Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Θεσμοί και συνταγματικός λαϊκισμός στην Ελλάδα

Του Μελέτη Ρεντούμη

Είναι γεγονός, ότι η οικονομική κρίση και η παρατεταμένη ύφεση στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, έχουν δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα κοινωνικής συνοχής τα οποία σε μεγάλο βαθμό έχουν πολλαπλασιαστεί με την διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ των τελευταίων δύο και πλέον ετών.

Ένα βασικό πρόβλημα το οποίο δυστυχώς συνοδεύει την οικονομική κρίση στην χώρα μας είναι αφενός η μη σωστή λειτουργία και ανεπάρκεια των θεσμών σε συνδυασμό με την μη τήρηση των νόμων αλλά και του Συντάγματος όπως αυτό ορίζει ρητά και αυστηρά το πλαίσιο στο οποίο οφείλει να λειτουργεί η χώρα και οι εκπρόσωποι των θεσμών.

Η φιλολογία και παραφιλολογία για την συνολική αναθεώρηση του Συντάγματος, με αλλαγή ακόμα και του πολιτεύματος για αρκετούς, από Προεδρευόμενη σε Προεδρική Δημοκρατία, αποτελεί έναν ακόμα λίθο στον λαϊκισμό που εκπέμπεται αφειδώς τα τελευταία χρόνια, με στόχο τις ανέξοδες λύσεις που με ένα μαγικό, κανονιστικό, ντετερμινιστικό τρόπο, θ’ αναπροσαρμόσει τους θεσμούς και θα λειτουργούν όλα τέλεια σαν να βρισκόμαστε σε μία άλλη χώρα.

Βλέπουμε τα δημόσια αγαθά που αποτελούν βασικούς θεσμούς και μοχλούς σταθερότητας της κοινωνίας και της οικονομίας μας, όπως η δικαιοσύνη και η τήρηση της δημόσιας τάξης, να υπολειτουργούν συστηματικά ή και να ευτελίζονται από το ίδιο το πολιτικό σύστημα με συγκεκριμένες και απαράδεκτες παρεμβάσεις που πλήττουν βάναυσα το κύρος των θεσμών και της δημοκρατίας.

Συγκεκριμένες παρεμβάσεις στην δικαιοσύνη γίνονταν και στο παρελθόν, αλλά πλέον με την παρούσα διακυβέρνηση έχουν πάρει χαρακτήρα χιονοστιβάδας, ενώ οι εξεταστικές επιτροπές στην Βουλή δημιουργούνται με αφορμή κάθε είδους ζήτημα, νομικό, φορολογικό, δημοσιονομικό με στόχο να περάσει στη συνέχεια κάποιο πόρισμα στην δικαιοσύνη, ενώ στην ουσία δεν αποφασίζεται ποτέ τίποτα και αν γίνεται συμβαίνει με τραγική καθυστέρηση με κίνδυνο παραγραφής των όποιων αδικημάτων.

Είναι ενδεικτικό της αποδοτικότητας της δικαιοσύνης, ότι μία αστική υπόθεση για να διεκπεραιωθεί  και να βρει ένας πολίτης το δίκιο του, διαρκεί άνω των 1.000 ημερών όταν ακόμα και αυτό θεωρείται επιτυχία μπροστά στον μέσο όρο των 2.000 ημερών πριν μία δεκαετία.

Το τελευταίο ίσως οχυρό που έχει απομείνει είναι το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο ναι μεν έχει την γνώση και την εμπειρία να κάνει καίριες παρεμβάσεις προστατεύοντας το κύρος των θεσμών, αλλά αρκετές φορές οι αποφάσεις του είναι ανεφάρμοστες καθώς αντικρούουν ιδίως σε δημοσιονομικά ζητήματα στις δανειακές υποχρεώσεις της χώρας και στα προαπαιτούμενα που πρέπει να τηρηθούν ώστε να ληφθούν οι επόμενες δόσεις για την αποπληρωμή του χρέους.

