Μαρία Σουλτάτου: «Αν η μουσική είναι πνευματικό φαΐ, αυτή τη στιγμή παθαίνουμε τροφική δηλητηρίαση»

Συνέντευξη στον Αντώνη Μποσκοϊτη

Την είχα δει στον – κατά Σταύρο Ξαρχάκο – «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου και του Μίκη Θεοδωράκη: Η φωνή της ήταν ο λυγμός της Μάνας, όχι μόνο για τον αδικοσκοτωμένο γιο της, μα και για την καταστροφή της Σμύρνης. Τι παράξενο! Ήταν κι αυτή, όμως, η α λα Astor Piazzolla ενορχηστρωτική προσέγγιση του Ξαρχάκου που έκανε το συγκεκριμένο θεοδωρακικό έργο τόσο παγκόσμιο, μα και τόσο ελληνικό ταυτόχρονα! Την ξανάδα σε συναυλία του Χρήστου Λεοντή να τραγουδά τους στίχους πάλι του Ρίτσου, «Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο», πετυχαίνοντας ακριβώς αυτό: Το σμίξιμο του κοινού που ήταν από κάτω και την άκουγε με θρησκευτική ευλάβεια.

Έχει μεγάλη και σοβαρή θητεία στο έντεχνο τραγούδι η Μαρία Σουλτάτου, γι’ αυτό ίσως και πίσω απ’ το σχόλιο της ότι δεν έτυχε προβολής, κρύβεται μονάχα η αλήθεια της και καμία πικρία. Δεν γινόταν δηλαδή να μην πήγαινε εκεί η κουβέντα μας, εφόσον ένας οποιοσδήποτε άλλος συνάδελφός της, στη θέση της, ενδεχομένως να έβγαζε μόνο γκρίνια για το πόσο αδικημένος αισθάνεται. Όταν είσαι δημιουργικός, όμως, όταν συνεχώς κάνεις τους δίσκους σου και δίνεις τις παραστάσεις σου, σίγουρα όχι αβασάνιστα, δεν έχεις το χρόνο να σε «πάρει από κάτω».

Η Μαρία Σουλτάτου, λοιπόν, είναι κοντά μας πάντα, ήρεμη και δημιουργική, έτοιμη να ανέβει στη σκηνή της «Σφίγγας» και να μας παρουσιάσει ένα πρόγραμμα για πιάνο – φωνή, που εξετάζει τη φύση και τη θέση της Γυναίκας μέσα στην κοινωνία και, τελικά, μέσα στην ίδια τη ζωή. Αυτή ήταν η αιτία για τη συνάντηση μας και για τη συνέντευξη μίας καλλιτέχνιδας, που δεν μιλάει συχνά δημοσίως.

Κυρία Σουλτάτου, ενώ μετράτε παραπάνω από 35 χρόνια στα μουσικά πράγματα, δεν γίνατε ποτέ τραγουδίστρια «πρώτης γραμμής». Που, πιστεύετε, οφείλεται αυτό;

Σίγουρα δεν οφείλεται σε μένα. Εγώ ξεκίνησα το ’83 συνεργασία με τον Κώστα Μουντάκη, έχοντας συμβόλαιο με την εταιρεία ΜΙΝΟΣ από τα 14 μου. Έπρεπε να κάνω κάτι και πριν κλείσω τα 18, μου προτάθηκε από τη ΜΙΝΟΣ να συμμετάσχω στη «Βοσκοπούλα», μια δουλειά του Μουντάκη σε στίχους του Δραμυντινού. Με άκουσε ο Μουντάκης, του έκανα και έτσι μπήκαμε στο στούντιο και γράψαμε αυτό το έργο, που πάταγε πάνω στον «Ερωτόκριτο».

Και πως βρεθήκατε με συμβόλαιο, ένα παιδί 14 ετών;

Από μικρή ήθελα να κάνω αυτή τη δουλειά και απ’ τα 7 μου χρόνια έψαχνα τον τρόπο, μέσα σ’ ένα πολύ βαρύ περιβάλλον. Πρώτα απ’ όλα ήθελα να δω αν αξίζει αυτό που εγώ νιώθω ότι έχω. Στα 11 μου συμμετείχα με ένα ξάδερφο μου στα «Καστρινά Ταλέντα», έναν διαγωνισμό στο Ηράκλειο. Δεν είχα κλείσει καν τα 12 και είπα ψέματα για να διαγωνιστώ! Ήθελα τις σφραγίδες μου ότι αξίζει αυτό το πράγμα ώστε να βγω στον κόσμο. Όταν το είπα στον πατέρα μου, έφαγα μαύρο ξύλο. «Θα σε σκοτώσω» μου φώναζε κι εγώ απαντούσα: «Έδωσα το λόγο μου και θα πάω»!

Ήσασταν αντάρτισσα με λίγα λόγια.

Σε μια μεγάλη οικογένεια με Ανωγειανές ρίζες και βαριά Κρητικιά κουλτούρα, δεν ήθελαν η κόρη τους να γίνει τραγουδίστρια. Εκεί τα πάντρευαν από μικρά τα κορίτσια, γνωστά ειν’ αυτά. Το παράξενο ήταν που ο μπαμπάς μου έπαιζε λύρα, την οποία παράτησε στα 32 του. Μπορεί να ήταν βαθιά καλλιτέχνης, αλλά δεν ήθελε το κορίτσι του, που δεν είχε βγει καν απ’ το σπίτι, ν’ ασχοληθεί μ’ αυτό το πράγμα. Πήγαμε, λοιπόν, μαζί στα «Καστρινά Ταλέντα»: «Πείτε της ότι δεν κάνει τίποτα για να φύγουμε γρήγορα» έπιασε κι είπε στην επιτροπή. Με άκουσε όμως ο πρόεδρος των Καστρινών, που ετοίμαζαν το φεστιβάλ Ηρακλείου, και μου έδωσαν το πρώτο βραβείο! Ο πατέρας μου συνέχιζε να τους πατρονάρει: «Μην τη βγάλετε πρώτη, αυτή θα τελειώσει το σχολείο και δεν πρόκειται να τραγουδήσει στα μαγαζιά»! Με τη μαγκούρα είχε πάει να τους μιλήσει!

