Οι εκλογές, η αποχή, οι “αρχηγοί” χωρίς στρατό και το φάντασμα ενός μεγάλου και ενιαίου κόμμματος της Δημοκρατικής Παράταξης

Του Νίκου Λακόπουλου

“To 41% δεν υπάρχει πια” παραδέχτηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αλλά η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτο κόμμα με ποσοστό μεγαλύτερο από το άθροισμα των ποσοστών ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ.

Προφανώς αυτό το άθροισμα ανησυχεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη καθώς η κυριαρχία του το 2023 οφείλεται στη διάσπαση της δημοκρατικής παράταξης σε δύο βασικά κόμματα που η άνοδος του ενός προϋποθέτει την εξόντωση του άλλου.

Όσο αυτός ο αγώνας διαρκεί -χωρίς νικητή- ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν ανησυχεί καθώς -όπως δείχνει η ανάλυση των εκλογικών αποτελεσμάτων- με λιγότερους ψήφους το κόμμα του παραμένει ο εκφραστής της μεσαίας τάξης την οποία δεν πείθουν ούτε ο Κασσελάκης, ούτε ο Ανδρουλάκης.

Από τις αρχές του περασμένου αιώνα όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος εξέφραζε μια τάξη που ο ίδιος δημιουργούσε αυτή η περίφημη πια “μεσαία τάξη” με τις επιλογές της ή με την ανοχή της ανεβοκατεβάζει κυβερνήσεις.

Η μεσαία τάξη – κι όχι το ‘Κέντρο” που θα πρέπει να αποφασίζει αν είναι κεντροδεξιό, δηλαδή δεξιό ή κεντροαριστερό,-δηλαδή αριστερό, με ό,τι μπορεί να σημαίνει η λέξη Αριστερά.

Η τρομακτική αποχή στις ευρωεκλογές πέρα από το έλλειμμα ηγεσίας θέτει για τρία κόμματα -που πέρασαν όλα από την κυβέρνηση- θέμα ταυτότητας, δηλαδή πού ανήκουν και ποιες κοινωνικές δυνάμεις εκφράζουν.

Το τέλος της ηγεμονίας του Μητσοτάκη

«Το 41% ήταν ένα ποσοστό το οποίο μας έδωσε ο ελληνικός λαός σε μία χρονική στιγμή. Το 41% είναι 158 έδρες, είναι η κοινοβουλευτική μας πλειοψηφία. Αυτό, το 41%, δεν υπάρχει πια σήμερα. Και αυτό μπορεί να είναι ανακουφιστικό» είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης με τη σιγουριά και την αυτοπεποίθηση που του δίνει ωστόσο ένα ποσοστό που… δεν υπάρχει πια.

Το γιατί μπορεί αυτό να είναι “ανακουφιστικό” δεν το ξεκαθάρισε, αλλά μόλις λίγες ώρες μετά τις εκλογές, όπως αναφέρουν τα ρεπορτάζ, ένας κορυφαίος υπουργός του -και αντιπρόεδρος του κόμματος- αρνήθηκε να εγκαταλείψει το υπουργείο του και να μετακινηθεί σε άλλο “καλύτερο” -με το επιχείρημα “Δεν θα χρεωθώ εγώ την ήττα, Κυριάκο”.

Αν αυτό έχει πράγματι συμβεί η ηγεμονία του Μητσοτάκη αμφισβητείται για πρώτη φορά κι αυτό μπορεί να σημαίνει πως ο πανίσχυρος πρωθυπουργός πρέπει να μαζεύει τα πράγματά του από το πρωθυπουργικό γραφείο και να καταφύγει σε πρόωρες εκλογές ή -ίσως η καλύτερη λύση- να διαφύγει από μια ήττα στις εκλογές στην… Προεδρία της Δημοκρατίας.

Στο μεταξύ το “‘αθροισμα” ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ -πιθανόν και με άλλες “δημοκρατικές δυνάμεις” αρχίζει να αποχτά συνείδηση ενότητας του χώρου και να θέτει το ερώτημα γιατί ενώ η παράταξη αποτελεί μεγαλύτερη δύναμη από το κόμμα του Μητσοτάκη τα κόμματά της παίρνουν τόσο χαμηλά ποσοστά.

