Οι αστυνομικοί βαράγανε αδιακρίτως. Πυροβολούσανε από γειτονικά κτίρια ανθρώπους οι οποίοι πλησίαζαν προς στο πολυτεχνείο, γι αυτό είχαμε και τόσους νεκρούς. Το λέω διότι έχουνε γίνει κατά καιρούς συζητήσεις για το αν υπήρχανε αυτές οι δεκάδες νεκροί. Υπήρξαν όντως τόσοι νεκροί και έχουν περάσει από τα χέρια μας, επομένως δεν τίθεται κανένα θέμα. Έτσι λοιπόν, ανέβηκα και είπα στους υπολοίπους που ήτανε πάνω και συνεδριάζανε, ότι θα έπρεπε να διαπραγματευθούμε ένα είδος εξόδου. Και ζήτησα να έρθει κάποιος μαζί μου να κάνουμε τις διαπραγματεύσεις. Ορίστηκε ο Κώστας Λαλιώτης και βγήκαμε μαζί έξω. Έβγαλα το φανελάκι μου και το έκανα έτσι σαν σημαία, διότι φοβόμουνα κι εγώ μήπως φάω καμία σφαίρα. Δεν το πίστευα για να πω την αλήθεια, ότι θα τα κατάφερνα.

Είχα μόλις γυρίσει από το στρατό. Με είχαν στρατεύσει τον Φλεβάρη, μερικούς μήνες νωρίτερα μαζί με άλλους συνδικαλιστές φοιτητές. Στο στρατό μου φέρθηκαν σχετικά καλά. Δεινοπαθούσες και είχες μεγαλύτερη πίεση απ΄ αυτήν που δέχτηκα εγώ, εάν δήλωνες στο Α2 ότι ήσουνα κομουνιστής. Τότε πέρναγες άσχημα. Ας πούμε, υπήρχε ένας μαζί μας στην Τρίπολη ο οποίος δήλωνε ότι ήτανε κομουνιστής, και ο οποίος κοιμότανε κάθε βράδυ στο κρατητήριο. Κι όταν εμείς πηγαίναμε στο λόφο, αυτός κρατούσε το όπλο στην ανάταση και ανέβαινε τον έναν μετά τον άλλον τους λόφους για να ακολουθεί το τάγμα. Τον ταλαιπωρήσανε πάρα πολύ τον άνθρωπο. Εγώ καλώς ή κακώς στο ιδεολογικό επίπεδο δεν ήμουνα ποτέ κομουνιστής, αν και ανήκα στην Αριστερά.

Όταν η κυβέρνηση Μαρκεζίνη μας απέλυσε από το στρατό, ικανοποιώντας ένα από τα βασικότερα αιτήματα του φοιτητικού κινήματος, θέλαμε να κάνουμε ένα βήμα παραπάνω εναντίον της χούντας. Οι τρεις-τέσσερις ημέρες που προηγήθηκαν της κατάληψης του πολυτεχνείου, δηλαδή η 10η, η 11η Νοεμβρίου μέχρι τη 13η Νοεμβρίου περάσανε κυρίως με τις συνελεύσεις των Σχολών όπου ψηφίζαμε αν θα γίνει ή όχι κατάληψη. Η δικιά μου Σχολή, των Μηχανολόγων, είχε αποφασίσει να μη γίνει η κατάληψη. Το σκεπτικό ήτανε ότι ήμασταν ανώριμοι να συγκρουστούμε με ολόκληρο το κράτος. Υποστήριξα κι εγώ ότι εμείς ήμασταν φοιτητικό κίνημα, δεν είχαμε ορατή σύνδεση με συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους, δεν είχαμε πρόγραμμα, δεν είχαμε στρατηγική. Οι άλλοι είχανε το κράτος στα χέρια τους, είχαν οργάνωση και όπλα. Ποια συμμετοχή θα είχε ο λαός της Αθήνας, δεν μπορούσαμε να το προβλέψουμε τότε. Ως νέοι νομίζαμε ότι θα ξεσηκωθούνε όλοι, αλλά δεν ξεσηκωθήκανε όλοι, τελικά.

