
Του Κώστα Παπαθεοδώρου
Η Ελλάδα συνεχίζει να ζει στον δικό της κόσμο. Έναν κόσμο γεμάτο μεγαλόπνοες αφηγήσεις περί «επιστροφής στην κανονικότητα» και «βιώσιμης ανάπτυξης», όπου οι αριθμοί βγαίνουν από ένα εικονικό σύμπαν και όχι από τα πραγματικά πορτοφόλια των πολιτών. Οι κυβερνητικές ανακοινώσεις πανηγυρίζουν για βελτιωμένους δείκτες, ενώ η πραγματικότητα φαντάζει με λάκκο γεμάτο φίδια.
Το εξωτερικό χρέος έχει εκτοξευτεί πάνω από τα 584 δισ. ευρώ στο τρίτο τρίμηνο του 2025 –πραγματικό και τεκμηριωμένο από επίσημα στατιστικά στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Είναι δε, αυξημένο κατά περίπου 160 δισ. από το 2019, τουτέστιν το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί και δείχνει αύξηση σε σχέση με τα προηγούμενα τρίμηνα του ίδιου έτους.
Στην πράξη, η χώρα δανείζεται διαρκώς για να καλύψει δαπάνες και επιδόματα, αντί να επενδύει στην παραγωγή. Οι πολίτες αντιλαμβάνονται το κόστος αυτής της «οικονομικής πανηγυρικής αριθμητικής» στα χέρια τους: λιγοστά εισοδήματα, αυξημένες τιμές και περιορισμένες δυνατότητες.
Στο μέτωπο των τρεχουσών συναλλαγών, η Ελλάδα εξακολουθεί να ξοδεύει περισσότερα από όσα εισπράττει από το εξωτερικό: το έλλειμμα διαμορφώθηκε περίπου στα 6,6 δισ. ευρώ για το οκτάμηνο Ιανουαρίου‑Αυγούστου 2025. Ακόμα και τα «φωτεινά» πλεονάσματα στον τουρισμό δεν αλλάζουν τη γενική εικόνα: περισσότερα χρήματα φεύγουν από όσα έρχονται, ενώ η χώρα παραμένει δέσμια εξωτερικής χρηματοδότησης.
Η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων παραμένει στο 70% του μέσου όρου της ΕΕ, με μισθούς στασιμότητας ή αργής αύξησης, κάτω του πληθωρισμού. Για τον μέσο πολίτη, αυτό σημαίνει ότι πληρώνει περισσότερο για λιγότερα αγαθά, ενώ το χάσμα παραγωγικότητας σε σχέση με άλλες χώρες μεγαλώνει. Οι εξαγωγές παραμένουν ανεπαρκείς, οι εισαγωγές υψηλές, και η «ανταγωνιστικότητα» που διατυμπανίζεται στα δελτία τύπου μοιάζει περισσότερο με ανέκδοτο παρά με στρατηγική οικονομικής ανάπτυξης.
Στον αγροτικό τομέα, η κατάσταση φτάνει στα όρια της γελοιότητας: οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις καθυστερούν ή ακυρώνονται, ο ΕΛΓΑ κατάσχει ποσά, και η κυβέρνηση αρνείται να καλύψει τα κενά από εθνικούς πόρους, επικαλούμενη το «μη βιώσιμο δημόσιο χρέος». Η τιμωρία της αδυναμίας διαχείρισης, ξεπερνά τα 400 εκατ. ευρώ σε πρόστιμα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ οι πραγματικοί παραγωγοί μένουν χωρίς εισόδημα, και κάποιοι επιτήδειοι ακόμη και τώρα καρπώνονται αδιαφανώς τα χρήματα. Τα μπλόκα και οι διαμαρτυρίες αγροτών παραμένουν καθημερινό σκηνικό, αποδεικνύοντας ότι η «ανάπτυξη» παραμένει είναι αριθμός στα χαρτιά, όχι ζωή στους δρόμους της υπαίθρου.
Και μέσα σε όλα αυτά τα προγράμματα κατάρτισης και εκπαίδευσης. Εκατομμύρια ευρώ σπαταλούνται σε τεφτέρια με μηδαμινά αποτελέσματα: σεμινάρια – φωτογραφίες, συμβουλευτικές ομάδες αμφίβολης αξίας, δράσεις που συνοψίζονται σε αόριστες υποσχέσεις. Ακόμα και όταν τα κονδύλια δεν ενθυλακώνονται από τους «άριστους», οι συμμετέχοντες αποκτούν ελάχιστες δεξιότητες, οι πόροι εξαφανίζονται σε διοικητικό κόστος, και η ελληνική οικονομία παραμένει αδύναμη απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό.
Και ενώ οι αριθμοί στους πίνακες μοιάζουν να ανεβαίνουν, οι ζωές των ανθρώπων κατρακυλούν. Η «ανάπτυξη» παραμένει πομφόλυγα που φουσκώνει στα γραφεία και τα δελτία τύπου, αλλά σκάει στα χέρια όσων πληρώνουν το τίμημα: νέοι που φεύγουν στο εξωτερικό αναζητώντας αξιοπρέπεια, οικογένειες που μετρούν το κάθε ευρώ, παραγωγοί που βλέπουν την κόπωση και τον ιδρώτα τους να πηγαίνουν χαμένοι.
Το κυβερνητικό αφήγημα της «επιστροφής στην κανονικότητα» μοιάζει πια με θεατρική φάρσα, όπου οι πρωταγωνιστές χειροκροτούν τους εαυτούς τους και οι θεατές – πολίτες μένουν με άδεια πορτοφόλια και κυρτούς ώμους. Κι όσο η πραγματική οικονομία παραμένει στο σκοτάδι της αδιαφάνειας, της κακοδιαχείρισης και της ανικανότητας, κάθε επίσημος πανηγυρισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια γελοία απόπειρα να καλυφθεί η χρεοκοπία του μέτρου, της πολιτικής και της ηθικής.
Με λίγα λόγια, η Ελλάδα ζει σε έναν κόσμο αριθμητικών ψευδαισθήσεων: χρέος που εκτοξεύεται, εμπορικό έλλειμμα που συσσωρεύεται, παραγωγή και εξαγωγές ανεπαρκείς, προβληματική διαχείριση πόρων και ελάχιστη πραγματική εκπαίδευση. Η Κυβέρνηση πανηγυρίζει για «σταθερότητα» και «ανάκαμψη», η αντιπολίτευση περί άλλα τυρβάζει και οι πολίτες πληρώνουν καθημερινά το τίμημα αυτής της «ανάπτυξης».

