Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η ώρα του λαϊκισμού

Εάν κάτι εισδύει στον δημόσιο λόγο των τελευταίων ετών, αυτό είναι η καταγγελία των ελίτ από τη μια πλευρά και αυτή του «λαϊκισμού» από την άλλη. Ολες οι πλευρές των από πολλές δεκαετίες κυβερνώντων πολιτικών συστημάτων (Δεξιά, Κέντρο, Αριστερά) επισείουν σήμερα με υποτιμητική διάθεση, αλλά και ως εφιάλτη, την άνοδο του «λαϊκιστικού ριζοσπαστισμού», από τα δεξιά είτε από τ’ αριστερά.

Στον αντίποδα, αναπτύσσεται ραγδαία η συνολική απόρριψη όλων των πρόσφατων πολιτικών συστημάτων. Ωστόσο, όσο το φαινόμενο του «λαϊκισμού» καταγγέλλεται τόσο μεγαλύτερη η απήχησή του, σε Ευρώπη, Αμερική, Ασία και τόσο μεγαλύτερη η «αντισυστημική» διάθεση των αντίστοιχων κοινωνιών.

Αυτό αποτυπώνεται ευκρινώς και στη Γαλλία, εν όψει της επικείμενης προεδρικής εκλογής. Δεν υπάρχει πολιτικός χώρος που, ενώ στιγματίζει τον «λαϊκισμό», να μην απευθύνεται στα «αντισυστημικά» αισθήματα των πολιτών και να μην τα διεκδικεί για λογαριασμό του.

Ολες χωρίς εξαίρεση οι πλευρές τού μέχρι σήμερα κυβερνήσαντος πολιτικού συστήματος συναγωνίζονται πλέον μεταξύ τους στο να αποδεικνύουν ότι υπερέχουν των άλλων σε διάθεση και προγράμματα για «ριζοσπαστικές» μεταρρυθμίσεις των συστημάτων που μέχρι σήμερα οι ίδιες διαχειρίζονται και μάλιστα κατ’ αποκλειστικότητα. Δεν είναι μόνον η ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν που επαγγέλλεται την ανατροπή του πολιτικού συστήματος.

Το αυτό ακριβώς επαγγέλλεται το Μέτωπο Αριστεράς υπό την ηγεσία του Ζαν-Λικ Μελανσόν. Το ίδιο και οι υποψήφιοι πρόεδροι της Κεντροδεξιάς, από τον Φρανσουά Φιγιόν και τον Αλέν Ζιπέ, μέχρι τον «ακομμάτιστο» Εμανουέλ Μακρόν.

Ο νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν έχει ήδη ανακοινώσει («Τάιμς της Νέας Υόρκης», 2016) ότι ολοκληρώθηκε και εξαντλήθηκε πλέον η οικονομική κριτική και απόρριψη του συστήματος των τεσσάρων τελευταίων δεκαετιών. Ο,τι ήταν να ειπωθεί από οικονομική πλευρά έχει ήδη ειπωθεί.

Παρ’ όλα αυτά, οι άρχουσες ελίτ παραμένουν απερίσπαστες στις καταστροφικές επιλογές τους, στιγματίζοντας ως «λαϊκισμό» την κάθε αμφισβήτηση που προωθείται εις βάρος της ασυδοσίας τους. Ομως, η εξάντληση του οικονομικού επιχειρήματος δεν συνεπάγεται και το «άτρωτο» του κυβερνώντος συστήματος, αλλά αντίθετα έρχεται με τη σειρά της να επεκτείνει την αμφισβήτηση σε πολιτικό και ηθικό πεδίο.

Στην Αμερική, εξάλλου, εκλαϊκεύτηκε το συμπέρασμα ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι και παραμένει η εξαιρετικά άνιση κατανομή εισοδήματος-πλούτου. Οταν οκτώ οικογένειες συγκεντρώνουν το 50% του παγκόσμιου πλούτου, αυτό θέτει προβλήματα σοβαρής δυσλειτουργίας όχι μόνο στο οικονομικό πεδίο, αλλά και σε αυτό της δημοκρατίας.

