Κυριακή 30 Απριλίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η νέα δίκη του Νίκου Μπελογιάννη

Του Νίκου Λακόπουλου

«Αγωνιστήκαμε δίχως να γνωρίσουμε ύπνο

για να προφτάσουμε  την Αυγή και το Αύριο,

και να δημιουργήσουμε νέους χρόνους και εποχές,

στο μπόι των ονείρων μας, στο μπόι των ανθρώπων!».

Νίκος Μπελογιάννης

“Ο Μπελογιάννης αγωνίστηκε για να επιβάλει τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό στη χώρα. Καταδικάσθηκε δις εις θάνατον από στρατοδικείο της εποχής και εκτελέσθηκε ως κατάσκοπος ξένης δυνάμεως, της ΕΣΣΔ. Αν εκτελέσθηκε δικαίως ή αδίκως, είναι ένα ζήτημα. Η συσχέτισή του όμως με τις «δημοκρατικές αξίες» είναι ένα άλλο”.

Δεν είναι από την σελίδα της Χρυσής Αυγής που ένας βουλευτής της θα κατεδαφίσει το Μουσείο Μπελογιάννη στην Αμαλιάδα. Είναι από άρθρο του Τάκη Θεοδωρόπουλου στην Καθημερινή που ήρθε να συνδράμει τον Στ. Κασιμάτη στην ίδια εφημερίδα. ‘Έ, όχι και σύμβολο της Δημοκρατίας!””

“Αυτοί τη δουλειά τους κάνουν. Κέρδισαν τον Εμφύλιο το 1981, αναγνωρίστηκε η «Εαμοκρατία» στην ύπαιθρο ως «εθνική αντίσταση» και, έκτοτε, συστηματικά συγχέουν την πραγματική δημοκρατία, όπως αναπτύχθηκε στη Δύση, με τις στυγνότερες δικτατορίες που γνώρισε ο 20ός αιώνας. Επιβάλλουν σταδιακά -και το έχουν ήδη καταφέρει― τη δική τους, μεροληπτική ανάγνωση της Ιστορίας”.

Toυλάχιστο η Χρυσή Αυγή, τα λέει πιο ντόμπρα. Η “Εαμοκρατία” ήταν αυτή που πολέμησε τον φασισμό. Η “Δημοκρατία” του μετεμφυλιακού κράτους ήταν επίσης φασισμός με κοινοβουλευτικό μανδύα και το Παρακράτος που οδήγησε στο εκτελεστικό απόσπασμα τον Νίκο Μπελογιάννη, όχι επειδή ήταν …κατάσκοπος “ξένης δυναμεως”, αλλά επειδή ήταν κομμουνιστής.

«Αν είχε επικρατήσει η άλλη παράταξη δεν θα επιτρεπόταν όχι να πω αυτά, αλλά ούτε να τα σκεφτώ» συνέχισε εν μέσω χειροκροτημάτων του Μάκη Βορίδη θα πει ο πρώην υπουργός Τασούλας στη Βουλή συμπληρώνοντας την ανακοίνωση της ΟΝΝΕΔ ότι “ο Αλέξης Τσίπρας επιλέγει σήμερα, ως γνήσιος εκφραστής μετεμφυλιακών συμπλεγμάτων, να υμνήσει έναν πρωταγωνιστή των ετών του διχασμού, πιστός στην επαίσχυντη και εκδικητική συνθηματολογία του ακροατηρίου του «ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, Μελιγαλάς»».

Ο Διχασμός οφείλεται -όπως φαίνεται- στην Αριστερά κι ο Μπελογιάννης “αγωνίστηκε να επιβάλλει τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό”, αλλά ούτε αυτό προκύπτει από πουθενά, ούτε το τι θα συνέβαινε “αν είχε επικρατήσει η άλλη παράταξη””. Πολύ περισσότερο δεν αποδείχτηκε η “κατασκοπεία” -για ποιo άραγε λόγο; Αυτό που αποδεικνύεται είναι πως από τότε ως σήμερα έχουμε πιο μικρόψυχη Δεξιά, όσο και μικρόψυχη Αριστερά.

 H παραληρηματική λογική του “κομμουνιστικού κινδύνου” δέχεται αυθαίρετα πως η “ξένη δύναμη” θα εισέβαλε στην Ελλάδα και ο Μπελογιάννης κατασκόπευσε για λογαριασμό της. Αλλά αυτά είχαν ήδη καταρρεύσει στην δίκη του όπου η υπεράσπισή του έδειξε πως τα “μυστικά” που κατασκόπευε ήταν οι …δείκτες πληθωρισμού που είχαν δημοσιεύσει οι εφημερίδες της εποχής.

Για όσους θεωρούν τον Νίκο Μπελογιάννη -που τίμησε με την υποστήριξή του ο Ντε Γκολ- “σφαγέα” θα πρέπει να θυμίσουμε πως ο Μπελογιάννης δεν ήταν ο εκτελεστής. Ήταν αυτός που εκτελέστηκε -μετά από δύο δίκες παρωδία. Δύο γιατί στη διάρκεια της πρώτης -που δεν δικαιολογούσε την ποινή του θανάτου- επινοήθηκε η κατηγορία για την δεύτερη αυτή της “κατασκοπείας”.

