Κυριάκος Μητσοτάκης: Η εκλογή του είναι η τιμωρία του

Του Γ. Λακόπουλου

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήλθε στην Πρωθυπουργία  όπως ήλθε -κατά δήλωσή του -και στη ζωή: από τύχη. 

Απλώς το λάθος -όπως το ανέφερε ο ίδιος- που έκαναν οι γονείς του ήταν καλοδεχούμενο: προέκυψε ένας ευπρεπής άνθρωπος, με καλή αγωγή, μόρφωση και τρόπους.

Αλλά από τα λάθη που έκανε η προηγούμενη κυβέρνηση  ήταν μοιραία: προέκυψε ένας Πρωθυπουργός που  αυτοδιαψεύδεται από τη μέρα που ορκίσθηκε.

Βοά η επικαιρότητα από την ασυνέπεια, τις ανακολουθίες, τις περίεργες ως ύποπτες επιλογές,  τις υποδηλούμενες συναλλαγές με πρόσωπα και μηχανισμούς,  την  αμφιλεγόμενη  ατζέντα, τις  επιτήδειες υπουργοποιήσεις, τις ματαιώσεις  τύπου Βέμπερ, τα  αυτογκόλ τύπου Τσουβάλα και πρωτίστως  την κατάλυση της  έννοιας της πολιτικής,  που αναδύει η νέα κυβέρνηση.

Το πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα διακυβέρνησης της χώρας εξελίσσεται σε άτυπο προεδρικό ΙΧ σχήμα που εκκολάπτει τον βοναπαρτισμό. Με επικείμενα παράγωγα τον αυταρχισμό και την παραβίαση της ουσίας του  Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής για το εύρος και την ποιότητα άσκησης της εκτελεστικής εξουσίας.

Πολλοί προβλέπουν ήδη πολλά αρνητικά για  την πρώτη κυβέρνηση Μητσοτάκη.  Αλλά, καθώς δε έχει πάρει ακόμη ψήφο εμπιστοσύνης, ας μην σπεύσουμε να την καταδικάζουμε.

Σε τελευταία ανάλυση θα κριθεί από το αποτέλεσμα. Και επιπλέον έχει χρόνο να διορθώσει τα λάθη της. Εκτός αν τα διευρύνει με όσα λέγονται για τον κυοφορούμενο νέο νόμο για τη  σύνθεση και λειτουργία του  Υπουργικού Συμβουλίου.

Ας μείνουμε προς το παρόν στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Ως φορέας της λαϊκής εντολής και με το απεριόριστο δικαίωμα να ασκήσει την διακυβέρνηση όπως κρίνει είναι ο ίδιος που κρίνεται για τις επιλογές του.

Ως  πρώτη εντύπωση  η σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου δεν ενθουσιάζει. Αν εξαιρεθεί η περιθωριοποίησή του Άδωνι και το  φημολογούμενο ρήγμα με τον Σαμαρά- το ρήγμα που συνδέεται με την  περίπτωση της Όλγας Κεφαλογιάννη ας το αφήσουμε προς το παρόν- το κυβερνητικό σχήμα που παρουσίασε ο Πρωθυπουργός περιέχει την απάντηση στο ερώτημα για την απόδοση του: θα  είναι αρνητική.

Η πολιτική ασκείται από πολιτικούς και με πολιτικούς. Όχι μόνο για λόγους  που συνδέονται με τη λαϊκή κυριαρχία και τη δημοκρατική τάξη, αλλά και γιατί η διακυβέρνηση αφορά ανθρώπους και όχι αριθμούς. Διαφορετικά δεν θα ψηφίζαμε ποιος θα μας κυβερνήσει.

Συνεπώς δεν είναι και πολύ ευτυχές ότι θα μας κυβερνήσουν κάποιοι που δεν έχουμε ψηφίσει.

Αυτό το δημοκρατικό έλλειμμα καλύπτεται τυπικά από το θεσμικό εκτόπισμα  του Πρωθυπουργού, που  δικαιούται να διαμορφώσει την κυβέρνησή του ακόμη και με τους «κηπουρούς» του.  Όμως αυτό είναι το πρώτο λάθος του Μητσοτάκη.

Το κυβερνητικό σχήμα που διαμόρφωσε συνδυάζει την παρουσία ασχέτων με την πολιτική στο κυβερνητικό σχήμα- για όχι διαφανείς λόγους- με την ανάθεση  υπερεξουσίας σε ανεύθυνα  -πολιτικά-πρόσωπα του προσωπικού του γραφείου. Αυτά ακυρώνουν αυτή  την ίδια την κυβέρνηση.

Για την ακρίβεια μεταφέρεται κυβερνητική εξουσία σε κάποιους μηχανισμούς εντός και εντός των ορίων του  πρωθυπουργικού βεληνεκούς.

Εντός, με την ανάθεση καταλυτικών ρόλων σε κάποιους που θα ασκούν στο  όνομα του Πρωθυπουργού – εξωθεσμικό- έλεγχο  στους υπουργούς,  στην δημόσια τηλεόραση, στο εθνικό πρακτορείο  ειδήσεων, στις μυστικές υπηρεσίες, στην οικονομία κ.λ.π..

Εκτός, σε μιντιάρχες και οικονομικούς παράγοντες που διεκδικούν ήδη -και μερικοί πήραν- συγκυβέρνηση, ως αντάλλαγμα  στον αγώνα για την  απομάκρυνση της προηγουμένης κυβέρνησης. Όταν δεν υποδεικνύουν με θράσος στον πρωθυπουργό ποιους και γιατί θα επιλέξει.

Όπως είπε κάποτε σωστά ο Κ. Σημίτης, οι υπουργοί δεν είναι υπάλληλοι. Ακύρωση όσων κάθονται στο οβάλ τραπέζι του Υπουργικού Συμβουλίου σημαίνει ακύρωση του Πρωθυπουργού.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στήνει παγίδες στον εαυτό του κατά τρόπο που απειλεί να μετατρέψει την εκλογή του σε τιμωρία του. Συνέβη και με τον Γ. Παπανδρέου- με τον οποίο μοιάζει και σ’ αυτό.