Μέσα σε αυτή την δίνη της θεσμικής ανεπάρκειας, έρχεται για πολλούς η λύση στην οικονομική, κοινωνική αλλά και αξιακή κρίση προτείνοντας μία ριζική αναθεώρηση του Συντάγματος.

Μάλιστα το θέμα αυτό το άνοιξε και η ίδια η κυβέρνηση πρόσφατα καλώντας σε δημόσια διαβούλευση ώστε η Ελλάδα όπως ειπώθηκε να προχωρήσει στην επόμενη μέρα.

Δυστυχώς όμως, δεν φρόντισε κανείς να εξηγήσει, τί είναι αυτό που πρέπει ν’αλλάξει στο Σύνταγμα που ισχύει από το 1975 με αναθεωρήσεις το 1986 και το 2001, ώστε να καταστεί η ελληνική δημοκρατία αποτελεσματικότερη και ν’αμβλυνθεί η οικονομική κρίση.

Η απάντηση είναι ότι και μόνο που περιστρέφεται η συζήτηση γύρω από το Σύνταγμα, αποπροσανατολίζει από τα πραγματικά και μείζονα προβλήματα της χώρας που είναι η έλλειψη εφαρμογής των  υφιστάμενων νόμων και όχι μεταβολής του πλαισίου που τους διέπουν.

Η παρούσα κυβέρνηση όπως και άλλες κυβερνήσεις στο παρελθόν, με υπουργούς, βουλευτές και πολιτευτές, αρέσκονται σε συνταγματικού τύπου λύσεις για την χώρα, αφήνοντας ανέγγιχτη την πολυνομία αλλά και την μη εφαρμογή των νόμων που έχουν ψηφιστεί.

Η φιλολογία και παραφιλολογία για την συνολική αναθεώρηση του Συντάγματος, με αλλαγή ακόμα και του πολιτεύματος για αρκετούς, από Προεδρευόμενη σε Προεδρική Δημοκρατία, αποτελεί έναν ακόμα λίθο στον λαϊκισμό που εκπέμπεται αφειδώς τα τελευταία χρόνια, με στόχο τις ανέξοδες λύσεις που με ένα μαγικό, κανονιστικό, ντετερμινιστικό τρόπο, θ’ αναπροσαρμόσει τους θεσμούς και θα λειτουργούν όλα τέλεια σαν να βρισκόμαστε σε μία άλλη χώρα.

Η παρούσα κυβέρνηση όπως και άλλες κυβερνήσεις στο παρελθόν, με υπουργούς, βουλευτές και πολιτευτές, αρέσκονται σε συνταγματικού τύπου λύσεις για την χώρα, αφήνοντας ανέγγιχτη την πολυνομία αλλά και την μη εφαρμογή των νόμων που έχουν ψηφιστεί.

Επίσης αγνοείται πλήρως η μηχανική και η δυναμική του παρόντος Συντάγματος, που δίνει την δυνατότητα και την ευελιξία ρύθμισης της σύγχρονης πραγματικότητας χωρίς την ανάγκη σημαντικής τουλάχιστον αναθεώρησης.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι η χώρα χρειάζεται να κινητοποιήσει όλες τις δυνάμεις που απαιτούνται ώστε πάνω απ’ όλα να εφαρμόζονται οι νόμοι που απορρέουν από το Σύνταγμα και αφού όλοι γίνουν κοινωνοί αυτής της λογικής και πραγματικότητας, τότε μπορούμε με ψυχραιμία και σε περιβάλλον μεγαλύτερης σταθερότητας και όχι οικονομικής ύφεσης, να συζητήσουμε την όποια αναθεώρηση απαιτούν οι κοινωνικοπολιτικοί συσχετισμοί που έχουν διαμορφωθεί, για να λειτουργήσει ορθολογικότερα και αποτελεσματικότερα το κράτος δικαίου στην χώρα μας.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός