Νίκος Κοτζιάς: Δια χειρός…

Με την κύρωσή της από τη Βουλή των Ελλήνων η συμφωνία των Πρεσπών αποκτά τριπλή ιστορική σημασία για την Ελλάδα. Πρώτα ανακτά το διπλωματικό έδαφος που έχασε τις τρεις τελευταίες δεκαετίες από τους ολέθριους χειρισμούς Σαμαρά, το 1991-92.

Δεύτερον, την εδραιώνει σαν ηγεμονική δύναμη που εκπροσωπεί έγκυρα την Ευρωπαϊκή Ένωση στην περιοχή. Τρίτο, κατοχυρώνει, με εγγυητή το διεθνές δίκαιο, τα συμφέροντά της -απαξιώνοντας τον  σκοπιανό αλυτρωτισμό δεκαετιών και τη εγχώρια εθνοκαπηλεία που λειτουργούσε συμπληρωματικά. Αυτά έχουν στην ούγια το όνομα του Νίκου Κοτζιά.

Ως υπουργός Εξωτερικών ο Κοτζιάς μπορεί να δεχθεί κριτική- ιδίως στις περιπτώσεις που το προσωπικό θυμικό του έμπαινε στη ζυγαριά με την ψυχρή πολιτικά λογική και επικρατούσε. Αλλά κανείς δεν μπορεί να του αμφισβητήσει δυο πράγματα:

Πρώτο, ότι τοποθετούμενος σ’ αυτό το υπουργείο διαμόρφωσε διακριτή πολιτική για λογαριασμό ενός κόμματος που δεν είχε ιδέα από εξωτερική πολιτική και κινδύνευε να κάνει στην διπλωματία ό,τι έκανε στην ευρωπαϊκή πολιτική με τον Βαρουφάκη. Αυτό θα ήταν ολέθριο ιδίως στο Κυπριακό, το πρώτο μεγάλο θέμα που χειρίσθηκε. Δεν το έλυσε – στο μετρό που αντιστοιχεί στην Ελλαδα- αλλά δεν το ‘πούλησε’ κιόλας.

Δεύτερο, συμβάδισε με τον Αλέξη Τσίπρα στην κατανόηση της αλλαγής δεδομένων από την άλλη πλευρά με την επικράτηση του Ζάεφ και την ευκαιρία που άνοιγε για να κλείσει επωφελώς για την Ελλάδα ένα μέτωπο που την καταδίκαζε μονίμως σε αδιέξοδο και άσκοπη απώλεια διπλωματικού κεφαλαίου. Πολλοί παρακάμπτουν ότι η χώρα -από τις προηγούμενες κυβερνήσεις ήδη- προσέρχονταν σ’ αυτή τη διαπραγμάτευση ως ηττημένη, με την έννοια ότι δεν είχε τον διεθνή παράγοντα μαζί της.

Ο Κοτζιάς διεκπεραίωσε τη διαπραγμάτευση έχοντας την προγενέστερη εμπειρία του στο υπουργείο Εξωτερικών  και το πολιτικό του αισθητήριο  ως οδηγούς. Και όταν την ολοκλήρωσε με επιτυχία, δεν επανέλαβε  αυτά που έκανε ο Γ. Παπανδρέου με τον Σημίτη  -τον οποίο χρησιμοποιούσε ως… φόντο για τις πρωτοβουλίες του.  Άφησε εντίμως τον Πρωθυπουργό να βάλει την τελευταία πινελιά και να προσωποποιήσει τη συμφωνία.

Όλοι ξέρουν ότι η συμφωνία που διαπραγματεύθηκε ο Κοτζιάς με τον Δημητρόφ λύνει το Μακεδονικό με τους αναγκαίους συμβιβασμούς, αλλά με επιτυχή και εθνικά ωφέλιμο τρόπο για την Ελλάδα.

Πρωτίστως το λύνει οριστικά με την έννοια ότι αυτή είναι η λύση. Δεν υπάρχει τίποτε να προστεθεί ή να αφαιρεθεί. Αυτό υπέγραψε και έφερε στη Βουλή ο Τσίπρας, ακριβώς το ίδιο θα έκανε και ο Μητσοτάκης αν αιφνιδίως έπαιρνε αυτός τη θέση του, το ίδιο επιδίωξαν ο Καραμανλής, ο Σημίτης και εν μέρει ο Κώστας Μητσοτάκης. Η πρόσφατη επιδίωξη Μητσοτάκη να ομαδοποιήσει και τον Σαμαρά μαζί τους συνιστά προσβολή γι’ αυτούς.