Είναι εν ζωή ο πατέρας σας;

Όχι, τον έχασα το 2007 και μου κόστισε πολύ. Και τη μαμά μου την έχασα το ’13, λίγα χρόνια μετά. Στα 14 μου, λοιπόν, είπα ψέματα ότι θέλω να δω ένα θείο μου και ήρθα στην Αθήνα. Τότε υπήρχε το τηλεοπτικό «Να η Ευκαιρία» και βρήκα το τηλέφωνο του Γιώργου Κατσαρού, που ήταν στην επιτροπή. «Γεια σας» του λέω, «είχα στείλει εδώ και καιρό ένα γράμμα και επειδή είμαι τώρα στην Αθήνα, θά’θελα να μ’ ακούσετε»! Επαναλαμβάνω, ήθελα να βρω το δρόμο μου και ότι δεν είμαι ψώνιο του στυλ «άλλη μία που θέλει να τραγουδήσει». Βασικά την επικοινωνία με τον κόσμο αποζητούσα. Ο Κατσαρός μου είπε να περάσω για ακρόαση από την Ομήρου, απέναντι από την Εθνική Τράπεζα. Πήρα τον ξάδερφό μου και πήγαμε. Με άκουσε στο «Ένα το χελιδόνι» και κατευθείαν μου λέει: «Γράφουμε»! Και το γράψαμε! Την ημέρα του γυρίσματος της συνέντευξης, γιατί δίναμε και συνέντευξη ενώ το τραγούδι γινόταν play back, χαλάνε οι κάμερες! Αναγκαστικά έπρεπε να παρατείνω την παραμονή μου στην Αθήνα. Τηλεφωνώ του πατέρα μου, «Έτσι κι έτσι, πήγα στο »Να η Ευκαιρία»»…«Θα σε σκοτώσω»…Σε δύο ώρες ήταν στην Αθήνα, όπως φαντάζεστε, μπήκε σ’ ένα αεροπλάνο και ήρθε! Ήταν αυστηρός!

Δεν σας σκότωσε ευτυχώς…

Όχι, δεν με σκότωσε, γιατί μπήκε ο θείος μου στη μέση. Τέλος πάντων, βγήκα στην εκπομπή, πήρα απ’ όλους δεκάρια, τους είπα κι ένα ριζίτικο στο τέλος και ύστερα από έξι μήνες μού έκαναν συμβόλαιο, όπως προβλεπόταν για τους νικητές του διαγωνισμού. Υπόγραψε, βέβαια, ο πατέρας μου με τη ΜΙΝΟΣ, γιατί εγώ ήμουν ανήλικη.

Αφού υπόγραψε κιόλας, πρέπει να αποδέχτηκε πλήρως την επιθυμία σας.

Δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, ποτέ δεν το χάρηκε αυτό που ακολούθησα και, επίσης, ποτέ δεν μου είπε αν είμαι καλή ή όχι. Πάντως, πιστεύω πως βαθιά μέσα του ήταν περήφανος, γιατί έκανα αυτό που έλεγε η καρδιά μου. 

Κάτι ανάλογο μου’χε αφηγηθεί και ο Δημήτρης Πουλικάκος για το δικό του πατέρα. Είχε βγει- λέει- απ’ την προβολή της «Δονούσας», της πρώτης ταινίας του ως ηθοποιός κι αυτός το μόνο που του είπε ήταν: «Ωραία σκηνοθέτις αυτή η Αγγελική Αντωνίου».

Ακριβώς το ίδιο συνέβαινε και με μένα! Μου έλεγε καλά ή κακά για όλους τους άλλους, αλλά ποτέ δεν έκανε σχόλιο για μένα. Μετά το «Να η Ευκαιρία» ξαναπήγα φυσικά στην Κρήτη, τελείωσα το σχολείο, αλλά του εξήγησα πως έχω συμβόλαιο με μεγάλη εταιρεία και δεν μπορούσα να ζω εκεί. Έτσι, στα 18 μου, ήρθα οριστικά στην Αθήνα.

Δηλαδή ήσασταν δεσμευμένη με συμβόλαιο από τα 14 μέχρι τα 18 σας;

Τα συμβόλαια τότε ήταν τετραετή, αλλά στα δύο χρόνια «έφευγες» αν δεν είχες κάνει δουλειά. Εμένα με είχαν τοποθετήσει στο «έντεχνο», με χαρακτήριζαν «φωνή – φαινόμενο», τον ίδιο καιρό όμως άρχισε να μεσουρανεί το άλλο τραγούδι, το σκυλάδικο. Έκανα το δίσκο μου με τον Μουντάκη, αλλά έστειλα και το εξώδικο μου, εφόσον τα συμβόλαια έπαιρναν διετή παράταση. Φοβήθηκα με λίγα λόγια μη με δεσμεύσουν για εξαετία.

Και αν σας δέσμευαν, τι πρόβλημα θα υπήρχε;

Στη ΜΙΝΟΣ ανήκε τότε όλη η Εθνική Ελλάδος των τραγουδιστών και σίγουρα δεν θα κοιτούσαν εμένα. Εκεί είπα ας μείνω μόνη μου καλύτερα κι ότι είναι νά’ρθει, θε να’ρθεί…

Και τα σκεφτόσασταν μόνη όλα αυτά; Μ’ εντυπωσιάζει το νεαρό της ηλικίας σας, αν με «πιάνετε».

Μόνη μου, ναι. Όταν πας σε μια εταιρεία για να μιλήσεις, όσων ετών κι αν είσαι, και την πρώτη φορά περιμένεις δύο ώρες, τη δεύτερη περιμένεις άλλες δύο, δεν καταλαβαίνεις ότι δεν υπάρχει περίπτωση να προκύψει κάτι σοβαρό;

Σύμφωνοι, αλλά ακόμη και σήμερα όλα αυτά θα φαίνονταν βουνό για έναν νέο καλλιτέχνη.

