθούν ότι η μοναδική  Συνθήκη των Σεβρών που ισχύει είναι η Συνθήκη των Σεβρών περί προστασίας των εθνικών, γλωσσικών και θρησκευτικών μειονοτήτων που η Ελλάδα ήταν υπόλογη  έναντι της ΚΤΕ για την ισότιμη παραχώρηση δικαιωμάτων σε όλους τους πληθυσμούς που κατοικούσαν στα   εδάφη που προσαρτήθηκαν  μετά το 1913. Η Συνθήκη αυτή κυρώθηκε με νομοθετικό διάταγμα την 29η Σεπτεμβρίου 1923 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 311[τεύχος πρώτο /30-10-1923] αφού προηγουμένως είχε κυρωθεί με Ν. Δ. η Συνθήκη της Λωζάνης όπου συμπεριλαμβάνεται εκεί αυτή η Συνθήκη στο πρωτόκολλο XVI , με ισχύ από την 6/8/1924.Επίσης στο πρωτόκολλο VI  της Λωζάνης συμπεριελήφθηκε και η «ΣΥΜΒΑΣΙΣ Αφορώσα την ανταλλαγήν των Ελληνοτουρκικών πληθυσμών και Πρωτόκολλον, υπογραφέντα την 30ην Ιανουαρίου 1923. Η Κυβέρνησις της Μεγάλης Εθνοσυνελεύσεως της Τουρκίας και η Ελληνική Κυβέρνησις συνεφώνησαν επί των ακολούθων όρων. Άρθρον 1: Από της 1 Μαΐου 1923, θέλει διενεργηθή η υποχρεωτική ανταλλαγή των Τούρκων υπηκόων Ελληνικού Ορθοδόξου θρησκεύματος, εγκατεστημένων επί των τουρκικών εδαφών, και των Ελλήνων υπηκόων Μουσουλμανικού θρησκεύματος, εγκατεστημένων επί των ελληνικών εδαφών. Τα πρόσωπα ταύτα δεν θα δύνανται να έλθωσιν ίνα εγκατασταθώσιν εκ νέου εν Τουρκία ή αντιστοίχως εν Ελλάδι, άνευ της αδείας της Τουρκικής Κυβερνήσεως ή αντιστοίχως της Ελληνικής Κυβερνήσεως. 

Άρθρον 2 .

Δεν θα περιληφθώσιν εις την εν τω πρώτω άρθρω προβλεπομένην ανταλλαγήν:

α) οι Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως·

β) οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης.

Θέλουσι θεωρηθή ως Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως, πάντες οι Έλληνες οι εγκατεστημένοι ήδη προς της 30ης Οκτωβρίου 1918, εν τη περιφέρεια της Νομαρχίας Κωνσταντινουπόλεως, ως αύτη καθορίζεται δια του νόμου του 1912.

Θέλουσι θεωρηθή ως μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης, πάντες οι Μουσουλμάνοι οι εγκατεστημένοι εν τη περιοχή ανατολικώς της μεθορίου γραμμής της καθορισθείσης τω 1913 δια της Συνθήκης του Βουκουρεστίου

Επίσης το άρθρο 45 της Συνθήκης της Λωζάνης μιλά για :

Τα αναγνωρισθέντα δια των διατάξεων του παρόντος Τμήματος δικαιώματα εις τας εν Τουρκία μη μουσουλμανικάς μειονότητας, αναγνωρίζονται επίσης υπό της Ελλάδος εις τας εν τω εδάφει αυτής ευρισκομένης μουσουλμανικής μειονότητας.

[το επίσημο γαλλικό κείμενο μιλά για μία μουσουλμανική μειονότητα στην Ελλάδα, ενώ στα διάφορα site ακόμα και του ΓΕΕΘΑ μιλούν για μουσουλμανικές μειονότητες στην Ελλάδα]. 

 Η Τουρκία δηλαδή οφείλει να αναγνωρίζει τις μη μουσουλμανικές μειονότητες στην επικράτεια της, δηλαδή τους Ελληνοορθόδοξους, Καθολικούς [Ουνίτες], Εβραίους, Χαλδαίους /Ασσυρίους, ενώ η Ελλάδα απλά τους μουσουλμάνους γιατί βάσει της ισλαμικής Ummah εκεί ανήκουν όλοι οι πιστοί ανεξαρτήτως καταγωγής φυλής ή έθνους. 

Επίσης ο Ελευθέριος Βενιζέλος τότε υπολόγιζε ότι λόγω των εκκοσμικευμένων απόψεων του Κεμαλισμού σε βάθος χρόνου θα αδυνάτιζε η κοινότητα αυτή, χωρίς να πάρει υπ’ όψιν του όμως τον Τουρκισμό του Κεμαλισμού. 

Γιατί αυτό το είδαμε όταν επί πρωθυπουργίας Παπάγου όταν ο Μεντερές ως Πρωθυπουργός[ τον Ιούνιο του 1919, ήταν επικεφαλής ομάδας ατάκτων (τσέτες), βαρυνόμενος με τη σφαγή των 31 νεαρών χριστιανών προσκόπων του Αϊδινίου], συνοδευόμενος από τον υπουργό Εξωτερικών Φουάτ Κιοπρουλού επισκέφθηκε την Αθήνα τον Απρίλιο του 1952, όπου είχε σοβαρές συνεννοήσεις με την ελληνική κυβέρνηση Παπάγου, επί ενός κοινού αμυντικού δόγματος (οργάνωση κοινής άμυνας με συντονισμό κοινής πολιτικής) για την είσοδο αμφοτέρων των Χωρών στο ΝΑΤΟ. Μάλιστα τον Οκτώβριο του 1952 ο Μεντερές μετέβη και στο Λονδίνο, μετά από πρόσκληση της Αγγλικής Κυβέρνησης, για συνεννόηση σχετικά με την οργάνωση της άμυνας στη Μέση Ανατολή και αυτή η επίσκεψη είχε συνέπειες αργότερα στο Κυπριακό, γιατί τότε μοναδική προτεραιότητα έδιδε η χώρα μας για είσοδο στο ΝΑΤΟ. 