Δεν υπάρχει και κάποια άλλη λύση που «θα επιδιωχθεί στο μέλλον», όπως έλεγε με ακρισία ο Κυριάκος όταν τη απέρριπτε. Αυτή ή η γειτονική χώρα θα ονομάζεται Μακεδονία και τίποτε άλλο, χωρίς καμία διασφάλιση για την Ελλάδα και με τη διεθνή κοινή γνώμη, αλλά και το διεθνές δίκαιο εναντίον της για όσους ξεχνούν τη καταδίκη της στη Χάγη.

Πρέπει να είναι πολύ ανόητος κάποιος για να νομίζει ότι τα διηγήματα της Πηνελόπης Δέλτα είναι… εγχειρίδια εξωτερικής πολιτικής. Και πολύ βλαμμένος για να επικαλείται τον «θεό τη Ελλάδας» και τον Μεγαλέξανδρο.

Ο Πρωθυπουργός απέδωσε στα εύσημα στον Νίκο Κοτζιά, όπως κάνουν και πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και ο διεθνής Τύπος.  Αλλά η μοίρα της πολιτικής έπαιξε ένα περίεργο παιχνίδι: η Βουλή κύρωσε  τη συμφωνία που διαπραγματεύθηκε ο Κοτζιάς χωρίς τον Κοτζιά στα κυβερνητικά έδρανα.

Αυτό που συνιστούσε μια επιπλέον δυσχέρεια στη διαπραγμάτευση -δηλαδή η συμπεριφορά του Καμμένου ως υπουργού  Άμυνας- έγινε λόγος – αιτία; αφορμή; πρόσχημα; τακτικός χειρισμός;- για την παραίτησή του. Κανείς δεν γνωρίζει ακόμη τι ακριβώς συνέβη εκείνο το κρίσιμο 48ωρο από τη συνάντηση του Πρωθυπουργού με τον Καμμένο στη Λέσχη Αξιωματικών μέχρι την ταραγμένη συζήτηση στο υπουργικό  συμβούλιο.

Σε κάθε περίπτωση η εξέλιξη που παρακολουθήσαμε αδικεί τον πρώην υπουργό Εξωτερικών. Συνιστά  αντινομία να προβάλει  η κυβέρνηση ως επιτυχία της της συμφωνία χωρίς αυτόν που τη διασφάλισε στο οβάλ τραπέζι του υπουργικού συμβουλίου.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι εκείνες τις μέρες και ο Κοτζιάς αδίκησε τον εαυτό του με αλλεπάλληλα λάθη: πρώτα άνοιξε το θέμα στο υπουργικό συμβούλιο, μετά  εγκατέλειψε τη συνεδρίαση, τρίτο επισκέφθηκε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας -κίνηση στα όρια της συνταγματικής εκτροπής -και τέταρτο μιλούσε πολύ τις πρώτες μέρες μετά την αποχώρηση από το νεοκλασικό της οδού Βασ. Σοφίας-παρά τις περί του αντιθέτου συμβουλές του φίλου του Χάρη Παμπούκη.

Μετά τις πρώτες αντιδράσεις ο Κοτζιάς ξαναβρήκε στην αυτοκυριαρχία του, αντιδρά με σωφροσύνη στις ανερμάτιστες συκοφαντικές επιθέσεις του Καμμένου εναντίον του και θέτει στον Τσίπρα ζήτημα επίσπευσης της ευρείας δημοκρατικής συνεργασίας που έχει καθυστερήσει ήδη.

Κατά τα λοιπά  δείχνει ότι με την πολυσέλιδη επιστολή παραίτησης του στον Πρωθυπουργό ένα από τα πράγματα που έμαθε   στο υπουργείο Εξωτερικών είναι το δόγμα Ατσεσον: «Ένα υπόμνημα αποστέλλεται όχι για να ενημερώσει τον παραλήπτη, αλλά για να κατοχυρώσει τον αποστολέα».