Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Μίκης Θεοδωράκης: «Είμαι ένας Γερμανός συνθέτης στο Αιγαίο!»

Συνέντευξη στον Ν. Λακόπουλο

H πρώτη -και μοναδική συνάντησή μου με τον Μίκη Θεοδωράκη έγινε στο Club Decadence το 2006, όταν με τον εγγονό Μίκη είχαμε την φαεινή ιδέα να οργανώσουμε ένα dj-ing set με έργα του και μάλιστα στο σπίτι του Αντιβασιλιά της χούντας- όπου λειτούργησε -και ξαναλειτουργεί- το Club Decadence.

Eίχανε γίνει τόσα για τον Μίκη, αλλά ένα dj-ing set μάλλον δεν είχε γίνει ποτέ. Θα κρατούσε- όπως και έγινε- οχτώ ώρες και η αρχική ιδέα είναι να συνδέσουμε τον Μίκη με την ροκ πλευρά της εποχής του- όπως οι Rolling Stones- αλλά και σημερινά group όπως οι Chaiser Chiefs και οι Killers.

Ώσπου έπεσαν στα χέρια μου οι διασκευές των Savage Republic -ένα πανκ συγκρότημα από το Los Angeles- όπως ο Αντώνης- που κρατούσαν τον εμβατηριακό χαρακτήρα- και με αυτούς υποδεχτήκαμε τον Μίκη- χρησιμοποιώντας τα και ως συνδετικά ανάμεσα στα τραγούδια του φιλοξενούμενου μας- που για τις ανάγκες του πάρτι- έπρεπε, όπως οι αργές εισαγωγές- να …κοπούν!

Την επιμέλεια είχε ο Δημήτρης Τζουβάνος για το πρώτο μέρος που άρχισε στις έξι το απόγευμα- προκειμένου να έρθει και ο Μεγάλος Guest. Ο Bασίλης Τζούνης των Raindogs ανέλαβε τα υπόλοιπα και γω να κάνω ένα δίωρο πρόγραμμα όπου εκατόν πενήντα άτομα χόρευαν λες και ήταν σε ντίσκο.

Ξέραμε από την προηγούμενη μέρα πως ο Μίκης -δύσκολα μετακινιόταν πια- δεν επρόκειτο ναρθεί. Δεν δώσαμε μεγάλη δημοσιότητα στο θέμα, ώστε να μην εκτεθούμε σε κάμερες, αν και όπως κατάλαβα μετά ο Μίκης μάλλον τις επιζητούσε. Το πάρτι θα γινόταν έτσι κι αλλιώς.

Στις έξι και μισή χτύπησε το κινητό μου.

«Πώς θάρθουμε; Είμαστε στην Καλλιδρομίoυ”.

Ήταν ο σωφέρ του Μίκη.

«Μα» πήγα να πω.

«Τι μα. Τι έχει ο Μίκης; Αυτός οδηγεί και γω τον συνοδεύω».

Επτά παρά ο Μίκης ανέβηκε σηκωτός τα δύσκολα σκαλοπάτια της οδού Πουλχερίας.

(Aύριο η συνέχεια)

 

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ DECADENCE TIMES

Θα ξεκινήσω με μια ερώτηση που ζήτησαν να σας μεταφέρω. Είναι μια ομάδα νέων καλλιτεχνών- περίπου δέκα- που θέλουν να σας συναντήσουν με σκοπό λένε ένα μανιφέστο, ένα πλάνο ιδεών, για το μέλλον του σύγχρονου πολιτισμού. Θα μπαίνατε στον κόπο να τους δεχτείτε; Κι αν όχι τι θα τους λέγατε μέσα από αυτή την συνέντευξη;

Είναι θέμα υγείας. Ο γιατρός δεν μου επιτρέπει συχνές επισκέψεις και κατά προτίμηση όχι πάνω από τρία άτομα. Με αυτούς τους όρους θα μπορούσε να διοργανωθεί η συνάντηση. Σημειωτέον ότι θα ήθελα κι εγώ να γνωρίσω προσωπικά τους νέους μας μουσικούς.

Σερφάρετε; Έχετε λογαριασμό το Facebook και το τουίτερ;

Έχω έναν τράγο, ονόματι Χανιώτη, που με εκπροσωπεί στο Facebook. Μόνο που η φωτογραφία του είναι ελλιπής. Κανονικά στο ένα κέρατο θα έπρεπε να είναι περασμένη η Κρητική λύρα και στο άλλο ένα τουφέκι. Πρόκειται για τον οικογενειακό μου θυρεό.