Αλλά τότε δυστυχώς η Αθήνα συμφώνησε, ότι τα σχολεία της μουσουλμανικής μειονότητας θα ονομαστούν τουρκικά σχολεία, γιατί επί Ψυχρού Πολέμου αυτό επίτασσε το «ελληνικό συμφέρον» και αυτό έγινε με το ΝΔ 3065/54 (ΦΕΚ 239/9-10-1954) «Περί του τρόπου λειτουργίας Τουρκικών Σχολείων Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως Δυτικής Θράκης». 

Στη συνέχεια όταν τον Μάιο του 1959, μετά το πογκρόμ στα Σεπτεμβριανά εις βάρος της «προστατευόμενης» ελληνικής κοινότητας από την Λωζάνη, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, συνοδευόμενος από τον υπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Αβέρωφ-Τοσίτσα, πραγματοποίησε  επίσημη επίσκεψη στην Τουρκία   [ ήταν ο πέμπτος επικεφαλής ελληνικής κυβέρνησης που διέσχισε το Αιγαίο με προορισμό τη γειτονική χώρα. Είχαν προηγηθεί ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1930, ο Παναγής Τσαλδάρης το 1933, ο Ιωάννης Μεταξάς το 1937 και ο Αλέξανδρος Παπάγος το 1953], εκεί η τουρκική ηγεσία επιδίωξε να εκμαιεύσει ελληνική δέσμευση για τη μερική ανατροπή των διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάνης ως προς τη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης, μέσω της μετονομασίας της σε «τουρκική»δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι Μεντερές και Ζορλού [και τους δύο τους απαγχόνησαν το 1961] εκδήλωσαν ταυτόχρονα συγκαλυμμένο ενδιαφέρον για την αύξηση επίσης της επιρροής της Άγκυρας στους Πομάκους της περιοχής. Οι Καραμανλής και Αβέρωφ δεν συμφώνησαν με τα τουρκικά αιτήματα όπως το έκαναν αργότερα με τις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου. Τα σχολεία όμως συνέχισαν να αποκαλούνται τουρκικά μέχρι το 1972, ακόμα και επί χούντας. 

Εδώ θα κάνουμε μία ιστορική αναφορά για τους Μουσουλμάνους Ρομά, κομμάτι της μειονότητας. Αφορμή της εξάπλωσης τους ήταν η ήττα τους μετά την εξέγερση των ινδικής καταγωγής Ζοττς [με αυτό το όνομα αναφέρονται στις Αραβικές πηγές], στην Κάτω Μεσοποταμία, επί της εποχής του καλίφη Αλ Μαμούν (813-833), που διασκορπίστηκαν για να εξελιχθούν στους σημερινούς Ρομά. 

Η Αυτοκρατορική Δίαιτα στο Landau και Freiburg το 1496–1498  με ψήφισμα της, τους είχαν ανακηρύξει ως κατασκόπους των Τούρκων. 

Για να ενώσουμε το σήμερα με το χθες ας ανατρέξουμε στις αρχές του 20ου αιώνα για να δούμε ότι η περιοχή της Δυτικής Θράκης, περνάει για χρονικά διαστήματα στην κυριαρχία διαφορετικών κάθε φορά δυνάμεων, απόρροια συσχετισμών εξουσίας, συμμαχιών και τοπικών συνθηκών. Έτσι, το τέλος των Βαλκανικών πολέμων (1912-1913) βρίσκει την περιοχή υπό την κυριαρχία της Βουλγαρίας. Η βουλγαρική εξουσία στην περιοχή θα διαρκέσει μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου 1919 καθώς το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου βρίσκει τη Βουλγαρία στο πλευρό των ηττημένων.

Στην περίφημη διάσκεψη των Παρισίων (1919-1920) που κατέληξε στην υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης του Παρισίου εδαφικές βλέψεις για την Δυτική Θράκη εγείρουν η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Τουρκία. Εκεί ακολουθούν παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις και συμμαχίες της κάθε πλευράς με απώτερο στόχο την κυριαρχία στην περιοχή. 

Οι διαπραγματεύσεις οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο και στην Δυτική Θράκη ιδρύεται στις 18 Οκτωβρίου 1919 ένα ιδιότυπο αυτόνομο κρατίδιο με την ονομασία Διασυμμαχική Θράκη. Επικεφαλής ορίστηκε ο Γάλλος Στρατηγός Σαρπύ. Η περιοχή διαιρέθηκε σε τρεις περιφέρειες: Ξάνθη, Γκιουμουλτζίνα (Κομοτηνή) και Καρααγάτς (Ορεστιάδα). Οι περιφέρειες υποδιαιρέθηκαν σε έξι υποδιοικήσεις υπό την ευθύνη Γάλλων και Ελλήνων στρατιωτικών με την βοήθεια Ελλήνων και Τούρκων διοικητικών υπαλλήλων.  