Οι Σχολές του πολυτεχνείου έκαναν συνέλευση την Τετάρτη. Άλλες αποφασίσανε υπέρ, άλλες αποφασίσανε κατά, αλλά είχανε ήδη γίνει συνελεύσεις στη Γεωπονική, στη Νομική, όλοι είχανε κάνει τις συνελεύσεις τους, και το αποτέλεσμα ήτανε ότι η πλειονότητα των σχολών επιθυμούσε την κατάληψη. Φυσικά, μετά προχωρήσαμε όλοι μαζί.

Εγώ δεν έβαλα υποψηφιότητα να είμαι στη συντονιστική εμ μέρους της σχολής Μηχανολόγων Ηλεκτρολόγων διότι ήμουνα εναντίον στο να πάρουν τα γεγονότα την έκταση που πήρανε. Εξελέγησαν ο Ολύμπιος Δαφέρμος και ο Γιώργος ο Παπαβασιλόπουλος, αγαπητοί φίλοι και «αδέρφια» μου και οι δύο. Φυσικά ανακατεύτηκα κι εγώ, ανέλαβα τον ανεφοδιασμό στην αρχή και ήμουνα παρών και στις κουβέντες που κάναμε για να αποχωρήσουμε τη δεύτερη μέρα. Διότι από τη δεύτερη μέρα διαφάνηκε ότι κάπως μας ξέφευγε η κατάσταση από τα χέρια.

Είχαμε ήδη περικυκλωθεί, δεν μπορούσαμε να μπούμε και να βγούμε άνετα. Βέβαια, υπήρχε προσφορά σε χρήματα και άλλα πράγματα από τους πολίτες –ήταν θαυμάσιες ημέρες από αυτή την άποψη- αλλά γεγονός είναι ότι είχαμε αποφασίσει να φύγουμε. Έτσι, κατεβήκαμε όλοι κάτω και προσπαθήσαμε να ανοίξουμε τις πόρτες για να εκκενώσουμε το πολυτεχνείο. Δεν μπορέσαμε, διότι κατ΄ αρχάς πολλοί συνάδελφοι, νεότεροι κυρίως, δεν θέλανε. Είμασταν  και περικυκλωμένοι, ήδη η αστυνομία ήταν απέξω και δεν ήταν εύκολο να βγεις. Ίσως πάντως, αν κάναμε μια μαζική έξοδο να το είχαμε πετύχει. Για διάφορους λόγους, λοιπόν, απέτυχε αυτή η προσπάθεια, και μετά μείναμε μέσα. Το κυριότερο δεδομένο που διαμορφώθηκε κατόπιν ήτανε η λειτουργία του ραδιοφωνικού σταθμού. Συσπειρώθηκε πολύς κόσμος, υπήρχαν διαδηλώσεις στην Αθήνα, και το καθεστώς ενοχλείτο πολύ, ήθελαν επειγόντως να τελειώσουν την ιστορία. Επομένως, θεωρώ ότι καλώς αποφασίσαμε να επιδιώξουμε μια κάποια λύση εκτόνωσης της κατάστασης.

