Θα πεθαίναμε για τα Ίμια;

Του Χρήστου Χωμενίδη

Δεν ξέρω κατά πόσον έχει γίνει ευρέως αντιληπτό. Τα μεσάνυχτα της δωδεκάτης Φεβρουαρίου ισορροπήσαμε στην κόψη του ξυραφιού. Μια τούρκικη ακταιωρός εμβόλισε ένα σκάφος του ελληνικού λιμενικού σώματος. Χάρη στην τύχη, κυρίως δε στη μαεστρία του κυβερνήτη της «Γαύδου», η σύγκρουση στάθηκε αναίμακτη, περιορίστηκε σε υλικές ζημιές. Όλοι οι επαΐοντες συμφώνησαν ότι το αντίθετο, εφιαλτικό, σενάριο ήταν σφόδρα πιθανό. Ερωτώ: Εάν την περασμένη Τρίτη, κοντά στα Ίμια, είχαν σκοτωθεί ένας, πέντε ή δέκα άνδρες των ημέτερων ενόπλων δυνάμεων, πού θα βρισκόμασταν σήμερα;

Υπάρχουν γεγονότα που υποβαθμίζονται. Ηρωικές θυσίες που αποσιωπώνται ώστε να μην επιφέρουν ανεξέλεγκτες συνέπειες. Για να μην ανατρέψουν το κυρίαρχο στάτους κβο. Για να μην απειλήσουν το -νοούμενο ως- εθνικό συμφέρον. Οι ακριβείς συνθήκες υπό τις οποίες έχασαν τη ζωή τους οι τρεις του Πολεμικού Ναυτικού στα Ίμια το 1996 πάντοτε θα σκιάζονται από αμφιβολία. Μεταθανάτια δικαίωσή τους στάθηκε, από μια άποψη, η αποσόβηση του πολέμου. Ο κατευνασμός των πνευμάτων. Το 2018 ωστόσο δεν είναι 1996.

Δεν θα αρκούσε μάλλον πλέον ένα οργισμένο τηλεφώνημα του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών -«έχετε τρελαθεί; θα πολεμήσετε για κάτι ξερόβραχα όπου βόσκουν κατσίκια;» γράφει ο Μπιλ Κλίντον στις αναμνήσεις του- για να αναδιπλωθούν, προσωρινά τουλάχιστον, οι τοπικοί τσαμπουκάδες. Ο Ερντογάν -ιδίως μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016- κάθε άλλο παρά φαίνεται πειθήνιος στα κελεύσματα της υπερδύναμης. Έχει για τα καλά σηκώσει κεφάλι, διεκδικεί με κάθε μέσο τον ρόλο του ανεξάρτητου, ηγεμονικού παράγοντα στην ευρύτερη περιοχή.

Δεν είδα -φευ- τα πλήθη που προσφάτως διαδήλωναν για το αποκλειστικό μας δικαίωμα πάνω στο όνομα «Μακεδονία» να υπερασπίζονται ούτε με το ένα χιλιοστό της μαχητικότητας τους την ελληνικότητα των Ιμίων… Αναζητούσα τον πολεμοχαρή Υπουργό Αμύνης μας -το παλικάρι που τελεί χριστιανικά μνημόσυνα για τους Σαλαμινομάχους- πλην δεν τον έβρισκα πουθενά κατά τα κρίσιμα εικοσιτετράωρα… 

Η Ελλάδα, από την άλλη, κατρακυλάει -εδώ και μία σχεδόν δεκαετία- οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά. Από δεσπόζουσα δύναμη στα μετακομμουνιστικά Βαλκάνια, η οποία άνοιγε αβέρτα υποκαταστήματα τραπεζών, κινητής τηλεφωνίας, φαστφουντάδικων στις πέριξ της χώρες, η οποία έμπαινε ορμητικά ξανά στον χάρτη, είναι σήμερα μια περίπτωση εντόνως προβληματική, που αγωνίζεται να βγει -τελευταία και καταϊδρωμένη- από τα μνημόνια. Με τη χρεοκοπία του ελληνικού κράτους άνοιξε ο ασκός του Αιόλου και οι άνεμοί του σάρωσαν το μεταπολιτευτικό «θαύμα». Δεν έχουμε πλέον μια ευημερούσα μεσαία τάξη, δύο μετριοπαθείς -κατά το μάλλον ή ήττον- παρατάξεις, οι οποίες εναλλάσσονται στην εξουσία, μια ένθερμη -αναμφισβήτητη σχεδόν- πίστη στο ευρωπαϊκό πεπρωμένο, στις δυτικές αξίες και τρόπο ζωής. Τα ρήγματα στην κοινωνία μας πολλαπλασιάζονται και βαθαίνουν διαρκώς. Οι ψηφοφόροι της «Χρυσής Αυγής» και των λοιπών αποκρουστικών μορφωμάτων, είτε ως ακροδεξιά αυτοπροσδιορίζονται είτε ως ακροαριστερά, αποτελούν μια κρίσιμη μάζα. Η εμπιστοσύνη στους θεμελιακούς πυλώνες κάθε δημοκρατίας, στη Βουλή, στη Δικαιοσύνη, στα εκπαιδευτικά ιδρύματα έχει ανεπανόρθωτα (;) κλονιστεί. Ζώντας σε διαρκή ανασφάλεια πάρα πολλοί Έλληνες, εναγκαλίζονται τις παραδοσιακές αξίες των οποίων φορείς είναι η Εκκλησία και ο Στρατός. Είναι προσέτι ευεπίφοροι στα κελεύσματα του κάθε απατεώνα – η περίπτωση του Αρτέμη Σώρρα υπήρξε η πλέον κραυγαλέα όχι ωστόσο η μοναδική ούτε και η τελευταία.

