Οι νέες δημοσκοπήσεις, ο Τσίπρας, ο Μητσοτάκης και οι εκπλήξεις των εκλογών

Του Νίκου Λακόπουλου

Καθώς βρέχει δημοσκοπήσεις η βασική διαπίστωση είναι πως η διαφορά της Νέας Δημοκρατίας με τον ΣΥΡΙΖΑ μειώνεται στο 9,5% για την Pulse -και τον Σκάι, στο 5,5% για την Prorata και την Εφημερίδα των Συντακτών ή το 3,5% για την Vox Pop Analysis και το Documento.

Υπάρχει βέβαια και η Kάπα Recearch που διαπιστώνει πως ενισχύεται η πόλωση και ο δικομματισμός επιστρέφει με τη Νέα Δημοκρατία στο 24,7% και τον ΣΥΡΙΖΑ στο 19,8%. Σε κάθε περίπτωση ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο διατηρεί την επιρροή, αλλά την ενισχύει. Ούτε το Μακεδονικό, ούτε οι πυρκαγιές τον οδήγησαν σε μονοψήφια ποσοστά όπως διακινούσαν διάφοροι.

«Οι δημοσκοπήσεις υποεκτιμούν συστηματικά και διαχρονικά τη δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ, το είδαμε στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2012, του 2015 και στο δημοψήφισμα. Κοινό σημείο αυτών το κλείσιμο της ψαλίδας και η σημαντική αποδοχή των μέτρων που εξήγγειλε ο Πρωθυπουργός στη ΔΕΘ» θα σχολιάσει ο Νίκος Παππάς.

Υπάρχουν επίσης και οι ερμηνείες ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ανεβαίνει λόγω …καλοκαιριού, αλλά οι μετρήσεις που θα ακολουθήσουν μάλλον θα δείξουν πως το μικρό κόμμα που κάποτε είχε 4% όχι μόνο έχει πολλαπλασιάσει την επιρροή του, αλλά είναι παντός καιρού. Στις εσωτερικές αναμετρήσεις με το Κινάλ και τη Λαϊκή Ενότητα -που θα μπορούσαν να τον απειλήσουν- το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα που βρισκόταν ως τώρα ανάμεσα στο 5 και το 35% κέρδισε τη μάχη που έδωσε και είχαν τον χαρακτήρα «ο θάνατος σου, η ζωή μου».

Αν θα κριθεί κάτι στις εκλογές αυτές -και αυτές που θα ακολουθήσουν- είναι το μέλλον των κομμάτων που γεννήθηκαν στη διάρκεια της κρίσης όπως οι Ανεξάρτητοι Έλληνες- με 11% κάποια στιγμή-, το «Ποτάμι» -με 6,5% κάποια στιγμή- και η πολιτική ανορθογραφία της Ένωσης Κεντρώων που έβαλαν έναν γραφικό μιας άλλης εποχής- τον Βασίλη Λεβέντη- στη Βουλή.

Προφανώς το Κινάλ -που όπως φαίνεται δεν θα πάρει την τρίτη εντολή- την επόμενη των εκλογών θα πρέπει να θέσει το ερώτημα «ποιος είμαι- που βρίσκομαι- που πάω». Αλλά δεν μπορούν να συμβούν και τα δύο. Ή ο ΣΥΡΙΖΑ θα κερδίσει αυτό το παιχνίδι, όπως άλλοτε το ΠΑΣΟΚ με την Ένωση Κέντρου, ή το Κινάλ θα ήταν ο τρίτος πόλος στην πολιτική σκηνή, ο δεύτερος στη «δημοκρατική παράταξη» με αξιώσεις να είναι ο πρώτος.

Οι εκλογές μπορεί να δώσουν μια απάντηση στο παράδοξο φαινόμενο οι ψηφοφόροι ενός άλλοτε μεγάλου κόμματος να ψηφίζουν ένα άλλο -στο οποίο δεν εντάσσονται- δανείζοντας κατά κάποιο τρόπο την ψήφο τους. Είναι το ίδιο φαινόμενο ο επόμενος ηγέτης ενός κόμματος να ανήκει σε άλλο. Ο βασικός λόγος που φέτος την περίφημη 3η Σεπτέμβρη δεν την γιόρτασε μόνο το ΠΑΣΟΚ, αλλά και ο …ΣΥΡΙΖΑ.