Κύριο συμβουλευτικό όργανο της Διασυμμαχικής Θράκης ορίζεται ένα Ανώτατο Συμβούλιο στο οποίο εκπροσωπούνται όλες οι εθνότητες και συγκεκριμένα, σε αυτό συμμετέχουν πέντε Έλληνες (Λαμνίδης, Παπαθανασίου, Στάλιος, Φορμόζης και Δουλάς), πέντε Τούρκοι (Οσμάν Αγά, Σαλήχ, Νεντίμ, Σαλίμ και Τεφίκ) , δύο Βούλγαροι (Ντούσκωφ και Γκεοργκίεφ),  ένας Ισραηλίτης (Καράσο), ένας Αρμένιος (Κεβορκιάν) και ένας Λεβαντίνος (Μπαντέτι). Πρόεδρος του Συμβουλίου αναδείχτηκε ένας από τους πέντε Έλληνες εκπροσώπους, ο Εμμανουήλ Δουλάς, με τη βοήθεια δύο Τούρκων εκπροσώπων και του Αρμένιου που του έδωσαν την ψήφο τους. Παρόλο που η θητεία του Δουλά διήρκησε περίπου ένα μήνα, η ψηφοφορία έχει λάβει με την πάροδο του χρόνου ιδιαίτερη βαρύτητα διότι θεωρήθηκε ως μία μορφή δημοψηφίσματος, το οποίο εξέφρασε την βούληση του πληθυσμού να μην επανέλθει υπό βουλγάρικη κατοχή. 

Παρά τις διαφορετικές ιστορικές καταγραφές που υπάρχουν και κάποιες αναφέρονται σε προδοσία των δύο Τούρκων εκπροσώπων που έδωσαν την ψήφο τους στον Έλληνα υποψήφιο και όχι στον Τούρκο ομοεθνή τους και διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην εκλογή Έλληνα προέδρου, η ουσία του θέματος είναι ότι ανέκαθεν ντόπιοι Τούρκοι και Έλληνες ήταν ενωμένοι σε ένα κοινό μέτωπο απέναντι στις δυνάμεις της βουλγαρικής κατοχής διότι οι Βούλγαροι δεν έκαναν διακρίσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων και εφάρμοζαν εξίσου σκληρές εθνικιστικές αφομοιωτικές πολιτικές εναντίον όλων.

Κατά καιρούς υπήρξαν προσπάθειες για ανάδειξη ξεχωριστών αυτόνομων κρατικών οντοτήτων με γνώμονα την περιοχή της Δυτικής Θράκης. Η πρώτη προσπάθεια τοποθετείται χρονικά μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (1878), γνωστή ως εξέγερση του Τίμρας. Παρόμοια πρωτοβουλία που αποσκοπούσε στην δημιουργία αυτόνομου κράτους εκδηλώθηκε το 1913 όταν ιδρύθηκε το «Τουρκικό Κομιτάτο της Δυτικής Θράκης» ενάντια στην βουλγαρική κυριαρχία, ενώ τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς ιδρύθηκε η «Ανεξάρτητη Κυβέρνηση της Δυτικής Θράκης» γνωστή και ως «Δημοκρατία της Γκιουμουλτζίνας». Οι πρωτοβουλίες αυτές ήταν βραχύβιες, δεν κατόρθωσαν να αναδειχθούν σε κυρίαρχη τάση στην περιοχή λόγω κυρίως του ότι το πληθυσμιακό μωσαϊκό ήταν πολυποίκιλο και δεν μπόρεσε να οδηγήσει σε μία κοινή αίσθηση ταυτότητας και σε συσπειρώσεις που θα εξέφραζαν μία κυρίαρχη δυναμική. Επιπλέον, ο Σουλτάνος δεχόταν αφόρητες πιέσεις και όχι μόνο δεν υποστήριζε, αλλά ήταν κάθετα αντίθετος σε αυτές τις πρωτοβουλίες.    

Τελικά, τον Μάιο του 1920 οι αντιπρόσωποι των κοινοτήτων που εκλέχτηκαν μετά από ένα άτυπο δημοψήφισμα που έγινε στην Δ. Θράκη, ψήφισαν υπέρ της ενσωμάτωσης στην Ελλάδα και οι Σύμμαχοι παραχωρούν στον ελληνικό στρατό την διοίκηση της Δυτικής Θράκης. Στις 20 Μαΐου ο ελληνικός στρατός εισέρχεται στην Κομοτηνή. Εν τούτοις λίγες μέρες μετά, στις 25 Μαΐου ανακηρύσσεται η «Τουρκική Δημοκρατία της Δυτικής Θράκης» ως μία προσπάθεια των Νεοτούρκων να αποσπάσουν την υποστήριξη των Βούλγαρων και να κινηθούν από κοινού εναντίον τον Ελλήνων. Πρόκειται για πρωτοβουλία Τούρκων ενόπλων να αντισταθούν και να δημιουργήσουν μία δυτικοθρακιώτικη κυβέρνηση που έμεινε γνωστή και ως Κράτος της Οργάνης από την ίδρυσή του στο αντίστοιχο χωριό, την Οργάνη της Ροδόπης. Αυτό το εγχείρημα έληξε άδοξα μέσα σε λίγες μέρες.Η ρεαλιστική προσέγγιση του Ελευθερίου Βενιζέλου στο θέμα της διαμόρφωσης των ηπειρωτικών συνόρων μεταξύ των δύο χωρών απέτρεψε με σταθερά βήματα τις πολλαπλές απαιτήσεις των Τούρκων. Οι διαμορφωμένες εθνολογικές συνθέσεις των πληθυσμών στην ανατολική Θράκη με την υπεροχή του μουσουλμανικού στοιχείου μετά τη μετανάστευση των μουσουλμάνων της Βοσνίας [η πρώην πρωθυπουργός της Τουρκίας Τανσού Τσιλέρ γνωστή με τα γεγονότα στα Ίμια, είναι Βόσνια] όσο και η υπεροχή του  ελληνικού στοιχείου δυτικά του Έβρου επέτρεψαν στο Βενιζέλο να αντικρούσει με λογικά επιχειρήματα τις απαιτήσεις των Τούρκων και με  τη Συνθήκη της Λωζάνης τα σύνορα έλαβαν την οριστική και τελική τους μορφή. Η Ανατολική Θράκη πέρασε στην Τουρκία και η Δυτική Θράκη παρέμεινε στην ελληνική κυριαρχία. 

