Η οικογενειοκρατία ως πολιτικό Άγιο Δισκοπότηρο

Γράφει ο Απόστολος Αποστόλου

«Δεν κληρονομεί κανείς το δικαίωμα να κυβερνά τους άλλους.»John Locke

Ένα δημοσίευμα της iefimerida, με την υπογραφή της δημοσιογράφου Πένυς Αβραμίδη, παρουσιάζει μια μακρά λίστα προσώπων με «πολιτικό DNA», τα οποία φέρεται να βολιδοσκοπούνται από κομματικά επιτελεία ενόψει των επόμενων εθνικών εκλογών. Πρόκειται, σύμφωνα με το δημοσίευμα, για πρόσωπα με πολιτικές καταβολές, συγγενικές σχέσεις και ισχυρή αναγνωρισιμότητα, αρκετά από τα οποία προέρχονται από οικογένειες που έχουν ήδη αφήσει έντονο αποτύπωμα στην πολιτική ζωή.

Η πρώτη αντίδραση απέναντι σε έναν τέτοιο κατάλογο είναι σχεδόν αυθόρμητη: πόσο πραγματικά έχει αλλάξει η ελληνική πολιτική; Και ακόμη περισσότερο: πόσο δημοκρατικό είναι ένα πολιτικό σύστημα όταν η πολιτική εκπροσώπηση μοιάζει να περνά από γενιά σε γενιά, σαν οικογενειακή κληρονομιά;

Η Ελλάδα ασφαλώς δεν είναι η μόνη χώρα όπου η οικογενειακή διαδοχή στην πολιτική αποτελεί πραγματικότητα. Από την Ασία μέχρι τη Λατινική Αμερική και από την Ευρώπη μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες, πολιτικές οικογένειες έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Στην Ινδία, για παράδειγμα, η πολιτική ιστορία έχει σημαδευτεί από ισχυρές οικογενειακές δυναστείες. Στην Ινδονησία, επίσης, η συγγένεια και τα οικογενειακά δίκτυα εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό παράγοντα πολιτικής ισχύος. Ενώ στη χώρα μας η οικογενειοκρατία έχει καταστεί μια αναμφισβήτητη τοτεμική δύναμη. Έτσι λοιπόν, τοτεμικά πολιτικά πρόσωπα έχουν διαμορφώσει μια κάστα που δεν αμφισβητείται η πολιτική επαγγελματική τους δραστηριότητα γιατί έχουν το οικογενειακό τους χάρισμα.

Επομένως, το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν πολιτικές οικογένειες. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι σημαίνει η διαιώνισή τους για τη λειτουργία της δημοκρατίας.

Η πολιτική οικογενειοκρατία, ή νεποτισμός, δεν ταυτίζεται απλώς με το γεγονός ότι ένας άνθρωπος ακολουθεί το επάγγελμα ή την πολιτική διαδρομή ενός γονέα του, εξάλλου η συγγένεια από μόνη της δεν αποτελεί πολιτικό παράπτωμα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το οικογενειακό επώνυμο μετατρέπεται σε μηχανισμό πρόσβασης στην εξουσία και σε πλεονέκτημα που δεν είναι διαθέσιμο στους υπόλοιπους πολίτες.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσία του ζητήματος.

Η οικογενειοκρατία ευδοκιμεί όταν οι πολιτικοί θεσμοί αδυνατούν να λειτουργήσουν ως πραγματικοί μηχανισμοί επιλογής και ανάδειξης νέων προσώπων. Όταν τα κόμματα δεν αναζητούν πρωτίστως ικανότητες, κοινωνική εκπροσώπηση, πολιτική επάρκεια και νέες ιδέες, αλλά αναγνωρισιμότητα, εκλογική πελατεία και ένα «βαρύ» επώνυμο και τότε η δημοκρατική ανανέωση υποχωρεί.

Το οικογενειακό κεφάλαιο μετατρέπεται έτσι σε πολιτικό κεφάλαιο.

Ο γόνος μιας πολιτικής οικογένειας δεν ξεκινά από το ίδιο σημείο με έναν άγνωστο πολίτη που αποφασίζει να ασχοληθεί με την πολιτική, γιατί εκείνος έχει ήδη ένα δίκτυο γνωριμιών, πρόσβαση σε μηχανισμούς, δημόσια αναγνωρισιμότητα, οικονομικές δυνατότητες και, συχνά, μια έτοιμη εκλογική πελατεία. Ακόμη και όταν διαθέτει προσωπικές ικανότητες, το ερώτημα παραμένει: θα είχε άραγε την ίδια αφετηρία χωρίς το επώνυμο;

Αυτό δεν είναι ζήτημα προσωπικής ευθύνης, αυτό είναι ζήτημα θεσμικής ισότητας.

Και για να εμπεδώσουμε κάτι, η δημοκρατία δεν εξαντλείται στην κάλπη, αρχίζει πολύ νωρίτερα, στη διαδικασία με την οποία επιλέγονται εκείνοι που θα βρεθούν μπροστά στους ψηφοφόρους. Αν οι κομματικοί μηχανισμοί αναπαράγουν διαρκώς τους ίδιους κύκλους, τότε η εκλογική διαδικασία κινδυνεύει να γίνει περισσότερο επικύρωση μιας προϋπάρχουσας κοινωνικής και πολιτικής ιεραρχίας παρά πραγματική επιλογή.

Στο σημείο αυτό εδώ βρίσκεται η ελληνική αντίφαση. Μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με θεσμούς κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και μακρά πολιτική παράδοση, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την πολιτική οικογένεια ως σχεδόν φυσιολογικό κανάλι διαδοχής. Το επώνυμο λειτουργεί πολύ συχνά σαν πολιτικό διαβατήριο.

Ίσως, λοιπόν, το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν πολλοί γόνοι πολιτικών οικογενειών. Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχουν τόσο λίγοι δρόμοι για όσους δεν διαθέτουν πολιτικό επώνυμο.

Μια σύγχρονη δημοκρατία οφείλει να μπορεί να ανανεώνεται, που σημαίνει να παράγει πολιτικούς όχι επειδή κληρονόμησαν ένα όνομα, αλλά επειδή έπεισαν την κοινωνία ότι μπορούν να την εκπροσωπήσουν. Διαφορετικά, η οικογενειοκρατία παύει να είναι απλώς μια ιδιαιτερότητα του πολιτικού συστήματος και μετατρέπεται σε σύστημα αναπαραγωγής της εξουσίας.

Το πραγματικό στοίχημα, λοιπόν, δεν είναι ποια πολιτικά επώνυμα θα εμφανιστούν στα επόμενα ψηφοδέλτια. Είναι αν θα υπάρξει χώρος για εκείνους που δεν έχουν κανένα.

Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας