Μια φωτογραφία, χίλιες λέξεις

Του Διογένη Λόππα

Ο Πελοποννησιακός πόλεμος υπήρξε η πρώτη πολυεπίπεδη πολεμική αναμέτρηση της παγκόσμιας ιστορίας. Έλαβε χώρα σε στεριά και θάλασσα και συμπεριέλαβε υψηλού επιπέδου στρατηγικές τεχνικές, όπως επίσης και πρωτόγνωρες για την εποχή επιχειρήσεις όπως υπερπόντιες εκστρατείες, οικονομική φθορά του αντιπάλου, ψυχολογικές επιχειρήσεις, αμφίβιες καταδρομικές επιχειρήσεις, δολιοφθορές, διπλωματικούς ελιγμούς, προσεταιρισμό ουδέτερων δυνάμεων, κλπ.

Κατά την έναρξη ενός πολέμου ο οποίος δεν υπήρξε καθόλου επιθυμητός για αυτούς, οι Σπαρτιάτες βρέθηκαν ενώπιον ενός υπαρξιακού διλήμματος. Είχαν την επιλογή είτε να περιχαρακωθούν στην Πελοπόννησο και να παραχωρήσουν την πρωτοβουλία των κινήσεων στον πανίσχυρο εχθρό τους, αμυνόμενοι γύρω από την ατείχιστη πόλη τους, είτε να αναλάβουν οι ίδιοι επιθετικές πρωτοβουλίες και να κτυπήσουν τον αντίπαλο εκεί που πονάει πραγματικά. Έτσι, αφενός θα έφθειραν τους Αθηναίους σε κοστοβόρες μακρινές εκστρατείες και αφετέρου θα τους αποθάρρυναν από μια εισβολή στην Πελοπόννησο, καθώς θα είχαν εγκλωβίσει τις δυνάμεις τους στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

Γνωστοί καθώς είναι για τη Δωρική απλότητα της σκέψης τους, δεν άργησαν καθόλου να επιλέξουν τη δεύτερη τακτική και γρήγορα μετέφεραν τον πόλεμο στη Χαλκιδική, στην Αμφίπολη, στα νησιά του Αιγαίου, στη μικρασιατική ακτή και αργότερα στη Σικελία.

Κάποιοι, ξένοι κυρίως, ιστορικοί ισχυρίζονται ότι οι σύγχρονοι Έλληνες ουδεμία σχέση έχουν με τους προγόνους τους. Δε συμφωνώ με την άποψη αυτή, αλλά οφείλω να τους αναγνωρίσω ότι παρακολουθώντας την αλληλουχία ταπεινωτικών συμβάντων της εξωτερικής μας πολιτικής αυτό το Σεπτέμβριο, έχουν ένα επιπλέον επιχείρημα. Η τραγική φιγούρα ενός πρωθυπουργού που μοιάζει να περιφέρεται ασκόπως στα διεθνή fora και να εισπράττει τη μία καρπαζιά πίσω από την άλλη, φέρνει πιο κοντά σε φιγούρα Βαλκάνιου καραγκιόζη παρά Έλληνα ηγέτη.

Η κληρονομιά του κ. Κοτζιά

Όλοι βέβαια γνωρίζαμε την ανεπάρκεια του νέου πρωθυπουργού ιδιαίτερα σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και διπλωματίας, αλλά κανένας μας δεν περίμενε τέτοιο εξευτελισμό. Είναι κοινά αποδεκτό ότι ο ηγέτης δεν μπορεί να γνωρίζει εις βάθος τα πάντα, για το λόγο αυτό άλλωστε υπάρχουν οι υπουργοί των εξωτερικών, οι σύμβουλοι, οι οργανισμοί και οι δεξαμενές σκέψεις. Το πρόβλημα μάλλον ξεκινάει από το γεγονός ότι ο κ. Μητσοτάκης, πιθανώς λόγω φοβικών συνδρόμων, ασκεί την εξουσία αυταρχικά, μονοκρατορικά θα έλεγε κανείς, και δείχνει μια ανικανότητα στις σωστές επιλογές συνεργατών.