«Να μετέφερα εμπορεύματα με καϊκι στο Αιγαίο. Να πιάνω λιμάνια και να κάθομαι μια βδομάδα (ξεφόρτωμα-φόρτωμα) σε ταβερνίτσες με ωραία παρέα ναυτικών. Φορτηγατζής μεγάλων αποστάσεων. Με στάσεις σε καθορισμένα στέκια σε πολλές χώρες, να χαζεύω, να πίνω και να χορεύω με ωραία παρέα σωφεραίων.

Yπήρξατε συνεργάτης – αρθρογράφος της «Ελευθεροτυπίας» το 1975. Moυ είπαν ότι έχετε υπάρξει και μουσικοκριτικός με το ψευδώνυμο «Δαφνωτής»! Τι γράφατε; Υπάρχουν αυτά τα κείμενα σας; Θα μπορούσαμε να τα βρούμε και να τα αναδημοσιεύσουμε;

Μ.Θ. Στην δεκαετία του ’50 έγραφα μουσική κριτική και άρθρα σε μια ημερήσια εφημερίδα, την «Δημοκρατική Αλληλεγγύη» με το όνομά μου και παράλληλα στην «Αυγή» με το ψευδώνυμο Δαφνιώτης (από το χωριό Δάφνη της Ικαρίας, όπου ήμουν εξόριστος). Πολλά από αυτά, όπως και ορισμένα άλλα που είχαν δημοσιευθεί στο περιοδικό «Κριτική» του Μανώλη Αναγνωστάκη, κυκλοφόρησαν σε βιβλίο με τίτλο «Για την Ελληνική Μουσική» από τις Εκδόσεις «Θεμέλιο» και αργότερα από τον «Καστανιώτη».

Ο Mίκης και η Μυρτώ Θεοδωράκη στο Club Decadence – 2006

Αναρωτιέμαι αν δεν ήσασταν μουσικός τι άλλο θα θέλατε να είστε…

Μ.Θ. Πριν με χτυπήσει ο κεραυνός Μπετόβεν με την «Ωδή στη Χαρά», στα 1942 που άλλαξε εκ βάθρων τη ζωή μου, προοριζόμουν για αρχιτέκτονας. Είχα μυαλό μαθηματικό. Τι θα ήθελα να είμαι γενικότερα.

Πρώτον: Να μετέφερα εμπορεύματα με καϊκι στο Αιγαίο. Να πιάνω λιμάνια και να κάθομαι μια βδομάδα (ξεφόρτωμα-φόρτωμα) σε ταβερνίτσες με ωραία παρέα ναυτικών.

Δεύτερο: Φορτηγατζής μεγάλων αποστάσεων. Με στάσεις σε καθορισμένα στέκια σε πολλές χώρες, να χαζεύω, να πίνω και να χορεύω με ωραία παρέα σωφεραίων.

Μίμης Ανδρουλάκης, Νίκος Λακόπουλος- μάνατζερ Club Decadence- Μίκης Θεοδωράκης -2006 Decadence.

Eίναι αλήθεια ότι είστε αξιωματικός της Λεγεώνας της Τιμής; Πρόσφατα σας τίμησε και η Ακαδημία Αθηνών, μάλλον κάπως αργά. Θέλετε να μιλήσουμε γι΄ αυτές τις εμπειρίες;

Μ.Θ. Ας μην ξύνουμε πληγές καλύτερα..

Είχατε πει πως είστε ένας άγνωστος συνθέτης στην Ελλάδα. Στο τελευταίο λαϊκό κέντρο και ταβερνάκι θα ακούσουμε ένα δικό σας τραγούδι. Τι εννοείτε όταν λέτε πως είσαστε άγνωστος συνθέτης;

Μ.Θ. Συνθέτης είναι εκείνος που γράφει συμφωνική μουσική. Αυτός που γράφει τραγούδια είναι τραγουδοποιός… Όσον αφορά τη συμφωνική μουσική, αυτή βγαίνει από το κεφάλι, βασικά μαθηματικό, γιατί με τους ήχους χτίζεις από μονοκατοικίες μέχρι ουρανοξύστες… Γι’ αυτό κι εγώ πιστεύω ότι είμαι ένας «Γερμανός» συνθέτης γεννημένος στο Αιγαίο και ένας Κρητικός τραγουδοποιός που έζησε στο Παρίσι. Το ξέρω ότι είμαι πολύπλοκος και κατανοώ ότι είναι δύσκολο να γίνω γνωστός στην ολότητά μου. Ίσως αυτό να συμβεί σε βάθος χρόνου. Πάντως, επειδή κι εγώ έχω μεγάλη αδυναμία στο καλό τραγούδι (ομολογώ ότι αυτό με γεμίζει 100%), θεωρώ τον εαυτό μου ευτυχή γιατί τα τραγούδια μου βρήκανε γόνιμο χώμα για ν’ ανθίσουν πάνω στις καρδιές γενικά όλων των ανθρώπων και ειδικά των συμπατριωτών μου, που είναι και το πιο δύσκολο.

