
Του Γ. Λακόπουλου

Στην ουσία πρόκειται για επιλογή των δυνάμεων που τον στηρίζουν, την οποία αποτύπωσε πρόωρα ο Μάκης Βορίδης: πάση θυσία ποτέ πια Αριστερά.
Ο φιλοκυβερνητικός μηχανισμός στα ΜΜΕ προσπάθησε να αναδείξει αυτό το μέτωπο ως «απομόνωση του Τσίπρα» με την ψήφο των αποδήμων. Αλλά δεν βγαίνει.
Ιδίως από τη στιγμή που η σημερινή κυβέρνηση στα κρίσιμα θέματα ακολουθεί την πολιτική των προκατόχων της -που είχε πολεμήσει λυσσαλέα.
Ακριβώς επειδή όσοι προσπαθούν να δημιουργήσουν «αντι-ΣΥΡΙΖΑ πανστρατιά» δεν μπορούν να τη στηρίξουν στη σύγκριση της διακυβέρνησης Μητσοτάκη με την προηγουμένη διακυβέρνηση Τσίπρα, καταφεύγουν στην… προ-προηγουμένη.
Η ΝΔ μετατοπίζει τη βάση για το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο στην κυβέρνηση που αναδείχθηκε τον Ιανουάριο του 2015 και όχι του Σεπτεμβρίου της ιδίας χρονιάς, που παρέδωσε στη σημερινή κυβέρνηση. Τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης ακολουθούν.

Η αρχή έγινε με το Κινάλ, το οποίο η Φώφη Γεννηματά μετατρέπει σε κάτι ανάμεσα σε συμπληρωματική δύναμη της ΝΔ και θυγατρικό κόμμα του Μητσοτάκη. Σταδιακά και με διάφορες αφορμές στο ίδιο μέτωπο οποίο προσέρχονται και άλλοι.
Ο Βαρουφάκης θα πηγαίνει με οτιδήποτε είναι εναντίον του Τσίπρα. Ο Βελόπουλος κατά την παροιμία «κι η μυλωνού τον άνδρα της με τους πραγματευτάδες». Και το ΚΚΕ ακολουθώντας απλώς την προϊστορία του σε ιστορικά λάθη.

Είναι χαρακτηριτικό ότι σ’ αυτή την στρατηγική, που διέτρεχε και την προεκλογική καμπάνια της ΝΔ, επιστρατεύονται κατά καιρούς και ορισμένοι ακραίοι -και μάλλον παρακμιακοί- Ευρωπαίοι παράγοντες.
Π.χ. ο αξιοθρήνητος Βέμπερ- που έλεγε ότι «το πρόβλημα της Ελλάδας είναι ότι την κυβερνούν κομμουνιστές» παπαγαλίζοντας τον Άδωνι. Αλλά και ο περίεργος απόστρατος γραφειοκράτης Βίζερ τον οποίο ανασύρουν σε κάθε ευκαιρία.
Πώς γίνεται μια διαπραγμάτευση
Από απόσταση όλο αυτό δείχνει κωμωδία. Παρά τα λάθη, τις αντινομίες, τα προβλήματα και τα σούργελα της πρώτης κυβέρνησης Τσίπρα,που οδήγησαν σε αποτυχία τη στρατηγική του -και γι’ αυτό την άλλαξε και ζήτησε νέα εντολή- αυτό που έκανε ο τότε Πρωθυπουργός ήταν απολύτως φυσιολογικό σε μια πολιτική διαπραγμάτευση. Και πάντως δικαίωμά του για το οποίο κρίθηκε.