Όταν βγήκαμε στην Πατησίων με τον Λαλιώτη, τον πρώτο που συνάντησα ήτανε τον αρχηγό της αστυνομίας, τον Χριστολουκά, ο οποίος μας εξέπληξε. Μου είπε «Σταμέλο μου, τι θα κάνουμε;». Και κατόπιν, συνάντησα τους άλλους που δεν ήξερα τα ονόματά τους αλλά κατάλαβα ότι είναι οι επικεφαλής, ο στρατιωτικός με το πηλήκιο που κοντρολάριζε το άρμα και αυτός που, όπως είπα, δε βρήκαμε ποτέ, ο οποίος φορούσε μπερέ. Συνομιλήσαμε και με τον άνθρωπο της ΚΥΠ που ήτανε εκεί μπροστά. Μερικές κουβέντες γίνανε ακριβώς μπροστά από την πύλη, μερικές κουβέντες γίνανε λίγο πιο δεξιά, στο πεζοδρόμιο. Εμείς τους είπαμε ότι θέλουμε να αποχωρήσουμε, να οργανώσουμε μία έξοδο. Έτσι είχαμε συνεννοηθεί ο Κώστας κι εγώ με τη Συντονιστική μας Επιτροπή, διότι βλέπαμε ότι είχαμε ηττηθεί από αυτή την άποψη. Περικυκλωμένοι ήμασταν, τι να κάναμε; Δεν είχαμε όπλα εμείς. Ούτε και θέλαμε να σκοτώσουμε φαντάρους. Διότι σε κάθε πράξη που πας να κάνεις, θα πρέπει να μετράς το τι έχεις να πληρώσεις και το τι αναμένεις να πάρεις.

Αφού μας είπαν, λοιπόν, επανειλημμένα να ανοίξουμε την πύλη, ο Κώστας κι εγώ προσπαθήσαμε να την ανοίξουμε από μέσα, να βγάλουμε τα σίδερα και να απομακρύνουμε το αυτοκίνητο. Όμως, μόλις βγάζαμε ένα σίδερο, στη θέση του μπαίνανε άλλα δυο-τρία από άλλους φίλους μας και συναγωνιστές μας ή από αριστεριστές οι οποίοι επιζητούσαν την κορύφωση. Πέρασε μία με μιάμιση ώρα που προσπαθούσαμε να κάνουμε αυτό το πράγμα. Εν πάση περιπτώσει, οι στρατιωτικοί αποφασίσανε να εισβάλλουν χωρίς να συμφωνήσουμε εμείς, παρότι τους ζητάγαμε περισσότερο χρόνο μήπως μπορέσουμε και ανοίξουμε την πόρτα. Διότι βρίσκονταν και άνθρωποι πίσω από την πόρτα, δεν ξέραμε τι θα συνέβαινε αν έπεφτε το άρμα επάνω.

Στις διαπραγματεύσεις, εκείνος που ήτανε τέρας ψυχραιμίας ήταν ο εκπρόσωπος της ΚΥΠ και αυτός με τον μπερέ και το πουλόβερ, των ΛΟΚ. Ο Γουνελάς(επικεφαλής των τανκς-ΣΣ) προσπαθούσε να αποφύγει να ρίξει την πόρτα. Τον τιμώ γι’ αυτό. Βέβαια, τελικά εισέβαλε. Θα μπορούσε να έχει αρνηθεί την εντολή, με προσωπικό κόστος. Δεν το θέλησε και θα είναι υπεύθυνος που δεν θέλησε να το κάνει. Μην του ρίχνουμε όμως και όλο το βάρος. Όλοι άνθρωποι είμαστε. Ήταν φοβερά δύσκολο εκείνη τη στιγμή, ό,τι και να είχε στην καρδιά του ή στο μυαλό του, να αρνηθεί αυτή την εντολή. Πάντως, εμείς δε συμφωνήσαμε να γίνει η εισβολή. Ο Γουνέλας υποστηρίζει ότι εγώ κι ο Κώστας Λαλιώτης, ως εκπρόσωποι της Συντονιστικής, ή η ίδια Συντονιστική, συμφωνήσαμε να πέσει το τανκ επί της πόρτας, αυτό δεν έγινε. Δεν θα τολμούσαμε  άλλωστε ποτέ, ούτε εγώ ούτε ο Κώστας, να πούμε ότι συμφωνούμε να μπει το τανκ.