Η ιστορική καταγραφή των γεγονότων μας οδηγεί στο σήμερα όπου τόσο η γεωστρατηγική θέση της Δυτικής Θράκης, όσο και το πληθυσμιακό μωσαϊκό συνηγορούν στο ότι η περιοχή μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει έναν καίριο ρόλο ως γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, ως γέφυρα μεταξύ λαών και κρατών.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του Τούρκου καθηγητή Baskin Oran, κατά τον οποίο: “η μειονότητα πρέπει στο μέλλον να μην υποτιμήσει το γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης είναι Έλληνες πολίτες τουρκικής καταγωγής και μουσουλμανικού θρησκεύματος. Αν, αντίθετα, προσπαθήσει να υπερτονίσει την τουρκικότητά της με την έννοια της άμεσης σύνδεσής της με την κρατική υπόσταση της Τουρκίας και όχι με την κοινή εθνική καταγωγή, τότε θα χάσει και τους υποστηρικτές της στη διεθνή σκηνή. Εξάλλου αυτή είναι η μόνη προοπτική που θα οδηγήσει στην ευημερία της ίδιας της μειονότητας”.

Γιατί όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα, πέρα του άρθρου 2  του Ελληνικού Συντάγματος που σαφέστερα στη παρ. 1 προβλέπει ότι “ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας”.Επίσης κατοχυρώνονται  από το άρθρο 18 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ως ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης και θρησκείας, όπως και το  άρθρο 27 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Αστικά και Πολιτικά δικαιώματα (UNOHCHR, 1966) που αναφέρεται σε μειονότητες, αν και δεν αναφέρεται στις «εθνικές» μειονότητες, αλλά περισσότερο στις γλωσσικές, θρησκευτικές ή εθνοτικές μειονότητες.Επίσης αναφορά πρέπει να γίνει στο άρθρο 5,παρ.2 του Ελληνικού Συντάγματος και στο άρθρο 14 του ΕΔΔΑ. 

Για να καταλάβουμε τώρα τι ακριβώς συμβαίνει απεναντίας στην σύμμαχο χώρα στο ΝΑΤΟ Τουρκία, σχετικά με τις μειονότητες, γιατί δεν θα αναφερθούμε εδώ για τις γνωστές φυλακίσεις και εκτοπίσεις του σήμερα, όλων αυτών που τους θεωρεί ως εχθρούς του, το καθεστώς Ερντογάν, το περιγράφει το παρακάτω απόφθεγμα δημοσίευσης του ναζιστικού κόμματος:

«Το μειονοτικό πρόβλημα στην Ανατολία λύθηκε με ένα απλό τρόπο… Μόνο μέσω του αφανισμού των ελληνικών και αρμενικών φυλών της Ανατολίας υπήρξε δυνατή η δημιουργία ενός τουρκικού εθνικού κράτους και ο σχηματισμός ενός ατόφιου τουρκικού κοινωνικού σώματος μέσα σε ένα κράτος».*

* Stefan Ihrig, (2014). Atatürk in the Nazi Imagination. Belknap Press of the Harvard University Press, σελίδες 183–184.Για να δικαιολογήσουν αυτή τη συμπεριφορά οι Τούρκοι, όπως ο τούρκος ιστορικός Τανέρ Ακτσάμ αναφέρει ότι επικαλούνται «το σύνδρομο των Σεβρών» δηλαδή μία συνεχιζόμενη αντίληψη ότι «υπάρχουν δυνάμεις που επιδιώκουν συνεχώς να μας διαλύσουν και να μας καταστρέψουν, ενώ είναι απαραίτητη η υπεράσπιση του κράτους ενάντια σε αυτό το κίνδυνο.» 

Ενώ λοιπόν όπως είδαμε ότι η Συνθήκη της Λωζάνης ξεκάθαρα ομιλεί για Έλληνες της Κωνσταντινούπολης [οπότε ο Τσαβούσογλου δεν μας έκανε χάρη] γιατί με τις συνταγματικές αλλαγές (Tanzimat) που είχαν συμβεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τα μέσα του 19ου αιώνα, είχε συμβεί ήδη το πέρασμα από τα μιλλέτ (millet), δηλ. τις θρησκευτικές οντότητες των οθωμανών υπηκόων με τα προνόμια και έτσι με την Συνθήκη της Λωζάνης διαμορφώθηκε η έννοια της μειονοτικής κοινότητας (cemaat) πλέον στο τουρκικό κράτος. 

Με τη συνθήκη της Λωζάνης λοιπόν διαμορφώθηκε ένα «καθεστώς μειονότητας» για τους εναπομείναντες ορθόδοξους πληθυσμούς στην Τουρκία και έτσι ουσιαστικά συγκροτείται η μειονότητα των Ελληνοορθοδόξων. Δημιουργείται δηλαδή ένα θεσμικό πλαίσιο διεκδίκησης δικαιωμάτων στην ετερότητα· ένα πλαίσιο οργάνωσης των θεσμών που εξασφαλίζουν τη «διαφορετική» εκπαίδευση, τη «διαφορετική» λατρεία κ.λπ. και τις μορφές αλληλεγγύης που προκύπτουν από αυτά. Σε αυτό το νέο πλαίσιο η «νέα» μειoνότητα έκανε προσπάθειες αναπροσαρμογής στις νέες συνθήκες, ειδικά όταν ο Κεμάλ έφερε ένα νέο Σύνταγμα όπου ο τουρκισμός ήταν βασική προϋπόθεση του νέου κράτους, που έκτοτε είναι γνωστά τα πογκρόμ (αναφέραμε μερικά στην αρχή του άρθρου) που πέρασε μέχρι τις μέρες μας ο Ελληνισμός της Πόλης, χωρίς κανείς να μιλά για τα ανθρώπινα δικαιώματα τους και δυστυχώς και η Ελληνική Πολιτεία. 

