
Γράφει ο Γιώργος Λακόπουλος
Πεζός λόγος, με ποιητική αύρα και φιλοσοφικές αγωνίες, λυρισμός και ρεαλιστική περιγραφή καταστάσεων, συναισθημάτων και σχέσεων, όλα σε μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο προσωπικό βίωμα και την εισβολή σε ζωές άλλων, φανταστικών και πραγματικών ηρώων.
Στην «Ιστορία των Ρευμάτων», το τρίτο κατά σειρά βιβλίο του -και το δεύτερο από «Ίκαρο», ο συγγραφέας επιβεβαιώνει, όπως και στο προηγούμενο, αυτό που έλεγε ο Αμερικανός συγγραφέας Ρεντ Σμιθ: «Δεν υπάρχει μυστικό στο γράψιμο, κάθεσαι στη γραφομηχανή και ανοίγεις μια φλέβα».
Ποιος όμως είναι, εν προκειμένω, ο συγγραφέας; Γιατί μαζί με το ταλέντο του επιδίδεται σε άσκηση διακριτικότητας για την προσωπικότητά του– παραλείποντας τα βιογραφικά στοιχεία, που συνοδεύουν συνήθως τα βιβλία; Αν αυτοβιογραφείται με το βιβλίο, δεν συμπεριλαμβάνει και άλλους πλην, αορίστως, δυο κατιόντων του.
Στο εξώφυλλο, υπάρχει μόνο το όνομά του, ο τίτλος του βιβλίου και ο εκδότης. Στην ιστοσελίδα του οποίου διαβάζουμε: «Ο Παναγιώτης Αγγελόπουλος γεννήθηκε το 1991. Σπούδασε στο Χάρβαρντ, το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Πανεπιστήμιο του Σικάγο. Εργάζεται στην Αθήνα».
Με πατέρα έναν από τους μεγαλύτερους επιχειρηματίες της χώρας και μητέρα μια από τις πιο διάσημες Ελληνίδες- υπάρχει -«στα Γράμματα», για να χρησιμοποιήσουμε έναν παλαιότερο όρο για τη λογοτεχνία – μόνο με το έργο του.
Το ίδιο με το «Ανάμεσα στους ήλιους» που προηγήθηκε. Για οποίο το Α. Π. σημείωνε: «Είναι ένα βιβλίο που κάποια στιγμή θα μας κάνει να μιλήσουμε πολύ για τον συγγραφέα του». Ήδη μιλάμε. Οι αναφορές στα ΜΜΕ είναι εκτεταμένες και αυτοδύναμες. Αλλά χωρίς ίχνος από την επικοινωνιακή ένταση που θα μπορούσε να τους προσδώσει ο συγγραφέας.
Ότι ο «Ίκαρος» -που εκδίδει αριστουργήματα και δεν ανοίγεται εύκολα σε νέους συγγραφείς χωρίς λόγο- ανέλαβε για δεύτερη φορά βιβλίο του Παναγιώτη Αγγελόπουλου, αποτελεί έγκυρο πιστοποιητικό για την αξία αυτού του μόλις 88 σελίδων βιβλίου. Όσες και το προηγούμενο, που είχε χαρακτηριστεί- από την ομάδα του ΑΠ- «διαμαντάκι».
Όσοι θέλουν να συναντήσουν τον συγγραφέα θα έχουν την ευκαιρία την Τρίτη 28 Απριλίου στις 19: 30, στο Μουσείο Μπενάκη, Ο Παναγιώτης Αγγελόπουλος συνομιλεί για την «Ιστορία των ρευμάτων» του με τον συγγραφέα Θάνο Σταθόπουλο – με παρεμβάσεις από τους Κατερίνα Χανδρινού, Σωκράτη Τσελεμέγκο, Πάνο Στασινό και συντονισμό από τον Σάββα Θεουλάκη.
Το βιβλίο, σχεδόν σε μέγεθος μπροσούρας, σε 78 καθαρές σελίδες κειμένου και 17 κεφάλαια χωρίς τίτλους, είναι μια τεθλασμένη αφήγηση από έναν επιδέξιο χειριστή της γλώσσας και ύφος που περιέχει ευχέρεια διεθνούς κυκλοφορίας και ταυτόχρονα εσωτερική ικανότητα ιδιωτικής «εξομολόγησης».