Η κατάσταση δείχνει ακόμα πιο ζοφερή αν συγκριθεί με το πρόσφατο παρελθόν, καθώς η θητεία του κ. Κοτζιά στο υπουργείο εξωτερικών υπήρξε πραγματικά θορυβώδης. Ο πληθωρικός πρώην υπουργός των εξωτερικών μπορεί να έχει πολλούς επικριτές, τόσο στο κόμμα του, όσο και εκτός, κανένας όμως δεν μπορεί να μην παραδεχθεί το γεγονός ότι έσπασε αυγά, καθαίρεσε χρονίζοντα ταμπού και γενικά έσπρωξε το επίπεδο της ελληνικής διπλωματίας ένα επίπεδο επάνω, έπειτα από δεκαετίες στασιμότητας.

Το αριστούργημα των κ.κ. Τσίπρα – Κοτζιά, εκτός από τη συμφωνία των Πρεσπών, που τους απέφερε διεθνή εύσημα και που απελευθέρωσε τη δυναμική της Ελλάδας απέναντι στους φυσικούς συμμάχους της δύσης, ήταν στην πραγματικότητα ο περίφημος ελιγμός κατά τις διαπραγματεύσεις του Κυπριακού, όπου -επιτέλους- άνοιξε στο τραπέζι τον Άσσο της ανίκητης λογικής: Δε νοείται σύγχρονο κράτος, μέλος της Ε.Ε. με ξένα στρατεύματα στο έδαφός του και εγγυήσεις τρίτων χωρών.

Η επίδραση του επιχειρήματος αυτού υπήρξε τόσο καταλυτική στους ευρωπαϊκούς οργανισμούς, ώστε εν τέλει ανάγκασε την Τουρκία σε άτακτη υποχώρηση και ουσιαστικά την υποχρέωσε να εκδυθεί την προβιά του αρνιού και να επιστρέψει στην ατελέσφορη »διπλωματία της κανονιοφόρου». Δυστυχώς, όπως ιστορικά πάντοτε συνέβαινε, δεν ευτυχήσαμε να δρέψουμε τους καρπούς της τακτικής Κοτζιά, καθώς για κάποιον ακατανόητο λόγο ο τότε πρωθυπουργός, σε μια ακόμα αυτοκαταστροφική επιλογή, προτίμησε τις »ικανότητες» του ελάχιστου κ. Καμμένου.

Η φωτογραφία

Η προχειρότητα της μετά Κοτζιά εξωτερικής πολιτικής είναι εμφανής, όσο και οι αλλεπάλληλες γκάφες των τελευταίων εβδομάδων είναι παροιμιώδεις. Όμως η φωτογραφία που στοιχειώνει τους σκεπτόμενους νόες είναι αυτή του κ. Μητσοτάκη στη ΔΕΘ, όπου με το γνωστό fake επικοινωνιακό υφάκι κραδαίνει ένα υπό κλίμακα F-35. Για κακή του τύχη, πριν λίγες μέρες, ο ηγέτης του βασικού αντίπαλου της χώρας μας, έδωσε στη δημοσιότητα αντίστοιχη φωτογραφία όπου βρίσκεται ο ίδιος, παρέα με τον κ. Putin, επάνω σε ένα ολοζώντανο Hi-tech μαχητικό SU-57. Η διπλωματία είναι (και) συμβολισμός: Μπροστά στη φωτογραφία των Τούρκων, ο κ. Μητσοτάκης μοιάζει με έναν βουτυρομπεμπέ που προσπαθεί να αντιμετωπίσει τεθωρακισμένο με νεροπίστολο.

Καθώς οι επαναλήψεις του δράματος είναι πολλές, δεν μπορούμε δυστυχώς να ελπίζουμε στο ότι έγινε απλά ένα μικρό λάθος που θα προσπαθήσουμε να διορθώσουμε στο μέλλον. Πρόκειται προφανώς για δυσλειτουργία. Μια μοιραία δυσλειτουργία που οδηγεί μοιραία σε πανωλεθρία. Φαίνεται πως η επικοινωνιακή ορμή του πρωθυπουργού, του στέλνει λανθασμένα μηνύματα. Ίσως έχει μπερδέψει τα »Παραπολιτικά» με τους Financial Times και τον Σκάι με το BBC. Αντιμετωπίζει την αρένα της διεθνούς διπλωματίας με όρους ελληνικής μεσημεριανής εκπομπής. Κατανοώ ότι η θεία Κούλα δακρύζει από συγκίνηση μπροστά στο επεισόδιο »με τη Μαρέβα μου στον ΟΗΕ», γνωρίζω όμως επίσης άριστα πόσο αναποτελεσματικό, αν όχι γελοίο, είναι το ίδιο επεισόδιο στα μάτια του Σίσι, του Αναστασιάδη, του Μακρόν και όλων αυτών που τελικά θα κληθούν να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά.