Δεν ξέρω…Το έβλεπα καθαρά όπως φαινότανε. Φεύγοντας από τη ΜΙΝΟΣ είπα ότι θα μπω στο δρόμο που εγώ θέλω και ονειρεύομαι, αλλά με τρομερό κόπο και δουλειά, έτσι; Κοιτάξτε, ένα παιδί που ξεκινάει από τόσο νεαρή ηλικία, θέλει πάνω απ’ όλα να δουλέψει με όλους αυτούς που’χε αγαπήσει το αυτί του και η ψυχή του. Δεν ήθελα να με βάλουν στο τριπάκι «Εσύ θα δουλέψεις μ’ αυτόν» κλπ. Ήθελα να περπατήσω μόνη μου και να γνωρίσω τους ανθρώπους που λαχταρούσα. Ε, αυτό το κατάφερα κι αυτή ήταν η ουσία για μένα, όχι απλά να ξεκινήσω για να γινόμουν το πρώτο όνομα. Το ταξίδι είχε σημασία. Αν ήμουν σε μια χ-ψ εταιρεία, δεν θα μπορούσα νά’χα κάνει τις συνεργασίες που έκανα μετά. 

Δεν νιώσατε καθόλου έξω απ’ τα νερά σας, που λένε;

Όχι, γιατί ήμουν ακόμη στη φάση της μάθησης. Στη δεύτερη φάση μου ως τραγουδίστρια, είχα την τύχη να συνεργαστώ με τον Αριστείδη τον Μόσχο. 

Μεγάλη μορφή της ελληνικής μουσικής αυτός!

Έτσι. Στην Κρήτη τα πιο πολλά τραγούδια που ακούγονταν ήταν Κρητικά, δεν γνώριζε πολλά άλλα τραγούδια ο κόσμος, εγώ όμως ήξερα τα μικρασιάτικα και τα «έντεχνα», ακούγοντας από παιδί ραδιόφωνο τα βράδια. Το Α και το Ω ήταν ο Μπιθικώτσης για μένα. 

Ας μείνουμε στο πέρασμα σας από τη ΜΙΝΟΣ, που είχε την Εθνική Ελλάδος των τραγουδιστών, όπως είπατε. Πως και δεν έτυχε να γνωριστείτε με κάποιον απ’ αυτούς;

Η μόνη συνεργασία που μου έκλεισε η εταιρεία, ήταν αυτή με τη Γιώτα Λύδια στου Τζίμη του Χοντρού, όταν είχε κάνει το comeback της μετά από 17 χρόνια απουσίας. Με έστειλε στο σχήμα η ΜΙΝΟΣ με Τάκη Σούκα, Δημήτρη Κοντογιάννη, Γιώτα Λύδια. Εκεί γνώρισα τη μεγάλη και σημαντική Γιώτα Λύδια, που έχουμε επαφές μέχρι σήμερα. 

Θα μου κλείσετε μία συνέντευξη μαζί της; Είχα πάει και σπίτι της το 2007, στο Νέο Ηράκλειο.

Είναι πολύ δύσκολη, δεν δίνει συνεντεύξεις πια. Θα το πω, υπόσχομαι, αλλά δεν θα δεχτεί…

Ευχαριστώ εκ των προτέρων.

Ξεκινήσαμε τις πρόβες με τη Γιώτα Λύδια και δουλέψαμε μαζί για δέκα μέρες. Εγώ επειδή ακριβώς δεν ήμουν κι απ’ τα παιδιά που θά’καναν τα παν για να επικρατήσουν, σταμάτησα. Το σχήμα διαλύθηκε και στου Τζίμη του Χοντρού πήγαν τα Παιδιά από την Πάτρα, που τότε έκαναν χαμό!

Τι είχε γίνει, όμως, και διαλύθηκε η φάση με τη Γιώτα Λύδια;

(χαμογελάει) Αυτό που είπα είναι κατανοητό, δεν χρειάζεται να προσθέσω κάτι άλλο. Έφυγα από τη δεύτερη σαιζόν του συγκεκριμένου σχήματος στο Γαλάτσι, δεν συμμετείχα. Είχα καταλάβει με τη μία τι σήμαινε αυτός ο χώρος. 

Μάλιστα. Με τη Σωτηρία Μπέλλου πότε συνεργαστήκατε;

Το 1990- 91. Ήταν να γίνει μία παράσταση με αναβίωση του ρεμπέτικου στον «Δία». Ο «Δίας» ήταν ένα μεγάλο μαγαζί, Αγίου Μελετίου και Ιωνίας γωνία, που το είχε ο θείος μου, ο Θανάσης Σταυρακάκης, κι εκεί βγήκα και δούλεψα πρώτη φορά. Αρχικά το πρόγραμμα θα ήταν Ξαρχάκος με Δημητράτο και Ρεπάνης με Μπέλλου, ο Σταύρος όμως δεν δέχτηκε και τον αντικατέστησε η Θέσια Παναγιώτου, η οποία όμως ούτε κι αυτή ήρθε τελικά. Έτσι μείναμε για συνεργασία η Μπέλλου κι εγώ.

Πως ήταν σαν συνεργάτιδα η Μπέλλου;

Εξαιρετική! Η Μπέλλου ήταν για μένα σπουδαίος άνθρωπος και μεγάλο σχολείο. Η απόλυτη τραγουδίστρια! Ήξερε πάρα πολύ καλά να βγει, να σταθεί στο πάλκο. Έβγαινε και σταμάταγαν όλα τα πιρούνια. Αυτό που εγώ έβλεπα ήταν ένας πονεμένος άνθρωπος κι ένα μικρό παιδί. Η αθυροστομία της ήταν όλη η άμυνα της και την κατανοούσα απόλυτα, όπως κατανοούσα όλους όσοι βρίσκονταν σ’ αυτό το χώρο και άλλαζαν χαρακτήρα για να μπορέσουν να επιβιώσουν.

Είστε απ’ τους καλλιτέχνες που είναι ανεκτικοί με ακραίες συμπεριφορές συναδέλφων τους;

Όχι, δεν τις δέχομαι και γι’ αυτό δεν συνεργάζομαι ποτέ με κάποιον ακραίο.