Kάπου λέτε πως ο Παρτσαλίδης σας έκανε κομματικό σεμινάριο για να γίνετε επαγγελματικό στέλεχος αλλά καθώς ένα γραμμόφωνο έπαιζε τη Σερενάτα του Σούμπερτ του είπατε «Σύντροφε, δεν είμαι γω γι αυτή τη δουλειά. Θα είμαι μαζί σας, αλλά εγώ έχω δώσει την καρδιά μου στη μουσική».

Μ.Θ. Έτσι είναι. Μετά την απελευθέρωση, στα 1944, θυμάμαι στην οδό Ερμού, στα γραφεία της Ελεύθερης Ελλάδας (της απογευματινής εφημερίδας του Κόμματος) μιαν ηλιόλουστη μέρα να μας αναλύει το βιβλίο του Στάλιν «Λενινισμός» ο Μήτσος Παρτσαλίδης κι από το απέναντι σπίτι ένας φωνογράφος να παίζει την Σερενάτα του Σούμπερτ. Τότε, με μιας μάτωσε η καρδιά μου και σηκώθηκα και είπα στον Παρτσαλίδη: «Σύντροφε, δεν κάνω για τούτη τη δουλειά. Είμαι μουσικός. Όμως θα βρίσκομαι πάντα στην πρώτη γραμμή του αγώνα». Κι αυτό ακριβώς έκανα.

Με τον δικό του «Ζορμπά» Αντονι Κουίν

Ξέρω ότι ο παππούς σας ήταν ράφτης και κάπου λέτε ασχολήθηκε με την πολιτική και καταστράφηκε. Εσείς μετανιώσατε που δώσατε τη ζωή σας στην πολιτική όσο και στην τέχνη;

Μ.Θ. Ο Μιχάλης Θεοδωράκης, ο παππούς μου, ανήκε σε οικογένεια αγωνιστών. Ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους σε μάχη. Ο ίδιος ήταν εξαιρετικά μορφωμένος, όμως για να ζήσει σπούδασε ως υπότροφος του Ελληνικού Κράτους στην Κωνσταντινούπολη φραγκοράφτης. Το ραφείο του στο Συντριβάνι στα Χανιά ήταν απέναντι από το δικηγορικό γραφείο του Ελευθερίου Βενιζέλου, με τον οποίο υπήρχε στενή συγγένεια, δεδομένου ότι η αδελφή του είχε παντρευτεί τον αδελφό της γιαγιάς μου. Διαφωνήσανε όμως, γιατί υπήρχε τότε η διαμάχη ανάμεσα σ’ αυτούς που ήθελαν την Κρήτη ανεξάρτητη και σε κείνους που ζητούσαν την ένωση με την Ελλάδα. Γνωρίζω ότι ο παππούς μου έραψε το φράκο του Βενιζέλου όταν έγινε πρωθυπουργός. Όμως στο μεταξύ οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν σε βαθμό που όταν ο Βενιζέλος του ζήτησε να του ράψει μερικά κοστούμια, εκείνος του είπε «Λευτεράκη, δεν θέλω τον παρά σου. Και σε παρακαλώ να μην ξαναπατήσεις στο μαγαζί μου». Και επειδή όσοι ντύνονταν ευρωπαϊκά ήταν Βενιζελικοί, από την άλλη μέρα δεν πάτησε κανείς πια στο μαγαζί του, με αποτέλεσμα να πέσει μεγάλη πείνα στην οικογένεια.

