Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Οι Δημοκρατικοί επικεντρώνονται στα προβλήματα της καθημερινότητας για να χτυπήσουν τον Τραμπ

Του Gilles Paris (*)

Σε μια προσπάθεια απολογισμού μετά την ήττα της στις εκλογές του 2016, η Χίλαρι Κλίντον είχε παραδεχθεί ότι ένα Chardonnay την είχε βοηθήσει να ξεπεράσει αυτή την τεράστια απογοήτευση.

Ασφαλώς δεν ήταν η μόνη. Την επομένη της μεγάλης ήττας, το Δημοκρατικό Κόμμα ήταν αποκεφαλισμένο, διχασμένο και αποκομμένο από ένα μεγάλο μέρος των παλιών του ψηφοφόρων.

Δύο χρόνια αργότερα, οι ενδιάμεσες εκλογές ίσως επιτρέψουν να επουλωθούν μερικές πληγές. Το Δημοκρατικό Κόμμα είδε πρώτα απ΄όλα να αφυπνίζεται η βάση του, που είχε μείνει εμβρόντητη από την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Οι πρώτες που κινητοποιήθηκαν ήταν οι γυναίκες, με χιλιάδες από αυτές να πραγματοποιούν πορείες και διαδηλώσεις εναντίον του σεξιστή προέδρου. Στη συνέχεια άρχισαν να ιδρύονται εκατοντάδες τοπικές οργανώσεις, πολλές από τις οποίες εμφανίζονται τώρα σε εθνικό επίπεδο: Indivisible, Action Together, Together We Will, Swing Left, Sister District, Flippable, Mobilize.

Ολες αυτές οι οργανώσεις, που τα ονόματά του προδίδουν μια θέληση να ανακτηθεί το χαμένο έδαφος, υποστηρίζουν εκατοντάδες υποψήφιους σε όλη τη χώρα, είτε σε εθνικό είτε σε πολιτειακό επίπεδο. Οι Δημοκρατικοί έχασαν πάνω από 900 έδρες στις δύο θητείες του Μπαράκ Ομπάμα, χάνοντας πρώτα την πλειοψηφία της Βουλής των Αντιπροσώπων, το 2010, και στη συνέχεια της Γερουσίας, το 2014.

Ο δυναμισμός αυτός αποτυπώνεται και στην επιτυχία της επιτροπής πολιτικής δράσης ActBlue, που συγκεντρώνει χρήματα για την προεκλογική εκστρατεία. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα FiveThirtyEight, στους εννιά πρώτους μήνες του χρόνου συγκεντρώθηκαν 564 εκατομμύρια δολάρια (497 εκατομμύρια ευρώ), πάνω από το μισό των ατομικών συνεισφορών. Στις ενδιάμεσες εκλογές του 2014, το ActBlue είχε συγκεντρώσει μόνο το 19% αυτών των συνεισφορών. Η κινητοποίηση αυτή, σε συνδυασμό μ’εκείνη των μεγάλων χορηγών, επιτρέπει στους Δημοκρατικούς να διαθέτουν την παραμονή των εκλογών της 6ης Νοεμβρίου οικονομικό πλεονέκτημα έναντι των Ρεπουμπλικανών.

Απαντώντας στις κατηγορίες ότι το μοναδικό τους πρόγραμμα είναι η αντίθεση στον σημερινό πρόεδρο, οι Δημοκρατικοί έχουν επικεντρωθεί σε προβλήματα της καθημερινότητας. «Αυτή η εκστρατεία έχει δύο διαστάσεις», λέει η Νίρα Τάντεν, πρόεδρος του Center for American Progress, ενός ιδρύματος που πρόσκειται στους Δημοκρατικούς. «Η μία είναι εθνική, όπου ο Ντόναλντ Τραμπ καταλαμβάνει όλο τον χώρο. Η άλλη είναι τοπική, όπου οι Δημοκρατικοί αναδεικνύουν τρία θέματα: το κόστος και την αποτελεσματικότητα του συστήματος υγείας, την ανανέωση των υποδομών (μια προεκλογική υπόσχεση του Τραμπ που δεν τηρήθηκε) και τη μεταρρύθμιση της χρηματοδότησης των προεκλογικών εκστρατειών».