Πέρασε δηλαδή από το millet των ortodoks hristiyan (ορθόδοξων χριστιανών) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πριν το Tanzimat, στην εθνική κοινότητα των ρωμιών, «rum» όπως αποκαλείται ακόμη αυτή από τους τούρκους μελετητές. Τελευταία το επίσημο τουρκικό κράτος μεταχειρίζεται στην ένδειξη «θρησκεία» στις ταυτότητες, απλά την λέξη hristiyan, δηλ. χριστιανός, χωρίς να ορίζει το δόγμα του πολίτη της Τουρκικής Δημοκρατίας, ενώ από το 1923 το θρήσκευμα καταγραφόταν ως ”rum ortodoks“, δηλαδή «ελληνοορθόδοξος». Μετά το 2016 έχει καταργηθεί η αναγραφή θρησκεύματος στις τουρκικές ταυτότητες όπως εδώ. 

Μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) και την ίδρυση της Τουρκικής δημοκρατίας το Οικουμενικό Πατριαρχείο συνεχίζει τη δράση του ως θρησκευτικό και πνευματικό μόνο καθίδρυμα. Ο Πατριάρχης εξακολουθεί να φέρει τον επίσημο τίτλο «ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης». [Δηλαδή δεν πρόκειται για Πρώτη και Δεύτερη Ρώμη για να υπάρξη Τρίτη, όπως την διεκδικεί η Μόσχα  αλλά για μία Ρώμη, Παλαιά και Νέα.]

Από του 1923 και εξής η τουρκική μεταπολίτευση επέφερε αλλαγές και στην εσωτερική διοίκηση του Πατριαρχείου. Οι Γενικοί Κανονισμοί του 1860 έπαυσαν να ισχύουν, που αυτοί τότε, είχαν βάλει τέλος στα προνόμια του Πατριαρχείου όπως είχαν δοθεί μετά  την Άλωση και ο Πατριάρχης έχει πλέον μόνο θρησκευτική εξουσία και ευθύνη και δεν είναι εκπρόσωπος των Ορθόδοξων Ελλήνων. Επομένως, δεν ήταν πλέον σε θέση να ενεργεί ως μεσάζων μεταξύ των τουρκικών επίσημων αρχών και της ελληνικής κοινότητας όπως συνέβαινε από τα έτη 1860/1862, όταν επικυρώθηκαν από την Υψηλή Πύλη και ετέθησαν σε πλήρη εφαρμογή οι λεγόμενοι «Εθνικοί ή Γενικοί Κανονισμοί», όπου εισήχθη στη διοίκηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και το λαϊκό στοιχείο, το οποίο μετείχε στο «Διαρκές Εθνικό Μικτό Συμβούλιο» και συνακόλουθα και στην εκλογή του εκάστοτε νέου Οικουμενικού Πατριάρχη.

 Κατά την περίοδο εκείνη των «Εθνικών ή Γενικών Κανονισμών», δηλαδή από το 1860 και μέχρι το 1923, με την εκλογή Ιωακείμ του Β΄ (1860) και μέχρι το 1921 με την εκλογή Μελετίου του Δ΄ (Μεταξάκη), του οποίου η ανάδειξη στο πατριαρχικό αξίωμα λόγω του Μικρασιατικού Μετώπου και της κατάρρευσης του σουλτανικού θεοκρατικού καθεστώτος έγινε με ευρύτερη εφαρμογή των σχετικών άρθρων των «Γενικών Κανονισμών», ο κατάλογος των υποψηφίων σε κάθε πατριαρχική εκλογή, αφού τον υπέβαλαν προς έγκριση στην Υψηλή Πύλη, η οποία μπορούσε να διαγράψει ή όχι κάποιον ή κάποια από τα ονόματα των υποψηφίων Αρχιερέων, μετά επιστρεφόταν στο Πατριαρχείο και στη συνεχεία ελάμβανε χώρα η εκλογή του νέου Πατριάρχη από την λεγόμενη «Εκλογική Συνέλευση» ή «Κληρικολαϊκή Εκλογική Συνέλευση».

   Μετά το 1923, όταν καταργήθηκαν οι «Εθνικοί ή Γενικοί Κανονισμοί» του 1860, ως συνεπακόλουθο αποτέλεσμα της κατάλυσης του Χαλιφάτου  των Οσμανιδών και εγκαθιδρύθηκε η λαϊκή τουρκική δημοκρατία, όπως ήταν αναμενόμενο, άλλαξε και το καθεστώς ή το σύστημα της πατριαρχικής εκλογής, που θεωρητικά ανήκει στον εκάστοτε Νομάρχη. 

Σχετικά για  τον όρο που έβαλαν στο πρωτόκολλο VI  

 Θέλουσι θεωρηθή ως Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως, πάντες οι Έλληνες οι εγκατεστημένοι ήδη προς της 30ης Οκτωβρίου 1918, εν τη περιφέρεια της Νομαρχίας Κωνσταντινουπόλεως, ως αύτη καθορίζεται δια του νόμου του 1912.

Δεν έμειναν τότε όλοι οι Έλληνες της Πόλης γιατί οι Τούρκοι ζητούσαν πιστοποιητικό διαμονής και κατοικίας από τους Έλληνες παρερμηνεύοντας  την λέξη «εγκατεστημένοι», établis στο επίσημο γαλλικό κείμενο της  Συνθήκης, δηλαδή διαμονή πραγματική ( de fait) χωρίς καμία νομική διατύπωση,  αντίθετα έδιναν στη λέξη «εγκαταστημένοι» την τουρκική ερμηνεία ως domiciliés, δηλαδή εγκατάσταση νομική σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους του κράτους μετά την Συνθήκη της Λωζάνης. 