Ποιες είναι οι ακρότητες που θα σας ενοχλούσαν;

Πολλές είναι οι ακρότητες, που μπορεί να φαίνονται λεπτομέρειες. Το να βάζει, ας πούμε, τα χέρια στις τσέπες και να τραγουδάει. Το να γυρνάει την πλάτη του στον κόσμο, αν δεν υπάρχει λόγος. Το να βρίζει επί σκηνής. Το να είναι κακοντυμένος επίσης! Να μη σκέφτεται πως πολλοί απ’ αυτούς που ήρθαν να τον ακούσουν, βγαίνουν μία φορά το χρόνο. Είναι ο μύθος τους, αφού μπορεί να μαζεύουν τα λεφτά τους για να πάνε σ’ ένα live. Έβλεπα νά’ρχονται άνθρωποι τότε που παίζαμε έξι μέρες την εβδομάδα και δεν έπρεπε νά’χει σκόνη το παπούτσι σου, ούτε στη μύτη του. Το Νο 1, βέβαια, είναι να μην είναι καλός σ’ αυτό που κάνει! 

Για δες που μου μιλάει μία σύγχρονη τραγουδίστρια, σαν να είναι του 1950 και του ’60.

Είναι επειδή πρόλαβα να δουλέψω με καλλιτέχνες που έδρασαν καλλιτεχνικά το ’50 και το ’60. Δεν θα ξεχάσω, φερ’ ειπείν, την πρώτη μου συνεργασία με την Πόπη Αστεριάδη στον «Δία». Ήταν τέλεια! Έβγαινε μαζί με την Αλεξάνδρα, όπως έπρεπε. Ξέρετε πως έβγαιναν στη σκηνή η Πόλυ Πάνου και η Γιώτα Λύδια; Σαν να μην τις άγγιζε ο αέρας! Μπορεί καθεμία νά’χε τα δικά της προβλήματα υγείας, οτιδήποτε, αλλά ανέβαιναν στο πάλκο σαν να μην τρέχει τίποτα. Αυτά όλα ήταν σχολείο! Η Πόλυ Πάνου είχε χάσει τον ανιψιό της ή ήταν με σπασμένο πόδι, στη σκηνή όμως έβγαινε απαστράπτουσα και πρόσεχε να μη λείπει η τσάκιση από το ρούχο της. Σέβονταν τον κόσμο, γι’ αυτό κι ο κόσμος όλους αυτούς τους τραγουδιστές τους θεωρεί μύθους! Θα μου πεις, σημαίνει κάτι αυτό σήμερα; Μπορεί να μη σημαίνει τίποτα, εγώ όμως έτσι έμαθα.

Η Μ. Σουλτάτου τραγουδάει στη «Σφίγγα» τον Οκτώβριο του 2019 το «Καίγομαι – καίγομαι» των Σ. Ξαρχάκου – Ν. Γκάτσου, συνοδεία στο πιάνο του Σ. Ρακιντζάκη.

Σήμερα έχουμε μύθους, τους βλέπετε, τους ακούτε από τώρα;

Δεν γίνονται έτσι οι μύθοι, αλλά θα το δείξει κι ο χρόνος βέβαια. 

Η Νατάσσα Μποφίλιου ή η Ελεωνόρα Ζουγανέλλη, π.χ., δεν θα μνημονεύονται μετά από 30 – 40 χρόνια ως η Χαρούλα Αλεξίου της εποχής μας;

Όχι, θα μνημονεύονται με τα ονόματα τους, ως Μποφίλιου και Ζουγανέλλη. Δεν θα είναι η καινούργια Χαρούλα και δεν υπάρχει περίπτωση, αφού κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός. Ο καθένας κάνει την πορεία του και θεωρώ καλό να μνημονεύεται τα επόμενα χρόνια με το δικό του όνομα. Θα χαρώ να αφήσουν το στίγμα τους, να επιβληθούν με το έργο τους και ν’ αφήσουν το λιθαράκι τους στο ελληνικό τραγούδι. Το ίδιο επιθυμώ και για κάποιους συναδέλφους, που ξεκινήσαμε μαζί.

Σαν ποιους;

Με τη Γιώτα Νέγκα ξεκινήσαμε μαζί και, μάλιστα, την είχα βρει ήδη στη δουλειά. Και με πολλούς άλλους, αλλά τη Γιώτα θυμάμαι πρώτη. Κάποιοι σταμάτησαν, κάποιοι συνέχισαν.

Κι από τότε το «έντεχνο» σας ενδιέφερε;

Μ’ ενδιέφερε το καλό τραγούδι. Το ελληνικό τραγούδι, που γνώρισα μέσα απ’ τους κλασικούς τραγουδιστές. Μου άρεσαν οι φωνές που μου μετέφεραν τον ελληνικό λόγο και ήχο. Αυτό ήταν για μένα ένα μεγάλο σημείο αναφοράς, οι φωνές επίσης που έφταναν σε μένα μέσω ραδιοφώνου. Η Νένα Βενετσάνου, λόγου χάριν, που την άκουγα όταν έβγαλε τα πρώτα της άλμπουμ κι επειδή δεν μπορούσα να δυναμώνω το volume, την άκουγα σιγανά και αγάπησα τη φωνή της. Έτσι ένιωθα πως καταλαβαίνω και τον χαρακτήρα των τραγουδιστών που με συνάρπαζαν. 

Η πιο τρανταχτή συνεργασία σας είναι αυτή με τον Σταύρο Ξαρχάκο στη δισκογραφία και στις συναυλίες. Πως προέκυψε; Δεν δίνετε συχνά συνεντεύξεις και είναι πράγματα άγνωστα ακόμη και για το κοινό που σας παρακολουθεί.