Αλλαγή κατεύθυνσης χθες

Ένας Τούρκος ηγέτης που θα είχε το θράσος να κραδαίνει αλυτρωτικούς χάρτες και να απειλεί γειτονικές χώρες από το βήμα του ΟΗΕ (!!!), σίγουρα δε θα μπορούσε να είναι μια αποδεκτή εικόνα πριν από 15 – 20 χρόνια. Σήμερα, όχι μόνο είναι αποδεκτή, αλλά απασχολεί από ελάχιστα έως καθόλου την ειδησεογραφία. Αυτή η ανωμαλία δείχνει μόνο ένα πράγμα: Ο κόσμος έχει ριζικά αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Τίποτα δεν είναι ίδιο και τίποτα δεν πρέπει να μας εκπλήττει.

Αυτό όμως σημαίνει ότι οφείλουμε να αλλάξουμε και εμείς, χθες. Τουλάχιστον αν δεν θέλουμε να ξημερώσει μια μέρα που θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τουρκικά SU-57 με υπό-κλίμακα πλαστικά αεροπλανάκια στα χέρια μας.

Σήμερα η Τουρκία δεν αρκείται μόνο στο να αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία με τον πιο επίσημο τρόπο, ούτε αρκείται μόνο σε επίδειξη σημαίας και επιθετικές ενέργειες (γεωτρήσεις) εντός των Κυπριακών υδάτων. Την ίδια ώρα διεξαγάγει έναν υβριδικό πόλεμο σε τρία διαφορετικά σημεία ταυτόχρονα: Στο Αιγαίο, με καθημερινή αμφισβήτηση των συνόρων μέσω συνεχών παραβιάσεων σε αέρα και θάλασσα, στη Συρία μέσω μιας στρατιωτικής εισβολής εν εξελίξει (και μέσω έμπρακτης στήριξης σε παραστρατιωτικές οργανώσεις ισλαμιστών) και στη Λιβύη, όπου παραβιάζοντας το διεθνές εμπάργκο και κάθε άλλη έννοια δικαίου και λογικής, στηρίζει (προς το παρόν με drones) την καταρρέουσα κυβέρνηση των ισλαμιστών, με στόχο την επικράτηση μιας φιλικής κυβέρνησης που θα οριοθετήσει ΑΟΖ, παρακάμπτοντας την ελληνική κυριαρχία (έμπρακτη και με διεθνή χροιά αμφισβήτηση ΑΟΖ Κρήτης).

Είναι προφανές ότι η άκρως επιθετική αυτή τακτική της Τουρκίας, που στρέφεται ευθέως ενάντια στα δικά μας κυριαρχικά δικαιώματα, δεν δύναται να αντιμετωπιστεί με τις πρακτικές του παρελθόντος και δη με την αγαπημένη τακτική των μεταπαπανδρεϊκών κυβερνήσεων, δηλαδή με το λεγόμενο »κατευνασμό». Πρέπει επιτέλους να κατανοήσουμε ότι η τακτική αυτή πέθανε τη μέρα του τουρκικού πραξικοπήματος και ενταφιάστηκε την ώρα που τα τουρκικά Leopard σάρωναν τη Συρία και τα τουρκικά drones μάχονταν στους ουρανούς της Λιβύης.

Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά στο ίδιο δίλημμα που βρέθηκαν οι Σπαρτιάτες: Αν περιχαρακωθούμε πίσω από τον κατευνασμό και τις ισχυρές πλην απρόθυμες συμμαχίες μας, κινδυνεύουμε να βρεθούμε μια μέρα χωρίς ΑΟΖ, με το Αιγαίο κομμένο στη μέση και με ένα αναγνωρισμένο τουρκικό κράτος στην Κύπρο. Αν θέλουμε να αποτρέψουμε κάτι από όλα αυτά τα ζοφερά, οφείλουμε να δράσουμε προληπτικά, μαζί προφανώς με τους συμμάχους που μοιραζόμαστε τα ίδια συμφέροντα (ΗΠΑ, Γαλλία, Ιταλία, Ισραήλ, Αίγυπτος, Κύπρος) σε κάθε μέτωπο του υβριδικού αυτού πολέμου και σε κάθε νέο που θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε ώστε να προκαλέσουμε ζημιά στους αντιπάλους μας.

