Κυρ. Μητσοτάκης: Στη Βουλή για τα ΑΕΙ -με σύνδρομο γαλοπούλας πριν τα Χριστούγεννα

Του Γ. Λακόπουλου

Πρώτα, η πραγματικότητα. Στα ελληνικά πανεπιστήμια ανθούν φαινόμενα βίας. Όχι τα τελευταία χρόνια. Είναι φαινόμενο της Μεταπολίτευσης -και προγενέστερο.

Το ανέχθηκαν όλα τα κόμματα και πρωτίστως η Αριστερά και το ΠΑΣΟΚ -που κυβέρνησε κιόλας και θέσπισε το άσυλο κατά τρόπο που διευκόλυνε τις ομάδες της παραβατικότητας να το αξιοποιούν σε βάρος του πανεπιστήμιου.

Αντιστοίχως και η ΝΔ ως κυβέρνηση δεν άλλαξε πολύ αυτή την  κατάσταση-για ευνόητους λόγους.  Αυτή είναι η αλήθεια. Και αν πρέπει να αλλάξει χρειάζεται κοινή βούληση και συνύπαρξη των πολιτικών δυνάμεων.  Γιατί δεν είναι μόνο η βία και η παραβατικότητα.

Είναι η ρυπαρή εικόνα των πανεπιστημιακών χώρων. Που δεν οφείλεται μόνο στην μεταφορά πολιτικών δράσεων πάσης φύσεως στο Πανεπιστήμιο. Απεικονίζει την ατομική και συλλογική κουλτούρα και νοοτροπίες που έρχονται από παλιά.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, όπως κάθε κυβέρνηση και η σημερινή οφείλει να εξαντλήσει κάθε νομοθετικό και διοικητικό μέτρο, χωρίς υπερβολές καθώς έχουμε να κάνουμε με νέους ανθρώπους και χωρίς να παραβιάζεται η αυτονομία των ΑΕΙ.

Μετά, η πολιτική αντιμετώπιση: Τα προηγούμενα σημαίνουν ότι ο πρόεδρος της ΝΔ Κυριάκος Μητσοτάκης είχε δίκιο σε όσα είπε χθες στη Βουλή και βγήκε μάλιστα και ωφελημένος από την παρουσία του; Καθόλου.

Πρώτα γιατί επιδόθηκε σε υπερβολές και ακρότητες, σε περιγραφές, γενικεύσεις και επισημάνσεις, τσουβαλιάζοντας τα πάντα κατά τρόπο που δυσφημεί το Πανεπιστήμιο. Προφανώς υπάρχουν προβλήματα αυθαιρεσίας, παραβατικότητας, βίας  και εγκληματικότητας  -συχνά από εξωπανεπιστημιακούς. Αλλά η συνολική εικόνα δεν είναι αυτή που προσπάθησε να παρουσιάσει ο επικεφαλής της ΝΔ.

Ίσως γιατί δεν είχε ιδέα τι είναι το ελληνικό πανεπιστήμιο. Αλλά και γιατί έχει προβληματική αντίληψή για την ελληνική νεολαία, τη συμμετοχή της στα κοινά και το αγωνιστικό της φρόνημα, αν κριθεί από τον αστείο τρόπο με τον οποίο κατηγορεί τον Τσίπρα γιατί μετείχε στις  καταλήψεις της γενιάς του, ενώ ο ίδιος απέχτησε τρία πτυχία. Κοίταζε τα μαθήματα του, όπως έλεγε ο Χριστόδουλος. Ούτε χρειάσθηκε να δουλεύει και να σπουδάζει…

Όσες ευθύνες και αν έχει η κυβέρνηση ως εκτελεστική εξουσία για την κατάσταση στα Πανεπιστήμια, η επιδίωξη του Μητσοτάκη με αυτή την ερώτηση είναι αυτή που δήλωσε ωμά: θέλει να καταργηθεί το άσυλο.

Σε τι τον ενοχλεί; Όχι στο ότι προστατεύει την ανομία- που συμβαίνει κι αυτό.  Αλλά γιατί είναι εμπόδιο στον κεντρικό του στόχο που είναι η ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης.