Εγώ που θεωρώ τον εαυτό μου πιστό διάδοχο του παππού μου, γιατί μου αρέσει να λέω τα σύκα-σύκα και την σκάφη-σκάφη, φυσικά λυπήθηκα που στέρησα από τη μουσική μου τόσα πολύτιμα χρόνια. Και τι χρόνια! Μαύρα κι άραχλα. Όμως δεν μετανοιώνω, γιατί αυτό που θεωρείτε εσείς «πολιτική», ήταν για μένα πατριωτισμός. Βλέπετε, έτυχε να ζήσω μια ξένη κατοχή, έναν εμφύλιο πόλεμο και μια στρατιωτική δικτατορία. Τι έπρεπε λοιπόν να κάνω; Να αφήσω τους άλλους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα; Εάν έκανα κάτι τέτοιο, θα ντρεπόμουν για τον εαυτό μου και η μουσική μου θα ήταν κάλπικη.

Όσον αφορά τη συμφωνική μουσική, αυτή βγαίνει από το κεφάλι, βασικά μαθηματικό, γιατί με τους ήχους χτίζεις από μονοκατοικίες μέχρι ουρανοξύστες

Ως μαθητής τρίτης τάξεως το 1940 κάνετε ήδη συνθέσεις. Κάπου είδα ένα μουσικό τετράδιο που αναφέρετε λέτε σε δυο έννοιες. Την Πίστη και την Πατρίδα; Είναι τα «Tετράδια για την Πίστη και την Πατρίδα». Mάλλον δεν έχετε ξεφύγει ποτέ από αυτές τις δύο έννοιες στη ζωή σας….

Ο Τράγος για τον οποίο σας μίλησα πριν, έχει τη δική του ιστορία. Η μητέρα του πατέρα μου, η γιαγιά μου Αικατερίνη, συμμετείχε με το όπλο στο χέρι στις μάχες που έδινε κατά των Τούρκων ο πατέρας της ο Γεώργιος Σπυριδάκης, οπλαρχηγός του νομού Χανίων. Οι Τούρκοι έκαψαν δυο φορές την περιουσία μας (χιλιάδες ελιές) και για να σωθούν οι δικοί μου, πήγαιναν με καϊκι πρώτα στη Σύρο και μετά στη Ζάκυνθο. Όπως και ο Διονύσιος Σολωμός… Η γυναίκα του Γεωργίου Σπυριδάκη ήταν κόρη του Ιωάννη Χάλη, που μαζί με τους αδελφούς του Βασίλειο και Στέφανο αναδείχθηκαν σε οπλαρχηγούς όλης της Κρήτης. Για να τους τιμήσει ο Καποδίστριας έδωσε τον τίτλο του Στρατηγού στον Βασίλειο, ενώ ο Στέφανος που σκοτώθηκε σε μάχη σε ηλικία 27 ετών φέρεται να είναι ο τραγουδοποιός που έκανε το «Πότε θα κάνει ξαστεριά».

Από την γενιά των Θεοδωράκηδων, ο γενάρχης Θεοδωρομανώλης αντικατέστησε το βιολί με την κρητική λύρα και θεωρείται ως δημιουργός πλήθους χορών και ριζίτικων. Να λοιπόν ποιος είναι ο ρόλος του πολέμου και της μουσικής, της Λευτεριάς και της Πατρίδας που τρέχει μέσα στο αίμα μου.

Πατρίδα και πάλι Πατρίδα. Όπως και Λευτεριά και πάλι Λευτεριά. Μαζί με τον Αγώνα, γιατί δίχως αυτόν θα ήμασταν σκουλήκια. Εμάς των Κρητικών, το σύμβολό μας είναι ο Αετός!

Υπάρχει ένα πρόσωπο για το οποίο θέλω να μου μιλήσετε. Ο Φιλοκτήτης Οικονομίδης, ο δάσκαλος σας.

Μ.Θ. Για να καταλάβετε το μέγεθός του, θα σας πω μόνο μια φράση που μου έλεγε: «Θα πρέπει να μάθεις τόσο καλά τους κανόνες της Αρμονίας και της Αντίστιξης, ώστε μια μέρα να κατορθώσεις να τους ξεπεράσεις».

Eσείς ζήσατε και διαμορφώσατε ο ίδιος μια ηρωϊκή εποχή. Πιστεύετε ότι σήμερα υπάρχει περιθώριο για ηρωϊσμό, εμβατήρια πνευματικά και μανιφέστα;

Μ.Θ. Δεν ήταν η εποχή μας ηρωική. Εμείς ήμασταν ήρωες…

Tι θα λέγατε σε έναν έφηβο;

Σήκω και στάσου Όρθιος!

 

ΑΥΡΙΟ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ

(ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ-ΟΙ ΦΩΤΟ ΣΤΟ DECADENCE ΑΠΟ BINTEO ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ)

Μίκης και πάθος πάνε πάντα μαζί σε κάθε κίνηση του μεγάλου συνθέτη