Οι νέοι δικαστές του Μπελογιάννη δεν μπαίνουν σε τέτοιες λεπτομέρειες. Τον έχουν δικάσει και τον έχουν καταδικάσει σε θάνατο, αν και ο ίδιος ο μετέπειτα δικτάτορας Παπαδόπουλος ως στρατοδίκης μειοψήφισε αρνούμενος να του επιβληθεί μια τέτοια ποινή.

Στην πραγματικότητα οι νέοι δικαστές του Μπελογιάννη δικάζουν όλους τους κομμουνιστές της εποχής, αλλά και τους ΕΑΜίτες που δεν ήταν κομμουνιστές. Η κατηγορία δεν είναι άλλη από την συμμετοχή στον αντιφασιστικό αγώνα που -τι να κάνουμε- έγινε από ΕΛΑΣ-ίτες σαν τον Μπελογιάννη. Το νέο στοιχείο αυτής της ιδεοφοβικής συμπεριφοράς είναι πως η απενοχοποιημένη Δεξιά δεν αρκείται στην άφεση αμαρτιών. Θέλει να ενοχοποιήσει, να εξοντώσει -και πάλι- την Αριστερά.

Οι τιμωροί του Μπελογιάννη δικάζουν όλο το κομμουνιστικό κίνημα και προεξοφλούν πώς ο αγώνας απέναντι στο νέο φασισμό θα οδηγούσε σε ολοκληρωτικό καθεστώς, αλλά αυτό δεν προκύπτει από πουθενά. Είναι μια φαντασίωση, όσο και ο “κομμουνιστικός κίνδυνος”. Το αντίθετο συνέβη όταν οι ΕΛΑσίτες, οι «εχθροί της Δημοκρατίας», κατέθεσαν τα όπλα. Αλλά ποιοι ήταν οι «φίλοι της Δημοκρατίας»;

Στις 11 Νοεμβρίου 1947 η Daily Mirror δημοσιεύει μια φωτογραφία που δείχνει κυνηγούς κεφαλών πάνω σε άλογα να κρατούν  από τα μαλλιά κομμένα κεφάλια γυναικών. Πηγαίνουν να τα εκθέσουν  στην πλατεία και να εισπράξουν την αμοιβή τους. Ένα βιβλιαράκι  38 σελίδων της χωροφυλακής δίνει οδηγίες στους κυνηγούς των κομμουνιστών: «Τα πτώματα θα ερευνώνται λεπτομερώς. Ακολούθως θα αποκεφαλίζονται,  αι δε κεφαλαί θα τοποθετούνται εντός σάκκων και θα μεταφέρονται εις τας κατά τόπους υποδιοικήσεις διά να εκτεθούν εις κοινήν θέαν».

Το αντάρτικο έχει ηττηθεί, αλλά ο Εμφύλιος δεν έχει τελειώσει. Περίπου 13.000 αιχμάλωτοι των νικητών βρίσκονται στη Μακρόνησο,
ανάμεσά τους ο αρχηγός του ΕΛΑΣ Στέφανος Σαράφης κι ο Ηλιού, και σπάνε πέτρες για να φτιάξουν ένα δρόμο που δεν οδηγεί πουθενά. Μια πετυχημένη «επιχείρηση αναβάπτισης» με βασανιστήρια, τον Οκτώβριο του 1949, θα αποδώσει πολλές δηλώσεις μετανοίας, δεκαεφτά νεκρούς, τριάντα απόπειρες αυτοκτονίας, εξακόσιους σακάτηδες με σπασμένα κόκαλα και διακόσιους  πενήντα τρελούς.

Η σφαγή θα τελειώσει με 50.000 νεκρούς, 80.000 τραυματίες, 50.000 κατεστραμμένες κατοικίες, διακόσιες πενήντα κατεστραμμένες
βιομηχανίες, 2.000 καμένα σχολεία, δύο εκατομμύρια νεκρά ζώα. Οι πρόσφυγες στην Ελλάδα είναι μισό εκατομμύριο. Οι εξόριστοι 17.000 «ισοβίτες», 5.500 υπόδικοι και 13.000 κρατούμενοι χωρίς καμιά κατηγορία εις βάρος τους.

Ο Εμφύλιος δεν παρέδωσε μόνο την εξουσία από τους νικητές στους ηττημένους. Παρέδωσε τα σπίτια και τις περιουσίες δεκάδων χιλιάδων προσφύγων που αναγκάστηκαν να εκπατριστούν. Ακόμα και τις κόρες τους, τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Όσοι δε σκοτώθηκαν και δεν εξορίστηκαν θα ήταν για τις επόμενες δεκαετίες πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Η στρατιωτική ήττα της Αριστεράς θεμελιώνει το μετεμφυλιακό κράτος. Το Κομμουνιστικό Κόμμα παραμένει παράνομο μέχρι
το 1974. Απαγορεύεται σε κομμουνιστές και συνοδοιπόρους αλλά και στους συγγενείς τους να προσληφθούν στο Δημόσιο, να
σπουδάσουν, να ανοίξουν επιχειρήσεις, να διαβάζουν εφημερίδες, να ακούνε μουσική και να συμμετέχουν στις εκλογές. Το κράτος
στελεχώθηκε από «εθνικόφρονες».