Μιλώντας για την 3η του Σεπτέμβρη, ο Νίκος Παππάς είπε ότι σήμερα γιορτάζει η δημοκρατική Ελλάδα. Η 3η του Σεπτέμβρη «ξεκίνησε ως η επέτειος από το μεγάλο κίνημα για την καθιέρωση Συντάγματος και ταυτίστηκε με την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο εκ των πραγμάτων έλυσε το μείζον πολιτικό πρόβλημα με την πολιτική αλλαγή του 1981, κάτι που και εμείς μελετάμε ως ιστορικό φαινόμενο, αλλά η σημερινή επέτειος ανήκει σε όλο τον δημοκρατικό κόσμο».

Το νέο κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ που -γιορτάζει την 3η Σεπτέμβρη- μετά την «στροφή» δεν είναι το αντιμνημονιακό κίνημα της οργής και της αγανάκτησης, αλλά ένα ώριμο κόμμα εξουσίας που αν και ψήφισε και εφάρμοσε ένα ακόμα μνημόνιο δεν είχε την φθορά του ΠΑΣΟΚ που ουσιαστικά διαλύθηκε μέσα σε λίγες μέρες γεμάτες αγανάκτηση και δακρυγόνα. Μπορεί να είχε διαλυθεί πολύ νωρίτερα. Δεν ήταν το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου και του Κώστα Σημίτη το κόμμα που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1974.

Με ένα λόγο «ισορροπημένο», όπως θα πει ο Ευκλείδης Τσακαλώτος ο Αλέξης Τσίπρας, ένας ήπιος «πρώην διαδηλωτής» που λέει συχνά πως έκανε λάθος παρουσίασε στη Θεσσαλονίκη ένα πρόγραμμα ρεαλιστικό και μετρημένο που δεν έχει καμιά σχέση με την αντιπολιτευτική εξαλλοσύνη. Ο ΣΥΡΙΖΑ ακόμα κι αν χάσει τις εκλογές βγαίνει από αυτή την περιπέτεια όχι μόνο ενισχυμένος, αλλά ένα κόμμα που αντί να «τελειώσει»- όπως κραυγάζουν ορισμένοι- αργά ή γρήγορα θα γίνει καθεστώς.

Είναι σαφές ότι ο πρωθυπουργός δεν συμπεριφέρεται σαν ηγέτης ενός μικρού αριστερού κόμματος, αλλά απευθύνεται ως πολιτικός κληρονόμος του Ανδρέα Παπανδρέου σε ένα ευρύτερο ακροατήριο που φτάνει και σε φιλελεύθερες «δημοκρατικές» δυνάμεις της συντηρητικής παράταξης- της «κεντροδεξιάς», όπως δεν διστάζει να πει ενισχύοντας την κυβέρνησή του με πρόσωπα όπως η Κατερίνα Παπακώστα -που πιθανόν να έχει αναλάβει την αναπλήρωση του Πάνου Καμμένου σε περίπτωση εξόδου του.

Αντίθετα η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη με ακροδεξιά στελέχη στην ηγεσία της, όπως ο Γεωργιάδης και ο Βορίδης, μάλλον «έχει πιάσει ταβάνι» σε χαμηλότερα ποσοστά από αυτά που είχε όταν μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο Μητσοτάκης ελπίζει να γίνει πρωθυπουργός, λόγω της φθοράς της κυβέρνησης και χάρη στο μπόνους των 50 εδρών κι όχι επειδή κατάφερε να ανασυστήσει την δεξιά πολυκατοικία που κοίταζε προς το κέντρο.