Προβάλλοντας το δημόσιο πανεπιστήμιο ως τόπο βίας και κίνδυνων, πριμοδοτεί την ιδέα της ιδιωτικοποίησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Έδειχνε να μην αντιλαμβάνεται καν την ιστορική ανάλυση που του έκανε ο Τσίπρας  για τη γέννηση του δημοσίου πανεπιστήμιου και το ρόλο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο δυτικό κόσμο. Μένει στην εμπορική εκμετάλλευση της έννοιας πανεπιστημίου με ταξικά κριτήρια και τον μικροκομματισμό  -από τα δεξιά.

Τα  υπόλοιπα είναι ψιλά γράμματα γι’ αυτόν. Υπήρχε μια αφασία στην παρουσία του. Απέναντι στα επιχειρήματα του Πρωθυπουργού, κατάφερε ακόμη και τα αδύναμα επιχειρήματα που είχαν βάλει στα κείμενα του οι λογογράφοι του να τα απαξιώσει…

Ο πρόεδρος της ΝΔ, που δεν απέφυγε πάλι τις μικροπρέπειες – το ψέμα ότι τάχα «οι κλούβες των ΜΑΤ φυλάνε το σπίτι σας» και υπαινιγμούς της κακιάς ώρας-  εμφανίσθηκε στη Βουλή για να υποστηρίξει τους δυο από τους τρεις κεντρικούς άξονες  της  πολιτική του.

Πρώτα την ακροδεξιά ατζέντα «νόμος και τάξη» που  κυριαρχεί στο δημόσιο λόγο του. Μετά την εμμονή ιδιωτικοποίησης της  εκπαίδευσης, μέσα στη γενική ιδιωτικοποίηση που πρεσβεύει. Σ’ αυτά εξαντλήθηκε η όποια επιχειρηματολογία του. Αλλά δεν έχασε την ευκαιρία να προτάξει και το τρίτο: το μεταναστευτικό, για το οποίο ζήτησε νέα συζήτηση.

Τα συμπεράσματα: Το πρώτο είναι ότι από όλους τους αρχηγούς και πρωθυπουργούς, που είχε ως τώρα  η ΝΔ, ο Μητσοτάκης επιλέγει να μοιάζει με τον Αντώνη Σαμαρά. Δεν ενστερνίζεται απλώς τις ακραίες θεωρίες του αλλά λειτουργεί ως ηχώ  του: υιοθετεί το ύφος, τη ρητορική, την ρηχή προσέγγιση και την ευτέλεια  των επιχειρημάτων. Μόνο την μαγκιά της «ανδρικής σχολής» δεν έχει αντιγράψει ακόμη.

Το δεύτερο είναι ότι δεν έφερε στη Βουλή αυτό το θέμα γιατί τον ενδιαφέρει η κατάσταση για το Πανεπιστήμιο. Ούτε απέξω δεν έχει περάσει  στη ζωή του.  Εκτός από την προβολή των ιδεολογικών δεσμεύσεων προσπάθησε να κερδοσκοπήσει πολιτικά. Και όταν είδε δεν τον παίρνει, απέναντι στον Τσίπρα, εξέπεσε  ως ομιλητής για μια ακόμη φορά: ο Πρωθυπουργός  είναι με την παρανομία,  την τρομοκρατία και τους εγκληματίες και ανήκει σ’ αυτούς που έκαψαν  την Αθήνα.

Σα να παπαγάλιζε ραδιοφωνικό σχολιαστή συγκεκριμένου συγκροτήματος που τον στηρίζει- αυτός με τα σημειώματα. Ύφος και περιεχόμενο ίδιο και απαράλλαχτο.

Το τρίτο συμπέρασμα είναι το συνηθισμένο. Παρότι ο Αντώνης Παπαγιαννίδης σχολίασε ότι στην αντιπαράθεση υπήρχαν στοιχεία συζήτησης, ο πρόεδρος της ΝΔ έδειχνε σαν γαλοπούλα που βιάζεται να έλθουν τα Χριστούγεννα. Για μια φορά ακόμη πήγε για μαλλί και βγήκε  κουρεμένος. Στο ρελαντί ο Τσίπρας- και χωρίς να υψωθούν οι τόνοι εκατέρωθεν- τον γείωσε. Αφού δεν τόχει, γιατί τον πάνε διαρκώς στο σφαγείο;