Η σιωπή του ήλιου

Του Κώστα Παπαθεοδώρου

Ολική έκλειψη Ηλίου εφέτος. Για λίγα λεπτά, το φως θα υποχωρήσει και ο κόσμος θα παγώσει σε μια τεχνητή νύχτα. Λες και το σύμπαν να μας περιπαίζει. Σαν να στέλνει μήνυμα ότι δεν αξίζουμε το φως. Η εικόνα δεν είναι απλώς αστρονομική. Είναι  πολιτική, οικονομική, υπαρξιακή. Ζούμε σε μια εποχή όπου το σκοτάδι δεν έρχεται από έλλειψη γνώσης, αλλά από περίσσεια φόβου και υποταγής, ανισότητας και κυνισμού.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η πολιτική σκηνή μοιάζει κατακερματισμένη, όπως το φως λίγο πριν χαθεί πίσω από τη σελήνη. Πολυπολικός κόσμος, χωρίς σταθερό κέντρο βάρους. Οι μεγάλες δυνάμεις δεν ανταγωνίζονται μόνο για εδάφη ή αγορές, αλλά για αφήγημα: ποιος ορίζει την αλήθεια, ποιος γράφει τους κανόνες.

Πόλεμοι παρατεταμένοι, άλλοτε «θερμοί», άλλοτε υβριδικοί, διαβρώνουν την έννοια της διεθνούς τάξης. Η διπλωματία υποχωρεί, η ισχύς μιλά πιο δυνατά από το δίκαιο. Και ο πολίτης, παγιδευμένος ανάμεσα σε εικόνες φρίκης και οικονομικής ανασφάλειας, μαθαίνει να συνηθίζει το σκοτάδι.

Η παγκόσμια οικονομία, από την άλλη, λειτουργεί σαν σύστημα σε μόνιμη έκλειψη. Ο πληθωρισμός αφήνει βαθιές πληγές, τα επιτόκια σφίγγουν τον λαιμό της ανάπτυξης, και το χρέος-κρατικό και ιδιωτικό-αντιμετωπίζεται σαν  φυσικό φαινόμενο.  Η ανισότητα διευρύνεται: λίγοι βλέπουν καθαρό ουρανό, πολλοί ζουν στη σκιά.

Η τεχνολογία υπόσχεται άλματα προόδου, αλλά ταυτόχρονα απειλεί θέσεις εργασίας και κοινωνική συνοχή. Το φως υπάρχει, αλλά δεν μοιράζεται δίκαια.

Στην Ευρώπη, η έκλειψη έχει ιδιαίτερη χροιά. Η ήπειρος που γεννήθηκε από την υπόσχεση της συνεργασίας δείχνει κουρασμένη και για πρώτη φορά στην ιστορία της απουσιάζει από τις εξελίξεις. Η πολιτική συνοχή της δοκιμάζεται από την άνοδο του λαϊκισμού, την κόπωση των πολιτών και τη διαρκή και καταστροφική διαχείριση κρίσεων: ενεργειακή, μεταναστευτική, γεωπολιτική. Η ευρωπαϊκή οικονομία βολοδέρνει ανάμεσα στη δημοσιονομική πειθαρχία και την ανάγκη για κοινωνική προστασία. Το κοινωνικό κράτος- πρόνοια της μεταπολεμικής Ευρώπης- καταλύεται,, ενώ η αμφιλεγόμενη και κοστοβόρα πράσινη μετάβαση οξύνει τις ανισότητες. Η Ε.Ε.  ούτε ξέρει τι πρέπει να κάνει και ταυτόχρονα, αδυνατεί να παραδεχτεί απλές αλήθειες.

Και η Ελλάδα; Μια χώρα εγκλωβισμένη σε μόνιμη έκλειψη. Όχι πια ως εξαίρεση, αλλά ως κανονικότητα. Δεκαπέντε χρόνια κρίσεων την τσάκισαν.  Η αντοχή έγινε άλλοθι και η επιβίωση υποκατάστατο της προοπτικής. Οι δείκτες βελτιώνονται στα χαρτιά, μα η ζωή στενεύει στους δρόμους.