Σε κάθε περίπτωση ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι περαστικός, ενώ ο Τσίπρας ήρθε για να μείνει. Η στάση του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Μακεδονικό δεν απέδωσε τα αναμενόμενα και μάλλον ευνοεί την Ακροδεξιά που πέρα από την «Χρυσή Αυγή» αναζητά νέους εκφραστές. Οι επόμενες εκλογές θα κρίνουν όχι μονάχα τη δεξιά στροφή της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και το μέλλον του εθνικισμού στην Ελλάδα -όπου μπορεί να κρύβεται μία από τις εκπλήξεις των εκλογών.

Τα ποσοστά των συντηρητικών κομμάτων είναι πρωτοφανή για την Ελλάδα. Σε επίπεδο ιδεολογίας οι ευρύτεροι συσχετισμοί δείχνουν πως η οικονομική κρίση οδηγεί την ελληνική κοινωνία στο συντηρητισμό, η μεγάλη ηττημένη είναι η Αριστερά και μετά τους Αγανακτισμένους αναδεικνύεται μια νέα πολιτική δύναμη που αναζητά πολιτικούς εκπροσώπους: οι Ψεκασμένοι.

Προφανώς η κύρια δύναμη του εκλογικού σώματος είναι το ρεύμα του Κανένα, οι αναποφάσιστοι, οι αποστασιοποιημένοι, αυτοί που θα απέχουν -που θα κρίνουν το αποτέλεσμα των εκλογών. Το 34% δεν έχει αποφασίσει ακόμα τι θα ψηφίσει, θα αποφασίσει λίγο πριν ή την μέρα των εκλογών μπορεί και …μετά τις εκλογές.

Από αυτή την πλευρά οι δημοσκοπήσεις -στις οποίες δεν απαντά μεγάλο μέρος των ερωτωμένων ή παραπλανά τους ερευνητές- δεν μας λένε τίποτε άλλο από το ότι θα πέσουν και πάλι έξω. Οι αναλύσεις που μοιράζουν κιόλας έδρες στηρίζονται σε ελλιπή στοιχεία και ευχές. Οι εκλογές μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως θα διαψεύσουν τους δημοσκόπους και το ερώτημα είναι πόσο.

Πάντως το παιχνίδι για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι εντελώς αναστρέψιμο και θα κριθεί στην οικονομία κι όχι στο Μακεδονικό ή την πολιτική και την ιδεολογία. Ούτε το 2015 οι ψηφοφόροι έγιναν ξαφνικά αριστεροί, ούτε ο Αλέξης Τσίπρας εξελέγη για να σκίσει τα μνημόνια. Αντίθετα εκτινάχτηκε στο 36% όταν έπεισε τον κόσμο ότι δεν θα το κάνει. Ότι μπορεί να διαπραγματευθεί καλύτερα- όχι να τινάξει το σύστημα στον αέρα.

Μετά τα αλλεπάλληλα σοκ η ελληνική κοινωνία πέρασε στην απάθεια. Πούναι τα κινήματα, οι φωνές, οι διαδηλώσεις; To ό,τι δεν μιλά, δεν σημαίνει όμως ότι δεν ετοιμάζει εκπλήξεις. Που μπορεί να είναι και δυσάρεστες εκπλήξεις. Το μόνο βέβαιο είναι πως αυτό που φαίνεται δεν είναι αυτό που πραγματικά συμβαίνει. Κάτι, συμβαίνει, αλλά δεν ξέρουμε τι.

Πάντως αυτοί που θέλγονται από την ιδέα της επιστροφής, ποντάροντας στο ότι η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ ήταν μια πολιτική ανωμαλία που θα περάσει και θα επιστρέψει το ΠΑΣΟΚ στη ζωή για να συνεργαστεί με την Νέα Δημοκρατία θα το χάσουν το στοίχημα. Πιο πιθανό είναι να αναστηθεί ο Μαύρος Καβαλάρης, παρά να γυρίσουμε πίσω στην ωραία εκείνη εποχή που ξέραμε πως δυο κόμματα θα εναλλάσσονται στην εξουσία για πάντα. Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω, ούτε το Ποτάμι, που πέρασε και πάει.