Ο Ξαρχάκος είχε έρθει στην Κρήτη μαζί με τον Ξυλούρη. Ήμουν 7 χρονών και έκλαιγα, έλεγα του πατέρα μου: «Πήγαινε με στον Ξυλούρη»…Ο Ξυλούρης ήταν φίλος με τον πατέρα μου κι έτσι με πήγε κι εκεί είδα για πρώτη φορά τα χέρια του Ξαρχάκου. Κοιτούσα μόνο τα χέρια του, πως διηύθυνε, κι αυτό ως παιδί μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Έτσι, όμως, έμαθα να τραγουδώ στην πορεία, ακούγοντας και τα instrumental κομμάτια του, πέραν των φωνών που είχε στη διάθεση του: Τον Ξυλούρη, την Αφροδίτη Μάνου, τη Μοσχολιού. Τους άκουγα πολύ όλους αυτούς και συν τω χρόνω κατάλαβα τη μαγική κίνηση των χεριών του συνθέτη. Με τον Σταύρο γνωριστήκαμε, έχοντας ήδη κάνει μια συνεργασία με τον Χριστόδουλο Χάλαρη στον «Πουλολόγο», μία βυζαντινή όπερα. Εκεί έκανα όλους τους ρόλους. Ήταν ένα έργο σαν τους «Όρνιθες» του Χατζιδάκι, που είχε κυκλοφορήσει με μεγάλη επιτυχία στη Γαλλία. Τότε, λοιπόν, ήμουν με τον Αριστείδη Μόσχο και είχα συμπληρώσει σχεδόν δεκαετία ως τραγουδίστρια. Ο Σταύρος αναζητούσε τραγουδιστές για την παράσταση «Αμάν…Αμήν». Πάω εγώ να κόψω ένα δελτίο παροχής υπηρεσιών και μου λέει ο Μόσχος πως θα περάσει ο Ξαρχάκος για οντισιόν. Αποφάσισα να μείνω και μου πρότεινε να μπω ανάμεσα στις άλλες μαθήτριες του, γιατί ο Σταύρος πάντα καθόταν πίσω – πίσω στις οντισιόν του. Κάθισε, πράγματι, στο βάθος της αίθουσας με τις υποψήφιες τραγουδίστριες πλάτη. Μετά από τρία – τέσσερα άλλα κορίτσια, μου ζήτησε ο Μόσχος να σηκωθώ εγώ να τους πω δυο τραγούδια. Σηκώθηκα, τα είπα και διακριτικά στο τέλος ο Ξαρχάκος είπε: «Η κοπέλα με τον κόκκινο φιόγκο», δεν ήξερε καν το όνομα μου, «να περάσει από το θέατρο τη Δευτέρα». Αυτό έγινε. Πήγα απ’ το θέατρο και μου λέει, θυμάμαι: «Έλα πάνω»! Και τι να δω; Την Πόλυ Πάνου με τα κόκκινα γυαλιά της, που με έκοψε από πάνω μέχρι κάτω. Οι παλιές τραγουδίστριες, επειδή χειρίζονταν πολύ καλά το λόγο, μπορούσαν να καταλάβουν από την κίνηση μόνο, τι είδους άνθρωπος ήταν αυτός που συνομιλούσαν μαζί του. Η Πόλυ με έκοψε αμέσως τι μέρος του λόγου είμαι. Κάθομαι στη σκηνή, άκρη – άκρη, δίπλα στη Σωτηρία Λεονάρδου, τον Μαραγκόπουλο, τον Τσίγγο, τον Λιόση, τον Καραντίνη, όλο το dream team. 

Θυμάστε ποιο τραγούδι πρόβαραν εκείνη τη στιγμή;

Κάνανε το «Μεσ’ στον οντά ενού πασά» κι εγώ δεν είχα ιδέα τι σόι παράσταση ήταν αυτή. Κάθομαι στην άκρη να μην ενοχλώ κιόλας για να παρακολουθήσω και να μπω στο νόημα. Μπαίνει η Πόλυ, μπαίνουν οι άλλοι, οπότε σηκώνεται πάνω ο Ξαρχάκος στον τελευταίο στίχο, δείχνει εμένα και λέει: «Εσύ»! Κοιτάω δίπλα μου, δε βλέπω κανέναν, έκανα νεύμα απορίας…«Ναι, εσύ» ξαναλέει ο Σταύρος…«Τι να κάνω;» ρωτάω…«Θέλω να μου κάνεις έναν δρόμο κόντρα φα και να μπεις στο κομμάτι»! «Θέλετε να τον κλείσω» ξαναρωτάω, «ή να τον αφήσω ανοιχτό;»…«Να τον αφήσεις ανοιχτό για να μπει η ορχήστρα»…

Θα εκτίμησε πιθανώς και τις μουσικές γνώσεις σας ο Ξαρχάκος.

Όχι, δε νομίζω να κατάλαβε κάτι τέτοιο, απλά μου είπε τι ακριβώς θέλει να κάνει. Να πάταγα δηλαδή στην οκτάβα του ανδρικού τόνου και να έκανα το δρόμο, ώστε μετά να κατέβω. Του το έκανα και του άρεσε πάρα πολύ. Αυτή ήταν η πρώτη στιγμή της συνεργασίας μας με τον Σταύρο Ξαρχάκο. Έτσι, μου έδωσε μετά στις πρόβες και το «Μανάκι μου».

Κάνατε πολλές παραστάσεις με το «Αμάν…Αμήν»; Ήμουν μαθητής λυκείου και σας είχα δει στο γήπεδο της Αλεξάνδρας. 

Κάναμε πολλές, ναι. Επί ένα μήνα παίζαμε στον Άγιο Σώστη, μετά πήγαμε στο «Ρεξ» και δώσαμε περίπου εκατό συναυλίες σε όλη την Ελλάδα: Στη Θεσσαλονίκη, στο «Ράδιο Σίτι» και σε πολλά άλλα μέρη.

Θα ήταν καλά τα πράγματα για σας και από οικονομική άποψη, να υποθέσω.