Η μεγάλη παράταξη με τα μικρά κόμματα

Στο ΠΑΣΟΚ έχουν μετρήσει πως με το ρυθμό που ανεβαίνουν τα ποσοστά του θα χρειαστεί…. σαράντα χρόνια για να γίνει κυβέρνηση -και αυτό δεν μπορεί να συμβεί όσο η “καταλληλότητα” του σημερινού αρχηγού του για να γίνει πρωθυπουργός βρίσκεται σε ποσοστά πολύ πιο κάτω από τα ποσοστά του κόμματος που αγκομαχά στη ανηφόρα.

Στον ΣΥΡΙΖΑ οι Χρήστος Σπίρτζης, Θανάσης Θεοχαρόπουλος, Γιάννης Ραγκούσης, Κώστας Ζαχαριάδης και Διονύσης Τεμπονέρας -μαζί με πολλούς άλλους θέτουν το θέμα της ενότητας του δημοκρατικού χώρου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο απέναντι τελικά στο προσωπικό εγχείρημα του Κασσελάκη που αν τελικά γίνει πρωθυπουργός -με τόσο χαμηλά προσωπικά ποσοστά- αυτό θα συμβεί σε… δυο ,τρεις τετραετίες.

Η κλιματική αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό

Η πρωτοβουλία ΡαγκούσηΘεοχαρόπουλου για δημοψήφισμα των μελών και ψηφοφόρων ώστε η Κουμουνδούρου να αναλάβει πρωτοβουλίες για τη συγκρότηση ενός μεγάλου ενιαίου κόμματος της κεντροαριστεράς, μάλλον βρίσκεται σε ευθεία σύγκρουση με το προσωπικό όνειρο του Στέφανου Κασσελάκη και οι εξελίξεις μπορεί να πάρουν -όπως συχνά συμβαίνει στην Ελλάδα- τρόπο μυθιστορηματικό.

Από το “μπορείτε να φύγετε” του Κασσελάκη ως το “θα είμαι στον ΣΥΡΙΖΑ και μετά τον Κασσελάκη” του Διονύση Τεμπονέρα μεσολαβεί ένα καυτό καλοκαίρι όχι μόνο για το παλιό κόμμα του Αλέξη Τσίπρα -που κάπου εδώ γύρω τριγυρνάει- και ένα ακόμα πιο καυτό φθινόπωρο.

Φαίνεται πως ο καύσωνας με την τρομακτική αποχή φέρνει μια κλιματική αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό. Από το 2012 που κατέρρευσε το πολιτικό σύστημα ως το 2023 που κατέρρευσε ο ΣΥΡΙΖΑ και το 2024 που φαίνεται να ξανακαταρρέουν τα τρία μεγαλύτερα κόμματα αυτό που εντυπωσιάζει δεν είναι μόνο τα γεγονότα, αλλά η ταχύτητα με την οποία συμβαίνουν.

Μια νέα πολιτική κρίση βρίσκεται σε εξέλιξη καθώς οι ευρωεκλογές έφεραν στην επιφάνεια τρία πτώματα και ένα φάντασμα που πλανιέται πάνω από την ελληνική Βουλή: το φάντασμα ενός μεγάλου και ενιαίου κόμμματος της Δημοκρατικής Παράταξης.

Για άλλη μια φορά ο λαός αναζητά -αυτή τη φορά στις παραλίες της αποχής- τους ηγέτες του. Τα κόμματα έρχονται και παρέρχονται, αλλά οι παρατάξεις μένουν -ακόμα και χωρίς ηγεσία. Κι όταν οι στρατηγοί χωρίς στρατό αγκιστρώνονται στην ηγεσία και αρνούνται να φύγουν μετά την ήττα -με αξιοπρέπεια- τους “ξηλώνουν” οι ψηφοφόροι.

Φαίνεται πως αυτό έχει γίνει στις τελευταίες εκλογές όπου οι πολίτες αποδοκίμασαν τα τρία κόμματα και τους αρχηγούς τους, αυτή τη φορά χωρίς να ψηφίσουν.