Η ακρίβεια στραγγαλίζει, η στέγη μετατρέπεται σε προνόμιο, οι μισθοί μένουν καθηλωμένοι σε άλλες δεκαετίες. Η νέα γενιά δεν ονειρεύεται. Οργανώνει τη φυγή της…

Το πολιτικό σύστημα σε διαρκή αμφισβήτηση. Δεν καταρρέει με θόρυβο αλλά αποσυντίθεται σιωπηλά. Κόμματα χωρίς κοινωνικές ρίζες, λόγος κενός, εξουσία που αναπαράγεται από αδράνεια και φόβο…

Η πολιτική δεν εμπνέει, δεν πείθει, δεν τολμά τη σύγκρουση. Περιορίζεται στην (ιδιοτελή) διαχείριση. Κι όταν η διαχείριση γίνεται καθεστώς, η δημοκρατία υποχωρεί.

Μαζί της φθείρεται και η Δικαιοσύνη, που παύει να ζυγίζει το Σύνταγμα και να υπερασπίζεται  τους θεσμούς. Και έτσι το κράτος δικαίου γίνεται σκιά του εαυτού του, αφήνοντας χώρο στην μαφιόζικη ανομία και την κοινωνική απελπισία.

Οι πολίτες δεν εξεγείρονται, αλλά βράζουν. Μια εσωτερική έκρηξη χωρίς διέξοδο: οργή χωρίς συλλογικό σώμα, θυμός χωρίς αφήγημα.

Και η απέχθεια αποτελεί  σιωπηρή καταδίκη. Η δημοκρατία μπορεί τυπικά να λειτουργεί, αλλά ουσιαστικά υποφέρει από έλλειψη νοήματος.  Και η συνέχεια, όταν δεν αντέχεται, γίνεται επικίνδυνη…

Η Ελλάδα δεν στροβιλίζεται απλά στην κρίση. Βρίσκεται σε μόνιμη φθορά. Περιδινείται σε μια παρατεταμένη μετάβαση χωρίς προορισμό, όπου το φως διαρκώς αναβάλλεται.  Όχι γιατί δεν υπάρχει, αλλά επειδή δεν υπάρχει Προμηθέας  να το διεκδικήσει.

Κι όμως, όπως σε κάθε ολική έκλειψη, το σκοτάδι δεν είναι μόνιμο. Είναι μια παύση. Μια ρωγμή στον χρόνο που μας αναγκάζει να κοιτάξουμε κατάματα όσα αποφεύγαμε στο φως. Το ερώτημα δεν είναι αν ο ήλιος θα επιστρέψει –  αυτό είναι βέβαιο. Το ζήτημα είναι σε ποιον κόσμο θα ανατείλει…

Το 2026 προβάλλει σαν έτος καμπής. Προεκλογικό, ίσως και εκλογικό. Όχι μόνο ως ημερολόγιο, αλλά ως δοκιμασία. Για την Ευρώπη που αναζητά τα όριά της ανάμεσα στον φόβο και την αλληλεγγύη. Για έναν κόσμο που ακροβατεί ανάμεσα στη σύγκρουση και στη συνύπαρξη. Και για την Ελλάδα, που καλείται ξανά να απαντήσει στο ίδιο υπαρξιακό ερώτημα: θέλει απλώς να βολοδέρνει πάνω από την άβυσσο  ή θα τολμήσει να αλλάξει;

Οι κάλπες δεν θα μετρήσουν μόνο ψήφους. Θα ζυγίζουν αντοχές, μνήμες, απογοητεύσεις. Θα καταδείξουν πόση δημοκρατία απέμεινε ζωντανή πίσω από τη συνήθεια και πόσο νόημα μπορεί ακόμα να γεννήσει η πολιτική. Θα αναμετρηθούν οι φόβοι με τις ελπίδες, η παραίτηση με τη διεκδίκηση…

Γιατί οι μεγάλες κρίσεις δεν αντιμετωπίζονται με διαχείριση, αλλά με τολμηρές. Και οι επιλογές απαιτούν θάρρος-  συλλογικό, όχι ατομικό. Το φως δεν επιστρέφει από μόνο του. Χρειάζεται μάτια έτοιμα να το αντικρίσουν και κοινωνίες πρόθυμες να το υπερασπιστούν, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει σύγκρουση με το σκοτάδι που συνήθισαν.

Το 2026 δεν θα κρίνει τα πάντα. Αλλά μπορεί να αποκαλύψει αν είμαστε ακόμη ζωντανοί…