Γιατί μέχρι τότε οι Έλληνες δεν ήταν εγγγεγραμμένοι  στη Νομαρχία Κωνσταντινούπολης λόγω των «Γενικών Κανονισμών» , αλλά στα  ληξιαρχικά γραφεία των κατά τόπους ρωμαίικων κοινοτήτων της Πόλης,  γιατί οι  ενορίες είχαν το δικαίωμα να εκδίδουν διαβατήρια και κάρτες διαμονής (tezkere-i osmaniye). Γιατί η ενορία μέχρι τότε αποτελούσε  την πρώτη μόνο φάση της διοικητικής διαδικασίας. Τα οριστικά έγγραφα, σε τουρκική γλώσσα, εκδίδονται από το αρμόδιο «Οθωμανικό Γραφείο» του Πατριαρχείου με βάση πληροφορίες που περιέχονται στα ενοριακά πιστοποιητικά.

Τέλος, όπως σαφώς συνάγεται από το ληξιαρχικό νόμο του 1902, οι απογραφές του μη μουσουλμανικού πληθυσμού της αυτοκρατορίας υπάγονταν επίσης στη δικαιοδοσία των επιμέρους κοινοτικών αρχών. Τα ληξιαρχικά γραφεία των ορθόδοξων ενοριών συνέτασσαν τους σχετικούς καταλόγους πριν τους διαβιβάσουν προς περαιτέρω επεξεργασία στις αρμόδιες υπηρεσίες του Πατριαρχείου, οι οποίες, με τη σειρά τους, θα ενημέρωναν τη Διεύθυνση Πληθυσμού (Nüfus Müdürlüğü) του αυτοκρατορικού υπουργείου Εσωτερικών (Dahiliye Nezareti).Η τουρκική αβρότητα και οι σχέσεις καλής γειτονίας φαίνεται επίσης και από το εξής στοιχείο. Το Fener Rum Patrikliği  όπως αποκαλείται το Πατριαρχείο στα τουρκικά, βρίσκεται στην οδό «Dr. Sadik Ahmet » όπως το 2010 μετονομάστηκε ο δρόμος. 

[Ήταν  μουσουλμάνος βουλευτής της Δυτικής Θράκης. Είναι γι’ αυτούς ίσως ο «ήρωας» που μιλούσε ανοιχτά για τα δίκαια της τουρκικής (ανυπάρκτου κατά την συνθήκη της Λωζάνης) μειονότητας στο Ελληνικό κοινοβούλιο.] 

Πριν όμως η οδός λεγόταν «Αλή Πασά Μπενδερλή» που ήταν ο  Μέγας Βεζύρης του Σουλτάνου όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση. Στο έργο τού Σκαρλάτου Βυζαντίου «Κωνσταντινούπολις» στον Β’ τόμο (1862, σελίς 49) διαβάζουμε ποιός ήταν :

«Αλή Πασάς (Μπενδερλή), διορισμένος σατράπης εν τη Ασία, μόλις έφθασεν εις Κων/πολιν τη 9η Απριλίου 1821, και τη δεύτερη αμέσως ημέρα, Κυριακή του Πάσχα, διέταξε και κρέμασαν εν τη μεσαία του Πατριαρχείου Πύλη τον Πατριάρχην Γρηγόριον τον Ε΄ επί τω λόγω ότι είχε λάβει «πιθανώς» μέρος εις την επανάστασιν των συμπατριωτών του, ή μάλλον προς αντεκδίκησιν, διότι οι Έλληνες συλλάβοντες τον Μολλάν της Μέκκας, δια θαλάσσης επανερχόμενον εν πλήρει των γεγονότων αγνοία εις Κωνσταντινούπολιν εξ Αλεξανδρείας, τον φόνευσαν σκληρότατα μεθ’ όλης του της οικογενείας. Αλλά μετά δέκα ημέρας, τη 18η Απριλίου, μηδενός προσδοκώντος, επαύθη αίφνης ο Βεζύρης και εξορισθείς εις Κύπρον, εφονεύθη εκεί μετά δύο μήνας και η κεφαλή του εξετέθη επί δίσκου εις την κόγχην του Μπάμπ-ι-Χουμαγιούν (Υψηλή Πύλη) ως προδότου, διότι είχε προσπαθήσει να εξουδετερώσει την επιρροή του Χαλέδ-Εφέντη και του Μπερμπέρ-μπασή, ευνοουμένων του Σουλτάνου.

Φανταστείτε  η οδός μπροστά στην Τουρκική Πρεσβεία να την μετονόμαζε ο Δήμος Αθηναίων, σε οδό «Γενοκτονίας Αρμενίων και Ποντίων» πώς θα το σχολίαζε η γείτονα χώρα. Βέβαια επί δικτάτορα  Ι. Μεταξά η οδός Αποστόλου Παύλου στη Θεσσαλονίκη, είχε μετονομαστεί σε Κεμάλ Ατατούρκ [sic] μέχρι τα Σεπτεμβριανά του 1955. 

Όσον αφορά το θέμα της γενοκτονίας ιστορικά  οι  μεγάλες δυνάμεις της Δύσης παρά τη διακήρυξη τους το Μάιο του 1915 που πίεζαν την Τουρκία, να αποδεχτεί για τη συστηματική εξόντωση των Αρμενίων εκ μέρους της και να ασκήσει διώξεις, τελικά υπαναχώρησαν γιατί ενδιαφέρονταν πολύ περισσότερο να κερδίσουν την εύνοια της Κεμαλικής κυβέρνησης. ΄Έτσι η Γαλλία –και ως δορυφόρος η Ιταλία-υπονόμευσαν κυρίως τις προσπάθειες της Μεγάλης Βρετανίας και σε μικρότερο βαθμό αυτές των Ηνωμένων Πολιτειών στο να αποδοθεί δικαιοσύνη. Είναι χαρακτηριστικό ότι για περίπου δυο χρόνια η Μεγάλη Βρετανία κράτησε 130 Τούρκους κρατούμενους στη Μάλτα περιμένοντας να δικαστούν αλλά όταν ο Κεμάλ κατόρθωσε να πιάσει Βρετανούς αιχμάλωτους, μεταξύ αυτών ένα συγγενή του Λόρδου Κέρζον, υπουργού Εξωτερικών της Βρετανίας, τότε αναγκάστηκαν να τους απελευθερώσουν στα πλαίσια ανταλλαγής αιχμαλώτων και λόγω νομικού πλαισίου για την καταδίκη των. 