Ότι χρησιμοποιεί πρώτο πρόσωπο δεν σημαίνει ότι απαραίτητα μεταφέρει προσωπικες εμπειρίες. Υπάρχουν στοιχεία που οδηγούν στην αυτοπαρουσίαση– π.χ. η επίσκεψη «επιθεώρηση ενός πετρελαιοφόρου». Αλλά στο επόμενο κεφάλαιο τα εξιστορούμενα εμφανίζονται σαν τυπικά ταξιδιωτική περιήγηση – έστω στο πλαίσιο επαγγελματικών υποχρεώσεων- μέχρι καταστάσεις φυσικής αδυναμίας. Περιλαμβάνοντας από φλερτ -ακόμη και… κατά παραγγελία- μέχρι περιπάτους σε διάσημα μέρη.
Μιλάει για «τον γιο του» -βρέφος ακόμη -και «την κόρη του» – που εμφανίζονται σε μεγαλύτερες ηλικίες σε επόμενο κεφάλαιο- αλλά η περιπλάνηση δείχνει κοσμοπολίτη. Χωρίς αντίστοιχες υποχρεώσεις- από τη δεξιά πλευρά κατεβαίνοντας την Ηρώδου του Αττικού, απέναντι από τον Εθνικό κήπο.
Η θάλασσα κυριαρχεί, πότε ως πεδίο εμπορικής δράσης και πότε ως, πραγματική ή μεταφορική , αντιμετώπιση τρικυμιώδους κατάστασης ή και συναισθήματος. Αναμενόμενο άλλωστε.
Η αφήγηση μοιάζει με σλάλομ σε μια εικονική διαδρομή εντυπωσιακής γραφής, στην οποία δεν ξέρεις ποιο θα είναι το επόμενο εκφραστικό εμπόδιο που θα παρακάμψει, με άνεση. Όσο αλλάζουν οι σελίδες συνειδητοποιείς ότι τίποτε δεν μπορεί να τον σταματήσει, προκειμένου να φωτίσει αυτό που θέλει να μεταφέρει. Παρότι αφήνει την εντύπωση ότι σε μεγάλο βαθμό μένει κωδικοποιημένο – ή το πάει μέχρι ένα σημείο- αφήνοντας τη συνέχεια στη φαντασία του αναγνώστη.
Η θεματολογία του και η σκηνική αναπαράσταση αλλάζει, από το ένα κεφάλαιο στο άλλο. Μένει όμως ίδια η τεχνική προσέγγισης των ερεθισμάτων που ορίζουν την έκφραση, και ας είναι εντελώς διαφορετικό το ανάγλυφο που διαμορφώνουν.
Είναι περιστατικά και καταστάσεις σχέσεων, επαφών, συναντήσεων, και επιδιώξεων. Δημιουργήματα αναμνήσεων και προσωπικής πείρας σε ασκήσεις επαφής και αισθημάτων, που εκπέμπουν οι χώροι, τα πρόσωπα, οι διαδρομές, αλλά και το ένα φύλο για το άλλο.
Μπορεί να είναι όλα μαζί. Αυτό που μετράει είναι ο λόγος. Και ο λόγος έχει καταπληκτική ροή, χειρίζεται με επάρκεια ιδέες και προσεγγίσεις ανωτέρων καταστάσεων: μια συνάντηση, μια ξενάγηση, μια οικογενειακή στιγμή, μια επαγγελματική υποχρέωση, ένα πρόβλημα υγείας.
Μαζί όμως και ένα άγγιγμα, μια χαμένη ευκαιρία, μια συναρπαστική έξαρση, μιας ώρας, μιας νύχτας. μιας περιόδου. Κάτι που βιώθηκε, που χάθηκε ή ανακυκλώθηκε κάπου αλλού- σε άλλο περιβάλλον με άλλα δεδομένα.
Οι ενημερωμένοι για το κοινωνικό -και επαγγελματικό- στίγμα του Παναγιώτη Αγγελόπουλου είναι πιθανό να επιχειρήσουν συνδέσεις και εικασίες. Ανώφελο. Η αφήγηση υποδηλώνει προσωπική αυτονομία.
Υπερβαίνει τα ίδια της τα συμφραζόμενα και επιχειρεί να παρασύρει τον αναγνώστη σε τόπους, χρόνους και μυστικά που δημιουργούνται από την αναζήτηση -και ύστερα μεταλλάσσονται σε εμπειρία και ανάγκη εξιστόρησης.