Το Δημοκρατικό Κόμμα αξιοποίησε για τον σκοπό αυτό την απρόσμενη δημοτικότητα του μεγαλύτερου επιτεύγματος της προεδρίας Ομπάμα, δηλαδή της επέκτασης του συστήματος υγείας. Η πρόθεση του Grand Old Party και του προέδρου να καταργήσουν και να αντικαταστήσουν αυτό το σύστημα προκάλεσε ανησυχία. Κι έτσι δόθηκε τέλος σε ένα παράδοξο: ο πληθυσμός πολλών «κόκκινων» (δηλαδή Ρεπουμπλικανικών) πολιτειών είναι από τους μεγαλύτερους ωφελημένους του Obamacare.

Σύμφωνα με τη Νίρα Τάντεν, το θέμα της υγείας επιτρέπει στους Δημοκρατικούς να απευθυνθούν σε ένα στρατηγικό κομμάτι του εκλογικού σώματος που είχε στραφεί στους Ρεπουμπλικανούς: στις μη πτυχιούχους λευκές γυναίκες, που επλήγησαν από την κρίση και δεν επωφελήθηκαν από τη σημερινή ανάπτυξη. «Οι ψηφοφόροι αυτές δεν ενδιαφέρονται για το κίνημα #metoo, είναι όμως κοινωνικά ευάλωτες και ακούνε με ενδιαφέρον τις διακηρύξεις των Δημοκρατικών», λέει η Τάντεν.

Αυτό το κομμάτι του εκλογικού σώματος συμβάλλει σε μικρό μόνο βαθμό στο χάσμα που ήδη υπάρχει ανάμεσα στις γυναίκες και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα: σύμφωνα με έρευνα του Public Religion Research Institute που δημοσιεύτηκε στις 29 Οκτωβρίου, μόλις 31% των γυναικών ψηφίζουν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, έναντι 57% που ψηφίζουν τους Δημοκρατικούς. Εξηγεί όμως τις καλές επιδόσεις των υποψηφίων του Δημοκρατικού Κόμματος στις παλιές βιομηχανικές πολιτείες (Μίσιγκαν, Οχάιο, Πενσιλβάνια), όπως και σε ορισμένες περιοχές του Midwest (Ουισκόνσιν, Αϊόβα) όπου θριάμβευσε ο Τραμπ το 2016.

Η ήττα της Χίλαρι Κλίντον δεν έστρεψε το κόμμα της προς τα αριστερά, όπως ήλπιζαν οι Ρεπουμπλικανοί. Μια ριζοσπαστικοποίηση ανάλογη μ’εκείνη του Tea Party το 2010 δεν παρατηρήθηκε στις φετινές προκριματικές εκλογές, με εξαίρεση μερικές περιπτώσεις όπως η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές σε μια περιφέρεια της Νέας Υόρκης που έτσι κι αλλιώς ανήκει στους Δημοκρατικούς.

Η αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος δεν υιοθέτησε τελικά τις προτάσεις του Μπέρνι Σάντερς, όπως η θέσπιση της οικουμενικής κοινωνικής ασφάλισης. «Αυτή η συζήτηση θα κριθεί στην επιλογή του υποψηφίου του κόμματος για την προεδρία του 2020», σημειώνει η Νίρα Τάντεν. «Το Δημοκρατικό Κόμμα θέλει να κυβερνήσει, να σταματήσει τον Ντόναλντ Τραμπ και αυτή η προτεραιότητα κυριαρχεί σήμερα έναντι των ιδεολογικών διαφορών».

Το μεγαλύτερο πρόβλημα των Δημοκρατικών αυτή τη στιγμή είναι ακριβώς αυτό: ότι λείπει ένα πρόσωπο που θα λειτουργήσει συσπειρωτικά και θα μπορέσει να αντιμετωπίσει το 2020 τον Τραμπ.

(*) Ο Ζιλ Παρί είναι ανταποκριτής της Monde στις ΗΠΑ

(Πηγή: Le Monde-ΑΠΕ ΜΠΕ)