Για έναν εξωτερικό παρατηρητή είναι αδιανόητο σήμερα οι Κούρδοι της Συρίας να έχουν αφεθεί στο έλεος του Αττίλα και να μην υπάρχει καμία απάντηση στα Τουρκικά drones της Λιβύης ή στα γεωτρύπανα της ανατολικής μεσογείου. Αν σήμερα δε στηριχθούν εμπράκτως (με αντιαρματικά, αντιαεροπορικά, drones, εφόδια, επιμελητεία, ειδικές δυνάμεις) οι Κούρδοι ή ο στρατάρχης Haftar, αν δεν αντιμετωπιστούν επί ίσοις όροις τα γεωτρύπανα και οι φρεγάτες της ανατολικής μεσογείου, τότε δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα καλό στο μέλλον.

Τις περισσότερες φορές οι λαοί δεν επιθυμούν τον πόλεμο, αλλά έρχονται εποχές που ο πόλεμος βρίσκει τους λαούς και είναι προτιμότερο να μην τους βρίσκει απροετοίμαστους. Αυτός ο πόλεμος είναι υβριδικός και έχει ήδη ξεκινήσει. Οι αντίπαλοι παίρνουν θέση. Το βλέπουμε καθημερινά από τις κινήσεις όχι μόνο των Τούρκων, αλλά και των Ρώσων, των Ιρανών και των Ισραηλινών. Είναι πολύ πιθανόν ότι ο πόλεμος του μέλλοντος δεν θα έχει μαζικές εισβολές στρατών ή τυφλούς βομβαρδισμούς πόλεων. Κατά τον τρόπο αυτό νομίζουμε ότι κοιμόμαστε ασφαλείς ή κυνηγάμε αφελώς τα φαντάσματα του κατευνασμού. Τα παράγωγα όμως του πολέμου αυτού, ελάχιστα θα διαφέρουν από τα παράγωγα μιας κλασσικής σύγκρουσης.

Η προηγούμενη κυβέρνηση μπορεί να υπέπεσε σε πολλά σφάλματα, μπορεί να δυσαρέστησε, μπορεί να ολιγώρησε ή και να συμβιβάστηκε με λάθος ανθρώπους, αλλά υπήρξαν τομείς όπου μεγαλούργησε, τηρουμένων και των συνθηκών χρεοκοπίας, τομείς όπως τα εργασιακά και η οικονομία. Εκεί όμως που έδειξε πραγματικό όραμα και δημιούργησε έργο από το πουθενά ήταν ο τομέας της εξωτερικής πολιτικής. Ο σχεδιασμός του νέου αυτού δόγματος αποκαλύπτεται τώρα, καθώς αποκαλύπτονται και οι πραγματικοί αντίπαλοι.

Διαφαίνεται πια ξεκάθαρα πώς, απαλλαγμένες από το αγκάθι του Βορειομακεδονικού, οι σχέσεις με τους φυσικούς μας συμμάχους παίρνουν άλλη δυναμική. Διαφαίνεται η καταλυτική δυναμική που άφησε η κυβέρνηση Τσίπρα στις συνομιλίες του Κυπριακού, όπου κανένας δε διανοείται πλέον να κάνει λόγο για στρατεύματα και εγγυήσεις. Διαφαίνεται επίσης η προσήλωση (κυρίως από τη στρατιωτική ηγεσία στον τομέα των εξοπλισμών) στον πραγματικό κίνδυνο, ακριβώς όπως το ανέλυε πριν από χρόνια στις συνεντεύξεις του ο κ. Κοτζιάς.

Ας ελπίσουμε ότι η νέα κυβέρνηση θα μπορέσει να αξιοποιήσει την προετοιμασία. Δυστυχώς οι πρώτες εκτιμήσεις είναι άκρως απογοητευτικές. Τόσο απογοητευτικές, που ίσως ξυπνήσουν αντανακλαστικά μέσα στο ίδιο το κόμμα, που βέβαια διαθέτει αξιόλογα στελέχη (δυστυχώς αναξιοποίητα) στον τομέα αυτό.