Το γυναικείο είδωλο πλανάται σε αρκετά κεφάλαια ως παιχνίδι ή επιθυμία. Ενίοτε ατελέσφορο και εξαντλητικό, αλλά πάντα ικανό να ανανεώνεται, να αλλάζει γεωγραφικό σημείο, να εξελίσσεται σε κλειστά δωμάτια και ανοιχτούς χώρους, να χάνεται σε νοητικές διαδρομές και εμπειρίες που ενίοτε προκαλούν τον αναγνώστη να τις αναπαραστήσει.
Ο συγγραφέας είναι «ειλικρινής». Παρότι δεν είναι πάντα ευκρινές τι κρύβεται ανάμεσα στην ένταση, το φόβο, την ικανοποίηση, την απογοήτευση και το μεγαλειώδες. Στο φυσικό του χώρο, στον κύκλο του έρωτα, στην ύπαρξή του και εν τέλει στη μυθοπλασία τους.
Ανάμεσα στις πέντε πρώτες λέξεις «Το τελευταίο μήνυμα που έστειλε…» και στις πέντε τελευταίες λέξεις του βιβλίου -«ο θάνατος διαφέρει από τη μελέτη του», ο Αγγελόπουλος δείχνει ότι ίσως γράφοντας απλώς στοχάζεται.
Τότε το βιβλίο μοιάζει με αναζήτηση του υπερβατικού, του σπαρακτικού, του αγνώστου -που γίνεται γνωστό- και του γνωστού που γίνεται άγνωστο. Επιμέρους αφηγήματα μιας ενιαίας «υπόθεσης» που περιέχει την προσωπική περιπέτεια, την ερωτική ελεγεία -ή τον θρίαμβο, την αδυναμία, την αισθηματική αγωνία -με και χωρίς τη συμμετοχή του σώματος.
Εν τέλει όλα μαζί συνθέτουν κάτι σαν ταλαντευόμενη αυτοπεποίθηση- απέναντι στην υπόσταση του εαυτού του. Το θηλυκό εμφανίζεται με σάρκα και οστά, ντυμένο ή γυμνό, υποταγμένο ή ανεξάρτητο και πάντως απροσδιόριστες διαθέσεις και σε κάθε περίπτωση άξιο σεβασμού.
Η υπολανθάνουσα, σεμνότητα του συγγραφέα ως φυσικού προσώπου, υποτάσσεται στην σιγουριά με την οποία ο λόγος του διακινδυνεύει τις πιο περίτεχνες εκφράσεις για να αφηγηθεί, να νοσταλγήσει και να ανασυνθέσει ό,τι έζησε. Με ευαισθησία και τη βεβαιότητα ότι άξιζε τον κόπο- και συνεχίζει να τον αξίζει.
Ένας 35άρης, εξοικειωμένος με τα θέματα περιγράφει, τις φιγούρες που έχει κατά νου και τους συμβολισμούς της περιήγησης. Με τόση σιγουριά στη γραφή η παρατήρηση μεταφέρεται φωτογραφικά στον αναγνώστη. Σα να θέλει να τον αποσυναρμολογήσει ή να αποσυναρμολογηθεί ο ίδιος και ο βίος του.
Πιθανό στις περιγραφές του κειμένου διαπλέκεται προσωπική του αλήθεια, ως αυτοπροσδιορισμός- τόσο εναλλασσόμενος, όσο και η θεματολογία των κεφαλαίων του βιβλίου. Για το οποίο δεν πρέπει να παραλείψουμε ότι απευθύνεται σε απαιτητικούς αναγνώστες.
Η ματιά στα πράγματα δείχνει πνευματικότητα- με συνεχείς αναφορές σε αναγνώσματα -και συγγραφείς, ποιητές, καλλιτέχνες.
Η «αριστοκρατική» εκδοχή – παρότι μπορεί να προκύψει από τόπους διαμονής και ψυχαγωγίας- υπάρχει κυρίως στη γραφή. Ως ισοδύναμο της απλότητας στην ΙΧ καθημερινότητά του, που καθιστά το βιβλίο ταυτόχρονα ιδιωτική υπόθεση και δημόσια ανάγκη του να υπάρχει με τα καλοδουλεμένα εκφραστικά εργαλεία του.
Αν υπάρχει και μέσα στα θέματά του, δεν το μαθαίνει ποτέ κανένας. Έτσι όπως ταιριάζει σε ταλαντούχους…