Στην κατάσταση που βρισκόμαστε, το μόνο που μας λείπει είναι μια πολεμική περιπέτεια. Τότε όμως συμβαίνουν οι εθνικές τραγωδίες. Όταν ακριβώς οι πατρίδες και οι λαοί είναι πεσμένοι στα γόνατα. Αρκεί να διαβάσουμε για το «μαύρο 1897». Όταν η Ελλάδα εξεστράτευσε παρασυρμένη από καφενειορήτορες και εμβατήρια για να απελευθερώσει τη Μακεδονία και την Κρήτη και κατέληξε να εκλιπαρεί τις μεγάλες δυνάμεις να φρενάρουν τους Οθωμανούς, οι οποίοι δεν το’ χαν σε τίποτα να κατηφορίσουν προς την Αττική. Αρκεί να θυμηθούν οι σημερινοί μεσήλικες το καλοκαίρι του 1974, το προδοτικό πραξικόπημα εναντίον του Μακάριου. Τον φρικαλέο «αόρατο δικτάτορα» Ιωαννίδη, που ονειρευόταν να κηρύξει την ένωση Ελλάδας-Κύπρου και έδωσε το πρόσχημα στους Τούρκους για να καταλάβουν τη μισή σχεδόν νήσο…

Το ερώτημα τίθεται -οφείλει να τεθεί- καθαρά και αδυσώπητα: Θα πολεμούσαμε για τα Ίμια; Θα συναινούσαμε να χυθεί το αίμα των παιδιών μας προς υπερασπισίν τους; Να ξεθεμελιωθεί ό,τι σχεδόν έχει χτιστεί στην Ελλάδα εδώ και πενήντα χρόνια; Να καταστεί μοναδική μας έγνοια και προοπτική η επούλωση των πληγών; Η αναστύλωση -πραγματική και ψυχική- μέσα σε συνθήκες πρωτόγνωρης ένδειας;

Η ενστικτώδης απάντηση είναι ένα υπερήφανο «Ναι!». Οι Θερμοπύλες, η Πόλη του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, το Αρκάδι ανήκουν στο σκληρό πυρήνα του εθνικού αλλά και του προσωπικού -του καθενός μας- αφηγήματος. Το «Ή Ταν Ή Επί Τας», το «Μολών Λαβέ» αποτελούν ιερές προγονικές παρακαταθήκες.

Δεν είδα -φευ- τα πλήθη που προσφάτως διαδήλωναν για το αποκλειστικό μας δικαίωμα πάνω στο όνομα «Μακεδονία» να υπερασπίζονται ούτε με το ένα χιλιοστό της μαχητικότητας τους την ελληνικότητα των Ιμίων… Δεν άκουσα τους λαλίστατους «ανθρώπους του πνεύματος» να προτρέπουν τους Έλληνες να φανούν πιστοί τοις κείνων ρήμασι… Αναζητούσα τον πολεμοχαρή Υπουργό Αμύνης μας -το παλικάρι που τελεί χριστιανικά μνημόσυνα για τους Σαλαμινομάχους- πλην δεν τον έβρισκα πουθενά κατά τα κρίσιμα εικοσιτετράωρα…

Το ερώτημα τίθεται σκληρό και κοφτερό σαν διαμάντι: Σε έναν κόσμο ο οποίος μεταμορφώνεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, όπου η τέταρτη τεχνολογική επανάσταση, η τεχνητή νοημοσύνη, η γονιδιακή ιατρική επαναπροσδιορίζει ήδη το νόημα της εργασίας, της οικογένειας, της υγείας, της ίδιας της ανθρώπινης ζωής, όπου οι ιμπεριαλισμοί είναι περισσότερο εταιρικοί παρά εθνικοί, όπου το πιό πολύτιμο κεφάλαιο είναι οι καινοτόμες ιδέες και όχι οι σπαρμένες εκτάσεις ούτε καν οι βιομηχανίες, θα πεθαίναμε εμείς για τα Ίμια;

Ας μην θεωρήσουμε την κατάφαση αυτονόητη. Ας θέσουμε τους εαυτούς μας στη δοκιμασία της ειλικρίνειας, βουλώνοντας τα αυτιά μας σε κενές δημαγωγίες, σε εύκολα ταρατζούμ. Και οι ηγεσίες μας ας αφουγκραστούν τη διάθεση για ρίσκο και θυσία που έχουν το 2018 οι Έλληνες, την προθυμία τους να υπερασπιστούν με το αίμα τους βωμούς και εστίες. Και ας χαράξουν αναλόγως την εθνική μας στρατηγική.

* Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας  

ΑΠΟ ΤΟ CAPITAL.GR