Απ’ αυτές τις δουλειές πληρώθηκα, γιατί ήταν καλά τα λεφτά για τα δεδομένα της εποχής. Αν με ρωτούσατε, όμως, γενικότερα, θα έλεγα πως δεν έχω πληρωθεί απ’ αυτή τη δουλειά που κάνω τόσα χρόνια. Τότε, όμως, ξαναλέω, το ποσό ήταν αξιοπρεπές για τον κόπο μας σε μία πάρα πολύ δύσκολη παράσταση. 

Σας προσέγγιζαν ταυτόχρονα άλλοι συνθέτες για συνεργασίες;

Όχι ιδιαίτερα. Ο πρώτος που με εμπιστεύθηκε ήταν ο Μιχάλης Τερζής, που κάναμε αρχικά τους «Δον Κιχώτες», πριν το ’90, και αργότερα βγάλαμε κι άλλα τραγούδια. Σίγουρα, πάντως, ο Τερζής ήταν ο πρώτος συνθέτης που με προσέγγισε. Μετά ήρθαν ο Χάλαρης, βγήκε σε δίσκο το «Αμάν…Αμήν» με τον Ξαρχάκο, έκανα τις συμμετοχές που επιθυμούσα κι εδώ ταιριάζει κάτι που σας είπα πριν: Αν ήμουν σε συγκεκριμένη εταιρεία, δεν θα γινόταν! Συμμετείχα όπου εγώ ήθελα.

Χωρίς τη φιλοδοξία ενός μεγάλου προσωπικού δίσκου;

Δεν ήταν το θέμα μου να κάνω ένα μεγάλο δίσκο, το θέμα ήταν να επικοινωνηθεί όλο αυτό! Θεωρούσα ίσως ότι δεν ήμουν έτοιμη και πάντα πίστευα πως η μουσική είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση, μια επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, η οποία πρέπει να γίνεται με αγάπη.

Είστε απόλυτος άνθρωπος;

Είμαι. Πολύ.

Τσακώνεστε δηλαδή όποτε χρειαστεί.

Δεν τσακώνομαι, λέω απλά «Ευχαριστώ πολύ, αλλά γι’ αυτό και γι’ αυτό το λόγο δεν μπορώ να συνεχίσω τη συνεργασία μας».

Και εισακούγεστε;

Αν υπάρχει εγωισμός, δεν θέλουν να καταλάβουν και δεν μπαίνουν στη δική μου θέση, δεν θα «συναντηθούμε» μάλλον. Πάντα κινούμαι με εντιμότητα και ειλικρίνεια, κάτι που τό’χω χρεωθεί και το πληρώνω, δεν με πειράζει όμως γιατί είναι δική μου επιλογή. 

Σε επέκταση της πρώτης μου ερώτησης, την οποία δεν απαντήσατε κι ελπίζω να το κάνετε παρακάτω στην κουβέντα μας, θα ήθελα να σας πω ότι όπου αναφέρεται το όνομα σας, μόνο καλά λόγια θ’ ακουστούν για τις επιλογές σας και για το ποιόν σας.

Μα, αυτό δεν το ξέρω εγώ…

Πως; Δεν τό’χετε εισπράξει απ’ τον κόσμο;

Απ’ τον κόσμο έχω εισπράξει μεγάλη αγάπη. Δεν είναι εύκολο να με γνωρίζουν χωρίς σουξέ. Με ξέρουν σαν Μαρία και σαν Σουλτάτου. Ο κόσμος εκτιμά την αλήθεια μου κι αυτό μου φτάνει. Τώρα, αν λένε αυτή είναι καλή τραγουδίστρια ή σωστή επαγγελματίας, το λένε διότι όντως έτσι είναι. Θεωρώ ότι δεν έχω κάνει λάθη στη δουλειά εις βάρος των άλλων και μια ζωή βασίστηκα στη μουσική και στις δικές μου δυνάμεις. Οπότε τα πράγματα είναι απλά.

Ίσως αυτή η στάση σας να οδήγησε και σ’ άλλες σημαντικές συνεργασίες: Με τον Χρήστο Λεοντή, με τη Λαϊκή Ορχήστρα Μίκης Θεοδωράκης κ.α. Ωστόσο ζήσατε εκ των έσω τη δεκαετία του ’90 που καθιερώθηκαν πολλές νέες τραγουδίστριες: Η Μελίνα Κανά, η Λιζέτα Καλημέρη, η Αναστασία Μουτσάτσου…

Μα κι εγώ έκανα δισκογραφία! Όλα τα τραγούδια που μπήκα στο στούντιο και τα είπα, ήταν ένα κι ένα, απλά δεν φτάνει μόνο αυτό. Πρέπει να φτάσουν στον κόσμο κι εγώ δεν κάνω τραγούδια για να γεμίσω το συρτάρι μου. Έχω πονέσει γι’ αυτά, αφού ένας δίσκος για μένα είναι ένα ολόκληρο χειρουργείο. Από κει και πέρα δεν είμαι εγώ υπεύθυνη. Δεν είχα και την πολυτέλεια νά’χω μία εταιρεία από πίσω μου, όπως είχαν οι καλές συναδέλφισσες που αναφέρατε. 

Κι αυτό σας έβαλε σε μια φάση μελαγχολίας ενδεχομένως; Περάσατε τις «κλειστές» σας;

Κοιτάξτε, όλοι έχουμε ένα μικρό μερίδιο στο χώρο κι εμένα αυτό είναι που με στενοχωρεί. Τρία – τριάμισι λεπτά είναι το όλο θέμα, μπορώ κι εγώ να χωρέσω μέσα σ’ αυτό. Δεν θεωρώ ότι αυτό που έχω κάνει είναι ευτελές. 

Μην το συζητάτε αυτό.

Ωραία! Επομένως είναι θέμα και των ραδιοφώνων και των παραγωγών αν σέβονται το ότι είμαι μία καλή ερμηνεύτρια και έχω κάνει κάτι σημαντικό. Έχω κοπιάσει και γι’ αυτό θεωρώ ότι μου ανήκει μέσα στη μέρα των 24 ωρών ενός ραδιοφωνικού προγράμματος ένα τριαμισάλεπτο. Αυτό λίγο με πικραίνει και, δυστυχώς, ισχύει πάντα. Δεν θα έλεγα ότι είμαι μια τραγουδίστρια που έτυχε προβολής από τα ραδιόφωνα. 