Το 1920 είχε ήδη εγκαταλειφθεί η βούληση των πρώην νικητών να διώξουν τους εγκληματίες, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι η αρμενική κυβέρνηση δεν συμμετείχε καν στη Συνθήκη των Σεβρών, αφού δεν είχε ποτέ κηρύξει πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αλλά ούτε οι δίκες που έγιναν στη Τουρκία την περίοδο 1919-1921 έδωσαν απάντηση στα δίκαια αιτήματα δίωξης και τιμωρίας για τα εγκλήματα που έλαβαν χώρα από το 1914 και μετά στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι πρώτες δίκες έλαβαν χώρα σε περιφερειακά δικαστήρια, με πιο χαρακτηριστική την δίκη στις 5.2.1919 στο Yozgat, περιφέρεια της Άγκυρας, σε βάρος τριών Τούρκων αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένου και του Κυβερνήτη, για μαζικές εκτελέσεις  και λεηλασίες σε  βάρος Αρμενίων. Οι καταδίκες που ανακοινώθηκαν στις  8 Ιουλίου  1919 και ο δημόσιος  απαγχονισμός του κυβερνήτη  της περιοχή οδήγησαν στις πρώτες διαδηλώσεις με  την κοινή γνώμη  να καταγράφει  τις εκτελέσεις  ως υποχώρηση του Σουλτάνου  προς την  Αντάντ Από  τις πιο σημαντικές  συνολικά, ήταν η δίκη που  έλαβε χώρα  στο Στρατοδικείο της Κωνσταντινούπολης  στις   18  Απριλίου  1919, αφού  ανάμεσα  στους δώδεκα  κατηγορούμενους ήταν στελέχη  των Ενωτικών ( CUP) [δηλαδή Νεότουρκοι] και πρώην   Υπουργοί.  Εκεί παρουσιάστηκε  για πρώτη  φορά η οργανωτική δομή  της   CUP,  η οποία, μέσω ενός  μυστικού δικτύου, εκτελούσε  όλες τις  παράνομες ενέργειες (εκτοπισμούς, πολιτικές εθνοκάθαρσης, λεηλασίες περιουσιών κ.α.).  Από τους κατηγορούμενους, δηλαδή η τριανδρία των Νεότουρκων οι Talaat Pasha (Υπ.Εσωτερικών), Enver Pasha (Υπ.Πολέμου), Jemal Pasha Κυβερνήτης στο Aleppo (Χαλέπι) και ακόμη τέσσερις -οι πιο σημαντικοί δηλαδή κατηγορούμενοι-δικάσθηκαν ερήμην. Αργότερα και οι τρεις της τριανδρίας έπεσαν από τα πυρά Αρμενίων πατριωτών στο πλαίσιο Επιχείρησης Νέμεσις της Αρμενικής Αντίστασης. 

Είναι ντροπή για τους συμμάχους της Αντάντ που περιλαμβάνει η Συνθήκη της Λωζάνης όμως το πρωτόκολλο VIII που εξισώνει τους θύτες με τα θύματα. 

Η ΔΗΛΩΣΙΣ ΠΕΡΙ ΑΜΝΗΣΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΝ

ΥΠΟΓΡΑΦΕΝΤΑ ΤΗ 24Η ΙΟΥΛΙΟΥ 1923

Των υπογραψασών την υπό σημερινήν ημερομηνίαν Συνθήκην Ειρήνης Δυνάμεων διαπνεόμενων εξ ίσου υπό της επιθυμίας όπως ρίψωσιν εις λήθην τα γεγονότα, άτινα διετάραξαν την ειρήνην εν Ανατολή.

ΟΙ ΥΠΟΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟΙ, ενεργούντες δυνάμει των πληρεξουσίων αυτών, συνεφώνησαν όπως προβώσιν εις την επομένην δήλωσιν:

1.Ουδείς κατοικών ή κατοικήσας εν Τουρκία και, αντιστοίχως, ουδείς κατοικών ή κατοικήσας εν Ελλάδι, θέλει ενοχληθή ή κακοποιηθή εν Τουρκία και, αντιστοίχως, εν Ελλάδι, υφ’ οιανδήποτε πρόφασιν, λόγω της στρατιωτικής ή πολιτικής αυτού διαγωγής, ή λόγω οιασδήποτε βοηθείας, παρασχεθείσης τυχόν εις ξένην τινά Δύναμιν, εκ των υπογραψασών την υπό σημερινήν ημερομηνίαν Συνθήκην Ειρήνης, ή εις τους υπηκόους αυτής, μεταξύ της 1ης Αυγούστου 1914 και της 20ης Νοεμβρίου 1922.

2.Ουδείς των κατοίκων των εκ της Τουρκίας αποσπώμενων εδαφών δυνάμει της ρηθείσης περί Ειρήνης Συνθήκης θέλει ωσαύτως ενοχληθή ή κακοποιηθή, είτε λόγω της δυσμενούς ή ευμενούς προς την Τουρκίαν πολιτικής ή στρατιωτικής διαγωγής αυτού, κατά την μεταξύ της 1ης Αυγούστου 1914 και 20ης Νοεμβρίου 1922 χρονικήν περίοδον, είτε λόγω του διακανονισμού της υπηκοότητας αυτού δυνάμει της αυτής Συνθήκης.