Τα λάθη της Αριστεράς δεν δικαιώνουν τα εγκλήματα της Δεξιάς. Αυτή ήταν η «δημοκρατία» που ήθελε να «καταλύσει» ο Νίκος Μπελογιάννης. Τα περιστατικά μέσα από τα οποία έφτασε στην Ελλάδα, προδόθηκε, συνελήφθη, καταδικάστηκε, η στάση του Κόμματος που έβγαλε «χαφιέ» τον Πλουμπίδη στη διάρκεια της δίκης -κι ενώ αναλάμβανε εκείνος την ευθύνη για να δικαστεί στη θέση του Μπελογιάννη αποκαλύπτουν ιδανικά που δεν έχουν ούτε κομμουνιστοφοβικοί, ούτε η κομματική γραφειοκρατία.

Κατά βάθος η αντίθεση δεν είναι ανάμεσα στην Αριστερά και την Δεξιά, αλλά ανάμεσα σε ωραίους και μίζερους ανθρώπους. Ο Νίκος Μπελογιάννης ήξερε. Το γαρίφαλο που κρατούσε στη  δίκη χαμογελαστός δεν ήταν για το κόμμα. Ήταν μόνο για την Έλλη. Η ηγεσία του κόμματος δεν έκανε «λάθος».

Θα ’λεγε κανείς πως στην Ελλάδα η Αριστερά και η Δεξιά περιπλέκονται.  Κανένας δεν ξέρει πού είναι ο εχθρός. Αν σε άλλες χώρες ο Εμφύλιος γίνεται μεταξύ φυλών, περιοχών, γενών, στην Ελλάδα είναι ακατανόητος. Ο πόλεμος γίνεται μέσα στο ίδιο σπίτι. Δεν ξέρουμε γιατί πολεμάμε. Ύστερα από χρόνια πολέμου στη  Θεσσαλονίκη, στις 23 Ιουλίου 1949, εν μέσω Εμφυλίου, ο Νίκος  Ζαχαριάδης, ο κουτβής, θα δώσει σε αυτό το ερώτημα μια απάντηση:

«Εμείς πολεμάμε γιατί θέλουμε την ησυχία».

Ο Νίκος Μπελογιάννης ως θύμα των κρατικών και των κομματικών μηχανισμών με την ηρωϊκή στάση του δεν είναι σύμβολο ενός κόμματος, αλλά όλου του λαού, των ελεύθερων ανθρώπων και γι΄αυτό συγκίνησε τόσο τον Πικάσο ή τον Ελιάρ, ακόμα και τον Αρχιεπίσκοπο Σπυρίδωνα. Κι είναι γι΄αυτό που δεν ανήκει στο Κόμμα, που ο γραμματέας του κατέθεσε στην έκθεση το όπλο του και το …πήρε πίσω!

Η αναγνώριση και η τιμή στο πρόσωπό του θα μπορούσε να είναι το οριστικό τέλος του Εμφυλίου, αλλά η μισαλλοδοξία εξακολουθεί να υπάρχει σε ένα τόπο που οι «ήρωες «περπατούν στα σκοτεινά». Κι η τραγωδία δεν είναι τελικά ο ίσως αναπόφευκτος εμφύλιος, αλλά πως εξακολουθούμε να ζούμε ένα τόσο χαμερπή εμφύλιο -με πιο άθλια Δεξιά και πιο άθλια Αριστερά.

Γιατί αν πρέπει να σεβαστούμε κάποιον και να τον τιμήσουμε για να τελειώσει ο εμφύλιος είναι ο αντίπαλος, ο Άλλος. Πολύ περισσότερο αν, όπως πρόκειται για τον Μπελογιάννη, είναι αθώος κι αυτό τον κάνει άγιο, όχι της Αριστεράς, αλλά όσων πιστεύουν σε ένα καλύτερο κόσμο.

Αυτό το μίσος, η λυσσαλέα αντίδραση εξήντα πέντε χρόνια μετά δείχνει πως είχε ένα μπόι πάνω από την μικροψυχία που όσων τον πολεμούν ακόμα ή τον οικειοποιούνται αυθαίρετα. Κι αυτή η γενναιοδωρία -με τη ζωή του και το αίμα του, με το χαμόγελό του- εξακολουθεί να εμπνέει. Όχι βέβαια γιατί ήταν κομμουνιστής, αλλά για μια άλλου είδους ανωτερότητα εκεί που ο άνθρωπος και ο ήρωας μπερδεύονται με έναν τραγικό τρόπο.