Ωστόσο, η επέκταση του αδιεξόδου δεν σταματά εδώ. Διευρύνεται και βαθαίνει με την εντυπωσιακή άνοδο της κοινωνικής ευαισθησίας σε ζητήματα διαφθοράς και απαιτούμενης διαφάνειας. Τα τελευταία πυροδοτούν οξύτατη πολιτική κρίση σε Βραζιλία, Αργεντινή, Βενεζουέλα, Βολιβία, Μεξικό, αλλά και ΗΠΑ, όπου αυτό ήταν βασικός άξονας της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ εις βάρος της Χίλαρι Κλίντον.

Στη Γαλλία, η συντηρητική παράταξη εκτίθεται και κινδυνεύει να υποστεί τις συνέπειες για το «ηθικό παράπτωμα» της οικογένειας του ηγέτη της, Φιγιόν. Αν και θα μπορούσε να θεωρηθεί «πολιτική παρακμή» η συρρίκνωση του δημόσιου λόγου σε ζητήματα διαφθοράς, ωστόσο, ίσως η τελευταία πλευρά προσφέρει σοβαρότερη προοπτική στις θεματικές μετατοπίσεις του δημόσιου διαλόγου.

Οταν η άρχουσα και κυβερνώσα συντηρητική πλευρά της κοινωνίας επιλέγει να καταγγέλλει αυτή πρώτη το σύστημα που την εξέθρεψε, επικαλούμενη την ανάγκη δραστικών μεταρρυθμίσεων, αυτό τι άλλο υποδηλώνει, εάν όχι την αναγνώριση βαθύτατης κοινωνικής αναξιοπιστίας του συστήματός της σε όλα τα πεδία – οικονομικό, πολιτικό, ηθικό;

Οπωσδήποτε, δεν αρκεί η αποστασιοποίηση και καταγγελία του σημερινού πολιτικοοικονομικού συστήματος για την πραγματική ανατροπή του. Ωστόσο, αυτό είναι ένα άλλο διακριτό ζήτημα. Επί του παρόντος, αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμη και οι κυβερνώσες ελίτ εσωτερικεύουν ότι δεν μπορούν άλλο να κυβερνούν χωρίς την επαγγελία «ριζοσπαστικών» αλλαγών, έστω και αν αυτές δεν έχουν άλλη σκοπιμότητα παρά να διαιωνίζουν την παραμονή τους στην εξουσία.

Στον αντίποδα, η Αριστερά θα όφειλε και θα μπορούσε να συσπειρώνει κοινωνικές δυνάμεις. Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει πουθενά στον κόσμο. Παρά την οξυνόμενη κρίση κοινωνικής αξιοπιστίας των κατεστημένων πολιτικών συστημάτων, τα κατά τόπους αριστερά κόμματα εμφανίζονται σε πτωτική δυναμική. Ισως η αυξανόμενη αυτή κοινωνική αδυναμία της Αριστεράς να οφείλεται στο ότι προσλαμβάνεται και αυτή από την κοινή γνώμη ως μέρος του πολιτικού συστήματος που βρίσκεται σήμερα σε κρίση.

Η Αριστερά σήμερα εισπράττει την κοινωνική δυσαρέσκεια στις χώρες όπου η ίδια κυβερνούσε, αλλά και σε αυτές που δεν κυβερνούσε, αφού οι αξίες της λειτουργούσαν ως διακοσμητικό πολιτιστικό πλαίσιο που συνόδευε και κάλυπτε τις πιο ακραίες επιλογές των οικονομικών ελίτ.

Ισως η τρέχουσα υπαρξιακή κρίση της ευρωπαϊκής και αμερικανικής Αριστεράς να είναι συνέπεια του ότι η ίδια δεν βρισκόταν εκτός, αλλά εντός του πολιτικού συστήματος που σήμερα βρίσκεται υπό κατάρρευση.

Παρ’ όλα αυτά, εάν σήμερα οι αριστερές παρατάξεις δεν εισπράττουν την κοινωνική δυσαρέσκεια, αυτό δεν αποδίδεται τόσο στις καθ’ υπόθεσιν προωθημένες κοινωνικές επιδιώξεις τους όσο κυρίως στο ότι τις έχουν προ πολλού εγκαταλείψει και συμβιβαστεί με τα συστήματα που σήμερα αποδοκιμάζονται.

* Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