3. Πλήρης και τελεία αμνηστεία θέλει αμοιβαίως χορηγηθή υπό της Τουρκικής και της Ελληνικής Κυβερνήσεως δια παν διαπραχθέν κατά την αυτήν χρονικήν περίοδον κακούργημα ή πλημμέλημα προφανώς συναφές προς πολιτικά γεγονότα λαβόντα χώραν διαρκούσης της περιόδου ταύτης. 

Σήμερα η πλειοψηφία των μουσουλμάνων στην Τουρκία μοιάζουν με τους Ουμαγιάδες του δεκάτου εβδόμου αιώνα. Η προσευχή, όπως λέει το Κοράνι, είναι μια πράξη προσωπικής εξέγερσης έναντι της αδικίας. Οι Ουμαγιάδες αντίθετα εξελάμβαναν την καθημερινή προσευχή σαν πράξη υπακοής προς τον Σουλτάνο, το κράτος, την εξουσία. 

Επίσης αναφορικά με τις σχέσεις Τουρκίας – ΗΠΑ, το Κρεμλίνο έχει θέσει υπό στρατηγική ομηρία το ΝΑΤΟ μέσω της ομηρίας της Τουρκίας, η οποία από »geopolitical pivot»(γεωπολιτικό άξονα) είχε εξελιχθεί σε »geostrategic active player» (γεωπολιτικο ενεργό παίκτη) βάσει της ορολογίας του Brzezinski. Η Τουρκία όμως έχοντας αναθεωρήσει την πολιτική της που μαζί με αυτήν, υπέσκαψε τα αμερικανικά συμφέροντα με τις ευλογίες της Μόσχας. Η νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ επηρεάζεται άμεσα από τη Ρωσία ενώ και στη Συρία, ο Putin είναι ο απόλυτος κυρίαρχος.

Η Αμερική πλέον, είναι σε φάση αναστοχασμού για το ρόλο της Τουρκίας και για τις ευρύτερες αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Ο πρόεδρος Τrump μπορεί να είχε κάποιες ειδικές σχέσεις με τον Τούρκο πρόεδρο όμως το αμερικανικό πολιτικό σύστημα κατανόησε ότι το μείγμα πολιτικής που πρότεινε ο Brzezinski δεν ήταν εύστοχο. Οι λανθασμένες υποθέσεις εργασίας από τις οποίες ξεκίνησε ήταν η δεδομενοποίηση της Τουρκίας ως αξιόπιστης συμμάχους, αγνοώντας αυτό που σήμερα ονομάζεται »Quantum Geopolitics». Περιφρόνησε δηλαδή ότι τα κράτη μπορούν να είναι ταυτόχρονα χώρες που έχουν τους πόρους και τη θέληση να επεκταθούν, και χώρες που μπορούν να γίνουν τοποτηρητές μεγάλων δυνάμεων.

Επίσης, παραγνωρίστηκε μια πολύ σημαντική αρχή του πολιτικού ρεαλισμού που είναι πως τα κράτη προσπαθούν σε κατάσταση διεθνούς αναρχίας να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη τους και να κατοχυρώσουν όλο και περισσότερους πόρους, οι οποίοι θα αυξήσουν με τη σειρά τους τη διαθέσιμη ισχύ. Ο Edward Luttwak είχε προειδοποιήσει την χώρα του την Αμερική σαν στρατηγιστής, πως η αναγνώριση »συμμάχων» και »εχθρών» ήταν η Αχίλλειος πτέρνα των ΗΠΑ σε πολλές στιγμές της ιστορίας τους. Πλέον οι ΗΠΑ έχουν κατανοήσει ότι η Τουρκία είναι πολύ ακριβή για να τη θεωρούν »γεωπολιτικό μονόδρομο».

Μέσα στα πλαίσια αυτά ήρθε και η δήλωση Μπάιντεν για την Γενοκτονία των Αρμενίων έστω και καθυστερημένα.  Τα επιχειρήματα της Τουρκίας δεν στηρίζονται λοιπόν στο Διεθνές δίκαιο αλλά σε απόψεις που έχουν αναπτύξει για να υποστηρίξουν μια νεοαυτοκρατορική πολιτική που ασκούν και απέναντι και σε άλλες χώρες που έχουν την ατυχία να συνορεύουν μαζί της [Συρία, Ιράκ, Αρμενία και λίγο μακρύτερα στη Λιβύη] πέρα από εμάς. Έτσι θα πρέπει να γνωρίζουμε τις Συνθήκες (που είναι μέρος του Διεθνούς Δικαίου) και στα θέματα εξωτερικής πολιτικής όλα τα πολιτικά κόμματα να έχουν κοινές θέσεις που θα κτίζονται σε μικτές επιτροπές που θα βγάζουν ομόφωνες αποφάσεις. Γιατί απλά τα θέματα εξωτερικής πολιτικής είναι θέματα εθνικής πολιτικής, αν θέλουμε να διατηρήσουμε τα χαρακτηριστικά μας ως πολίτες ενός έθνους και όχι απλοί καταναλωτές υπηρεσιών και προϊόντων πολυεθνικών εταιρειών ως επί το πλείστον.Και πάνω απ’ όλα, μη ξεχνάμε αυτό που φώναζε ο Α. Ιωαννίδης, σύμβουλος του Ελ. Βενιζέλου στη διάσκεψη της Λωζάνης που οι διαπραγματεύσεις κράτησαν έξι μήνες ότι:

«Το πρόβλημα των σχέσεών μας προς την Τουρκίαν είναι πρόβλημα ανδρισμού. Αν τους δείξωμεν τον ανδρισμόν μας, μάς δείχνουν τα οπίσθιά των. Αν τους δείξωμεν τα οπίσθιά μας, μάς δείχνουν τον ανδρισμόν των«.