Ο πρώτος που έκανε διαπραγμάτευση στο κοινοτικό πεδίο που δεν άρεσε στο «Διευθυντήριο», όπως έλεγε ο ίδιος – απειλώντας ακόμα και με αποχώρηση από το Συμβούλιο- ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου. Την περίοδο μάλιστα που κυριαρχούσαν ιερά τέρατα της ευρωπαϊκής πολιτικής στα κοινοτικά όργανα.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες της εποχής τον αντιμετώπιζαν σκληρά, αλλά παράλληλα τον θαύμαζαν για την διαπραγμευτική επιμονή του -όπως προκύπτει από εξομολογήσεις της Θάτσερ και του Σμίτ.
Σε κάθε περίπτωση του αναγνώριζαν το δικαίωμα να δώσει τη μάχη για τη πολιτική του και ας διαφωνούσαν.
Ακριβώς το ίδιο έκαναν και με τον Τσίπρα, με πρώτον τον πιο σκληρό αντίπαλό του τον Βόλφρανγκ Σόιμπλε. Τα είπε στον “Σκάι” ο ίδιος: διαφωνούσε και προειδοποίησε τον Τσίπρα, αλλά του αναγνώριζε ότι είχε μια εντολή και την τιμούσε.
Το μέτωπο της γελοιότητας
Όλοι γνωρίζουν ότι παρά την ένταση με την πρώτη κυβέρνηση Τσίπρα στην Ευρώπη -κυρίως από τα καμώματα του Βαρουφάκη- η Ευρώπη μετά τον Σεπτέμβριο του 2015 υποκλίθηκε τον Τσίπρα. Αψευδείς μάρτυρες ο Γιούνκερ, ο Ολάντ, η Μέρκελ κ.λ.π..
Σήμερα η ευρωπαϊκή πολιτική τάξη και η διεθνής κοινότητα αναγνωρίζουν τα επιτεύγματα της κυβέρνησης Τσίπρα. Η συνεργασία του με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και τα κοινοτικά όργανα υπήρξε γόνιμη και είχε αποτέλεσμα.
Μπορεί να υπήρξε ένταση στο παρελθόν, αλλά όλοι ξέρουν ότι παρέλαβε χρεοκοπημένη και αναξιόπιστη χώρα και -διορθώνοντας τα λάθη του- την έστησε στα πόδια της. Όπως όλοι έχουν πικρή πείρα από τον Γ. Παπανδρέου και τον Αντώνη Σαμαρά που προηγήθηκαν -και μερικοί αρχίζουν να βλέπουν κιόλας τα ίδια στον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Δεδομένου ότι στην Ευρώπη αντιμετωπίζουν τον Αλέξη Τσίπρα θετικά και σήμερα, η προσπάθεια να συσταθεί αντι-Τσίπρα μέτωπο με παλιά υλικά οδηγείται στη γελοιότητα. Εξυπηρετεί όσους βρίσκουν ευκαιρία να προσθέσουν ακόμη και στοιχεία της μετεμφυλιακής περιόδου σ’ αυτήν την προσπάθεια -με τη συνδρομή ακραίων στοιχείων που μπήκαν τη Βουλή με τη ΝΔ και ενισχύουν τη δεξιά πτέρυγα της.
Από τις Βρυξέλλες στην Καλαμάτα για… selfie
Υπάρχουν πλέον ορατές ενδείξεις ότι η αναβίωση του προεκλογικού παροξυσμού κατά του Τσίπρα, δεν επιδιώκει μόνο να σκεπάσει τις αδυναμίες και τις κωλοτούμπες της σημερινής κυβέρνησης. Αποκτά όλο και περισσότερο προεκλογικά χαρακτηριστικά.

Στη μεσσηνιακή πρωτεύουσα έφτασε ως την απόπειρα ιδιοποίησης της επένδυσης του καπετάν Βασίλη Κωνσταντακόπουλου στο «Κόστα Ναβαρίνο», έργο της κυβέρνησης Σημίτη που τη ξεκίνησε.
Η παρουσία του είχε από όλα: χειραψίες με «χαρούμενους» πολίτες, μια «τυχαία» συζήτηση με έναν τυχαίο εργαζόμενο, selfie με έναν πιτσιρικά στο δρόμο και αμετροέπεια.
Όταν λέει «βάζουμε τον πήχη της βιώσιμης ανάπτυξης, στο να γίνoυμε οι καλύτεροι στον κόσμο και να μην συμβιβαστούμε με τίποτα λιγότερο», είτε αγνοεί είτε παραβλέπει πώς είναι οι καλύτεροι στον κόσμο και πώς έγιναν.
Όταν επαίρεται ότι «δεν πρόκειται να επιτρέψω να υπάρξει τουριστική ανάπτυξη σε βάρος του φυσικού πλούτου», εκτίθεται: η κυβέρνηση του έχει δώσει ήδη δείγματα γραφής με τα σχέδιά της για την παράδοση του αιγιαλού στην ιδιωτική λεηλασία.
Τελικά το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο είναι ο πυρήνας της σκηνοθεσίας μιας προεκλογικής καμπάνιας συνηθισμένης και προβλέψιμης.
