Σάββατο 29 Ιουλίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Μίκης Θεοδωράκης: Σαν τη θάλασσα που κυματίζει

Του Νίκου Γαλάτη

Πάνε δεκαπέντε χρόνια που ο Μίκης Θεοδωράκης είπε πως τελείωσε ως μαέστρος, αλλά επέστρεψε. Λίγα χρόνια μετά είχε πράγματι τελειώσει όταν στο Ηρώδειο πήγε με καροτσάκι. Τον ανέβασαν πάνω στη σκηνή στο τέλος της συναυλίας. Έπιασε την μπαγκέτα κι έκανε ένα τραγούδι- το Στρώσε το σώμα σου για δυο- ή μάλλον το ρεφρέν του να διαρκεί σαρανταπέντε λεπτά, ενώ ο Μίκης διηύθυνε πάλι, αλλά όχι την ορχήστρα. Το κοινό που παραληρούσε.

Ύστερα επέστρεψε στην πολιτική -με τη Σπίθα του- για να πει και πάλι πως τελείωσε και με την πολιτική. Αλλά επέστρεψε από την σιωπή του για να ξαναγυρίσει και να …ξαναεπιστρέψει. Τώρα, πια ένα βίντεο- της κόρης του, της Μαργαρίτας- τον δείχνει να …πλέκει! Με ένα ακόμα βιβλίο- με έναν πολύ συγκινητικό επίλογο, μας αποχαιρετά και πάλι -ως συγγραφέας.

Είναι το «τελευταίο»,  λέει, με τίτλο «Μονόλογοι στο λυκαυγές» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ. Αποτελεί τη συνέχεια και ολοκλήρωση του προηγούμενου βιβλίου «Διάλογοι στο λυκόφως. 90 συνεντεύξεις». «Το δίδυμο “Διάλογοι στο Λυκόφως” – “Μονόλογοι στο Λυκαυγές” πραγματεύεται την τελική μου προσπάθεια να συνδέσω το Τέλος και την Αρχή μιας νέας Ουτοπίας ως επιστέγασμα της ζωής και του έργου μου», γράφει ο Μίκης Θεοδωράκης στην αρχή του νέου του βιβλίου, συνδέοντας τις δύο εκδόσεις.

«Δεν υπάρχει αμφιβολία. Αυτό είναι το τελευταίο μου βιβλίο! Ομολογώ ότι λυπάμαι γι’ αυτό, γιατί μου άρεσε να γράφω διάφορα κείμενα και ποιηματάκια πολύ πριν αρχίσω να γράφω μουσική. Γιατί και τη μουσική την έγραφα, μόνο που αντί για λέξεις έγραφα μουσικούς φθόγγους. Μπορεί άραγε αυτός που χτυπά πλήκτρα να νιώθει την ίδια μέθη, τον ίδιο ίλιγγο με μας που κρατούσαμε πένα με μελάνι είτε μολύβι που κάθε τόσο το ξύναμε για να πάρουμε μιαν ανάσα, μια πνοή ικανοποίησης για το έργο μας, που εκείνη τη στιγμή το θεωρούσαμε μοναδικό!

Ο συγγραφέας και ο ποιητής, που έχει φτάσει σε βαθμό να τυπώνεται και να διαβάζεται, σίγουρα νιώθει σαν ημίθεος. Τι να πω όμως για το συνθέτη, που τους ψυχρούς φθόγγους του, τους γραμμένους πάνω σε ένα χαρτί, μπορείς να τους ακούσεις να ζωντανεύουν και να πετούν σαν σμήνη πουλιών που διαπερνούν τα τείχη του πραγματικού κόσμου και γίνονται αυλοί, ήχοι ενός θεϊκού κόσμου που είναι το μουσικό του έργο, καθώς εισβάλλει σε χιλιάδες ψυχές, σκέψεις, αισθήματα, καρδιές του κάθε Ανθρώπου χωρίς διάκριση.

Τι να πω λοιπόν για το συνθέτη; Oτι είναι ένας μικρός Θεός; Oχι! Θα πω μονάχα ότι είναι ευλογημένος… Σαν τη θάλασσα, που όσο κι αν τη δέρνουν οι άνεμοι και κυματίζει, αφρίζει με χίλιους τρόπους, όμως όλα αυτά συμβαίνουν στην επιφάνειά της, γιατί λίγο πιο κάτω παραμένει ήρεμη, πανέμορφη, ευλογημένη.

Το ίδιο και η ζωή μου, που τα έζησε όλα. Στον υπερθετικό. Τη χαρά και τον πόνο. Το κόκκινο και το μαύρο. Την αγάπη και το μίσος. Το θρίαμβο και την απογοήτευση. Το φως και το σκοτάδι. Αυτή υπήρξε η ζωή μου. Η γνωστή. Γιατί την άλλη, που σας αποκαλύπτω σήμερα, την έζησα γαλήνιος, βέβαιος και ευλογημένος» Έτσι το θέλησε η Μοίρα, αυτός ο αποχαιρετισμός να συμπέσει με την εικόνα της Αγίας Μητέρας μου της προσφυγοπούλας από τον Τσεσμέ της Μικράς Ασίας, την ίδια εικόνα που είδα σε κάποια άλλη. Με τον ίδιο σας αποχαιρετώ κι εγώ».

Ο Μίκης- πέρασε τα 90 πια- είναι ένας αιώνιος έφηβος. Μας αποχαιρετά -και πάλι- ετοιμάζοντας το επόμενο ανκόρ- αρκεί να το ζητήσουμε, αλλά μπορεί και να το κάνει και χωρίς να το …ζητήσουμε.  Είναι «σαν την θάλασσα που όσο κι αν την δέρνουν οι άνεμοι, κυματίζει». Κι έχει πολλά να πει και να κάνει ακόμη.