Κι όταν συναντάτε έναν παραγωγό, τι σας λέει;

Τα καλύτερα. Αλλά…Τώρα, ας πούμε, με αφορμή το live στη «Σφίγγα», δίνουμε το CD και μας λένε: «Έχετε κάνει και CD, έχει βγει δίσκος;»

Ποιο CD έχετε κάνει; Ούτε εγώ το γνωρίζω και, επίσης, δεν φταίω εγώ γι’ αυτό.

Έκανα το «7» με τραγούδια βραβευμένων ποιητών, όπως ο Χ. Γ. Παπαδόπουλος και ο Παναγιώτης Αργυρόπουλος. Μουσική καταπληκτική έγραψε ο Σωκράτης Παπαϊωάννου, ένα παιδί από τη Θεσσαλονίκη, που έκανε και την παραγωγή. Δουλεύει μεροκάματο ο άνθρωπος κι έφτιαξε το δίσκο αυτό. 

Πασχίζοντας δηλαδή να ακουστεί την εποχή της εικόνας και του φαίνεσθαι.

Ναι, αλλά όπως είπα, η μουσική είναι ένα ολόκληρο χειρουργείο που θέλει το χρόνο του. Δεν μπορεί να περάσει στην ανθρώπινη ψυχή μέσω των υπολογιστών μόνο, γι’ αυτό πάμε κατά διαόλου. Η μουσική ήταν πάντα η πρωτεργάτισσα. 

Θα σας πουν τεχνοφοβική τώρα.

Τεχνοφοβική όχι, γιατί κι εγώ χειρίζομαι υπολογιστή, αλλά θέλω την ανθρώπινη επαφή, θέλω ν’ ακούω τους ανθρώπους. Η μουσική δεν φτιάχνεται με μπλιμπλίκια. Απευθύνομαι στους ανθρώπους, δεν θέλω να τ’ ακούν για ένα λεπτό και να το προσπερνάνε, θέλω να τους κρατάω παρέα. 

Λίγο δύσκολο, δυστυχώς, μέσα στην υπερπληροφόρηση. Στο YouTube, ας πούμε, βάζεις ένα τραγούδι και εν μέσω τόσων επιλογών, πας κατευθείαν στο επόμενο.

Με συγχωρείτε, εάν σας υπερπληροφορήσουν για ένα πολύ κακό προϊόν, ένα κακό φαγητό, θα το πάρετε, θα το φάτε;

Ναι, γιατί την πατάς εύκολα.

Μία φορά! 

Ισχύει.

Με το τραγούδι γιατί να μην ισχύει; Φαγητό είναι κι αυτό, του μυαλού. Η μουσική ανανεώνει τα εγκεφαλικά κύτταρα, είναι ιατρικά αποδεδειγμένο, και βοηθάει τον άνθρωπο να εκτονώνεται χωρίς να το καταλαβαίνει. Επηρεάζει πάρα πολύ την ψυχολογία των ανθρώπων. Και θα σας ρωτήσω εγώ: Το τραγούδι, αυτό το γρήγορο που προβάλλεται, σας φτιάχνει τη διάθεση;

Εμένα μου τη χαλάει συνήθως, αλλά δεν είμαι και ο μέσος όρος του ακροατή.

Να γιατί είναι φαγητό πνευματικό και αυτή τη στιγμή παθαίνουμε τροφική πνευματική δηλητηρίαση.

Καταγγέλλετε όσα σας πονάνε μέσα από τα social media;

Το facebook είναι καλό για επικοινωνία με τον κόσμο, όμως τα πολλά – πολλά προσωπικά δεν νομίζω πως χρειάζονται. Σαν καλλιτέχνις μιλάω, δεν μπορώ να ψηφίζω τις σπανακόπιτες ή τις τυρόπιτες των γυναικών και να βλέπω τα κηδειόχαρτα και τα μνημόσυνα στο facebook. Κι εγώ έχω χάσει πολύ δικούς μου ανθρώπους, αλλά δεν θα έλεγα δημόσια «Έχουμε το σαρανταήμερο αύριο, ελάτε όλοι». Επίσης, ποτέ δεν θα έλεγα αν παρεξηγήθηκα με κάποιον, αν τσακώθηκα και γιατί αποχώρησα απ’ το τάδε σχήμα. Κάτι που’ναι κακό διαγράφεται αμέσως για μένα, ούτως ή άλλως. 

Πάντα έτσι ήσασταν;

Την τελευταία δεκαετία, θα έλεγα. Πριν έδινα δυο – τρεις ευκαιρίες. 

Έχετε γίνει πιο σκληρή μού λέτε;

Δεν έχω γίνει πιο σκληρή, απλά έχω επιλέξει τι θέλω να κάνω, τους ανθρώπους που θα συνεργαστώ και δεν κάνω πίσω σ’ αυτά. Βασικά δεν θέλω να στενοχωρηθώ, δεν θέλω να στενοχωριέμαι. Ούτε τσαντίζομαι, ούτε «μουλαρώνω», στενοχωριέμαι αληθινά μόνο. Την αχαριστία δεν μπορώ και γι’ αυτό πλέον δεν δίνω καμία ευκαιρία. 

Μιλήστε μου λίγο για τον τίτλο της παράσταση σας στη «Σφίγγα»: «Η ζωή γυναίκα…Είναι…!»

Σημαίνει ότι όποιος δεν γνωρίζει την ψυχοσύνθεση μίας γυναίκας, δεν μπορεί να συλλάβει και την σύσταση της ίδιας της ζωής. Τις προσδοκίες, τα όνειρα της, τι βρίσκει και τι αντιμετωπίζει, αλλά όλο αυτό μέσα από τραγούδια πολύ γνωστά, που έχω επιλέξει συν κάποια κείμενα. Η παράσταση έγινε στα τέλη Οκτώβρη και πήγε πολύ καλά, οπότε είπαμε να την επαναλάβουμε στις 8 Μαρτίου, την Ημέρα της Γυναίκας. Τα τραγούδια, βέβαια, κανείς δεν φαντάζεται πόσο ταυτισμένα είναι με τις έννοιες Γυναίκα και Ζωή: Είναι τα «Όνειρα δεν χτίζονται» του Άκη Πάνου, το «Φίλα με» του Χρήστου του Παπαδόπουλου και του Κώστα Μπαλαχούτη, το «Καίγομαι – καίγομαι» των Ξαρχάκου – Γκάτσου, ο «Ένας ευαίσθητος ληστής» πάλι του Γκάτσου και του Χατζιδάκι.