Υπήρξε κάποια προειδοποίηση για την εισβολή του τανκ, αν και δεν θυμάμαι κάποιος να μίλησε με τηλεβόα. Πιθανόν και να μην το θυμάμαι εγώ προσωπικά. Υπήρχε πολύ μεγάλη φασαρία, πολύ μεγάλη σύγχυση. Πάντως, γεγονός είναι ότι προτρέπαμε πλέον τον κόσμο να απομακρυνθεί. Εγώ ήμουνα εκεί κοντά κι έλεγα ότι θα μπει το τανκ. Όταν μπήκε, εγώ ήμουνα δυο μέτρα από την αριστερή κολόνα της πύλης. Ευτυχώς, χτύπησε μόνο η Ρηγοπούλου την οποία δεν είδα εκείνες τις στιγμές. Από κει και πέρα, ξεκίνησε η έξοδος των φοιτητών προς τα αριστερά και δεξιά, και η αστυνομία συνέχισε να ασχημονεί. Οι στρατιωτικοί κάπως προστατεύανε τα παιδιά να φύγουνε, δεν τα χτυπάγανε. Αντιθέτως, οι αστυνομικοί τα βαρούσανε την ώρα που βγαίνανε, το είδα ιδίοις όμμασι αυτό. Η Ασφάλεια ήτανε αυτή που χτυπούσε περισσότερο, αλλά και οι ένστολοι της ελληνικής αστυνομίας.

Μετά μπήκαμε μέσα με τον Κώστα Λαλιώτη συνοδεύοντας τους επικεφαλής στο πρόχειρο νοσοκομείο που είχαμε στήσει όπου τους δείξαμε και τους δυο νεκρούς που είχαμε. Μας ζήτησαν να τους πάμε και στο ραδιοφωνικό σταθμό, να τους τον παραδώσουμε. Πράγματι, τους πήγαμε, αλλά είχε σιγήσει πια ο σταθμός τότε. Και κατόπιν, βγήκαμε έξω. Όταν βγήκαμε έξω με τους επικεφαλής, είχε φύγει πλέον η πλειοψηφία των εγκλείστων. Αφού άδειασε λοιπόν ο χώρος του πολυτεχνείου, είπαμε στον στρατιωτικό υπεύθυνο να μας δώσει ένα τζιπ να πάμε σπίτια μας, γιατί η αστυνομία περίμενε δίπλα να μας συλλάβει, ή εν πάση περιπτώσει να κάνει κάτι για να μας προστατεύσει. Αυτός αρνήθηκε,  και μας είπε μόνο να φύγουμε. Μόλις φύγαμε, μας πιάσανε, φυσικά, οι αστυνομικοί. Μας βάλανε σε μία κλούβα όπου με βάρεσε εμένα μέσα στην κλούβα, ο ίδιος ο αρχιασφαλίτης ο Καλύβας. Μαζί με άλλους που είχανε συλλάβει στην πόρτα, μας πήγανε στο αρχηγείο της χωροφυλακής. Όχι μόνο τον Κώστα Λαλιώτη κι εμένα αλλά και διαφόρους συναδέλφους μας, ήτανε γεμάτη η κλούβα. Εκεί παραμείναμε δυο-τρεις μέρες, και κατόπιν μας πήρανε για το ΕΑΤ-ΕΣΑ.

Στις ανακρίσεις στο ΕΑΤ-ΕΣΑ προσπαθούσανε φυσικά να εκμαιεύσουν πληροφορίες από εμάς για συναδέλφους, οργανώσεις και τα λοιπά όπως και για διάφορα γεγονότα τα οποία βασικά τα ξέρανε. Η προσπάθειά τους ήτανε να στοιχειοθετήσουνε εναντίον μου κατηγορίες για αντικαθεστωτική δράση. Εμένα προσωπικά με είχανε κατηγορήσει  για απόπειρα ανατροπής του πολιτεύματος,  κι έτσι είχα απολογηθεί σε στρατοδίκη. Όταν τελείωσαν οι ανακρίσεις, πήγα κρατούμενος σε ένα στρατόπεδο κάπου στο Χαϊδάρι. Αφού έπεσε ο Παπαδόπουλος, με αφήσανε στις 24 Δεκεμβρίου να πάω σπίτι μου».