Εσείς πως αντιλαμβάνεστε τη θέση σας ως γυναίκα ερμηνεύτρια στην Ελλάδα του 2020;

Όπως την αντιλαμβανόμουν και πριν από δέκα, είκοσι και τριάντα χρόνια. Ότι είμαι ένας άνθρωπος που αγαπάει ουσιαστικά τον άνθρωπο, που του αρέσει η συλλογικότητα, μ’ αρέσει δηλαδή να τραγουδάνε κι οι άλλοι μαζί μου, μιλάω για όλο αυτό το ψυχολογικό πάρε – δώσε. Να ξέρετε πως ένα κακό live είναι για μένα έξι μήνες στενοχώρια. Αν δεν καταφέρω να εκτονώσω τον κόσμο από κάτω, στενοχωριέμαι. 

Με ποιους μουσικούς θα σας δούμε επί σκηνής;

Θα είμαι με τον Σάββα Ρακιντζάκη σε ένα πρόγραμμα πιάνο – φωνή, αλλά δεν φαντάζεστε πόσο συμπαγές ακούγεται μ’ αυτό το ταλαντούχο πλάσμα δίπλα μου. Είναι μαέστρος χορωδιών και συνεργάτης του Στέφανου Κορκολή ο Ρακιντζάκης. Η συνεργασία μας μού’χει δώσει έναυσμα για να κάνω πράγματα σε λεπτομέρεια, όπως το ήθελα.  

Πείτε μου τώρα, ποιοι είναι οι άνθρωποι που σας έχουν βοηθήσει καλλιτεχνικά; 

Ο Βαγγέλης Σίμος, που τον χάσαμε πρόωρα. Ήταν ένας φίλος για μένα και μου εμπιστεύθηκε αρκετά τραγούδια από το ’91 και μετά. Μου έδωσε βήμα και με γνώρισε με άλλους δημιουργούς, που συνεργάστηκα στη συνέχεια, όπως ο Νίκος Παπακώστας. Να ξέρετε, δεν μου είναι εύκολο να «γλείφω» κανέναν, δεν μπορώ να το κάνω και δεν τό’χω κάνει ποτέ. Το τραγούδι είναι υπόθεση συντροφιάς, να καταφέρω εγώ να σου κάνω παρέα για μισή ώρα έστω. Και στην τελική, όπως σας είπα πριν, όλοι έχουμε ένα μικρό χρονικό μερίδιο απ’ το ν’ ακούμε συνέχεια πέντε – δέκα τραγουδιστές τους ίδιους και τους ίδιους. Δεν αξίζει δηλαδή ένα τρίλεπτο σε μία τραγουδίστρια που έχει δώσει έργο; Δεν χαρίζεται ένα τρίλεπτο, για να επικοινωνηθεί αυτό που έφτιαξε με κόπο;

Έχετε δίκιο, τα λέμε κάποιοι και τα ξαναλέμε.

Γι’ αυτό και πολλά νέα τραγούδια αξιόλογων δημιουργών δεν φτάνουν στον κόσμο. Παλιότερα υπήρχαν ένας Λαμπρόπουλος, ένας Πατσιφάς, που έβρισκαν φωνές, απ’ τις οποίες εμπνέονταν οι συνθέτες. Αυτή τη στιγμή και ο άνθρωπος που’χει το παντοπωλείο δίπλα μας, μπορεί να κάνει ένα CD, να πληρώσει και ν’ ακουστεί. Ε, δεν είναι το ίδιο, δεν κάνουμε την ίδια δουλειά. Έτσι έχει αλλάξει όλο το μότο της δισκογραφίας, αφού όλοι πάνε με την τσέπη τους. Δεν πάει έτσι, όμως…

Πως είναι σήμερα οι συνθήκες ζωής σας;

Είμαι ήρεμη και δημιουργώ, όπως έκανα πάντα. Έκανα έναν γάμο, χώρισα κι έχω έναν γιο που βαδίζει στα 27 του. Έχει τελειώσει δημοσιογραφία, υπολογιστές, διαθέτει καλή φωνή, αλλά δεν έχει τη φλόγα του τραγουδιού μέσα του και ασχολείται με τ’ άλλα, τα δικά του. 

Καλύτερα, αφήστε τον νά’χει τη σιγουριά του.

Δεν είναι θέμα σιγουριάς. Ο καθένας στη ζωή αυτή ουσιαστικά είναι μόνος και μόνος πορεύεται, πληρώνοντας ή ρυθμίζοντας τις επιλογές του. 

Πείτε μου ένα τραγούδι που σας συγκίνησε τελευταία.

Το «Κόκκινο Ποτάμι» του Παπαδόπουλου και του Μπαλαχούτη με τη Ζουγανέλη! Με είχε συγκινήσει πάρα πολύ και όχι μόνο εμένα, το τραγούδι του Κώστα Αγέρη και του Γιάννη Τζοανόπουλου με τίτλο «Του Πόντου Παναγιά», όπως και η «Σμύρνη» σε μουσική του Ευριπίδη Νικολίδη και σε στίχους πάλι του Τζοανόπουλου. Είναι και Μικρασιάτες οι άνθρωποι που διδάσκω κιόλας, και στο Κρυονέρι και στη Λιβαδειά, δεν φαντάζεστε πως βγαίνουν αυτά τα κομμάτια! Μιλάμε για ερασιτέχνες, ανθρώπους της διπλανής πόρτας, που όμως έχουν γίνει ομάδα και τραγουδούν.

ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