Πέμπτη 17 Αυγούστου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Οι ταριχευτές του σοσιαλισμού

Του Περικλή Κοροβέση

Στις 22 Ιουνίου του 1941 τα ναζιστικά στρατεύματα εισβάλλουν στη Σοβιετική Ενωση χωρίς να κηρύξουν πόλεμο. Το σύμφωνο φιλίας που είχε υπογραφεί μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της ΕΣΣΔ βρισκόταν σε ισχύ και δεν είχε καταγγελθεί από καμιά πλευρά.

Προηγουμένως, ο ναζιστικός στρατός είχε καταλάβει αστραπιαία το Βέλγιο, τη Γαλλία, την Ολλανδία, τη Δανία και τη Νορβηγία. Ολη η ανθρωπότητα αγωνιούσε για τον νέο παγκόσμιο πόλεμο που είχε ήδη αρχίσει, αλλά κανείς δεν ήξερε μέχρι πού θα φτάσει. Και ανάλογα με το καθεστώς που επικρατούσε σε κάθε χώρα επέλεγαν στρατόπεδο.

Οι χώρες που δεν ενεπλάκησαν στον πόλεμο ήταν μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού. Και τα λεγόμενα ουδέτερα κράτη που δεν μπήκαν άμεσα στον πόλεμο είχαν σαφή ανάμειξη σε αυτόν. Αλλά υπήρξε και μια χώρα που δεν συμμετείχε σε αυτήν την αγωνία. Αυτή ήταν η ΕΣΣΔ.

Το σοβιετικό ραδιόφωνο έπλεκε ύμνους για τη δύναμη της σοβιετο-ναζιστικής φιλίας και δεν έκρυβε τον θαυμασμό του για τα πολεμικά κατορθώματα των ναζί. Το ειδύλλιο βέβαια δεν ήταν μονομερές.

Ο Χίτλερ μαζί με τον προπαγανδιστικό του μηχανισμό έπλεκε το εγκώμιο της σοβιετικής βιομηχανίας, που είχε σημειώσει τα τελευταία πέντε χρόνια ανάπτυξη κατά 40%, τη στιγμή που η βιομηχανία των καπιταλιστών βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση.

Τα επαινετικά αυτά σχόλια των ναζί τα πρόβαλλε ιδιαίτερα το σοβιετικό ραδιόφωνο για να πείσει τους Σοβιετικούς πολίτες για την ανωτερότητα του σοσιαλισμού. Αυτές τις πληροφορίες μας δίνει ο Ιλια Ζμπάρσκι στο θαυμάσιο βιβλίο του «Οι ταριχευτές του Λένιν» (εκδόσεις «Σοφίτα»).

Απ’ ό,τι είμαι σε θέση να γνωρίζω, η περίοδος της σοβιετο-ναζιστικής φιλίας δεν έχει μελετηθεί ιδιαίτερα για να φωτιστεί το πώς δύο θανάσιμα εχθρικά καθεστώτα, στις παραμονές ενός φριχτού πολέμου, μπόρεσαν και συνήψαν «σύμφωνο ειρηνικής συμβίωσης και φιλίας» και το ένα έγινε προπαγανδιστής του άλλου. Ο Στάλιν φαίνεται το είχε πιστέψει, γι’ αυτό και άφησε ανοχύρωτα τα δυτικά του σύνορα επιτρέποντας στους ναζί να προελάσουν ταχύτατα και να φτάσουν στα προάστια της Μόσχας.

Για τους ναζί, παλιούς και νέους, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αφού πιστεύουν πως ανήκουν στην ανώτερη φυλή, δεν έχουν κανέναν λόγο να είναι έντιμοι με τις κατώτερες φυλές, που είναι αναλώσιμες, απειλή για την καθαρότητα της αρίας φυλής, και όταν δεν μπορούν να τις εξολοθρεύσουν με την πρώτη, στήνουν παγίδες, όπως τα σύμφωνα φιλίας που υπέγραψαν, πριν από τους Σοβιετικούς, οι Αγγλογάλλοι.

Τα ψέματα είναι συστατικό στοιχείο της ναζιστικής ιδεολογίας. Οπως βέβαια και οι διαψεύσεις σε κάτι το προφανές (π.χ. ναζιστικό βίντεο της Χ.Α. ή τα ναζιστικά κηρύγματα του κ. Μιχαλολιάκου). Στο βάθος, ο ναζιστικός λόγος είναι μαγικο-θρησκευτικός και δεν χρειάζεται επιχειρήματα, χρειάζεται μόνο βία ως απόδειξη της ανωτερότητάς του.

Αδειασαν τα σωθικά του νεκρού, όπως εμείς κάνουμε στα αρνιά, του αφαίρεσαν τον εγκέφαλο και του έβγαλαν τα μάτια και τα αντικατέστησαν με γυάλινα.
Κράτησαν μόνο ψαχνό και κόκαλο. Επινόησαν μια ειδική σαλαμούρα στην οποία τον έριχναν κατά διαστήματα. Αυτό σε συνδυασμό με άλλα χημικά κράτησε τη μούμια «ζωντανή» μέχρι σήμερα.

Γι’ αυτό και όταν οι υπόδικοι της εγκληματικής οργάνωσης αποκηρύσσουν τη βία είναι μια τακτική υποχώρηση. Η βία των ναζί είναι συστατικό στοιχείο για την ανάπτυξή τους. Ο μαγικο-θρησκευτικός λόγος είναι για να ορίσει ένα απόλυτο καλό (ανώτερη φυλή) και ένα απόλυτο κακό (κατώτερες φυλές – Εβραίοι).

Αλλά ας γυρίσουμε στους «Ταριχευτές του Λένιν». Αυτό που κάνει αυτό το βιβλίο τόσο γοητευτικό είναι η απέριττη αφήγηση ενός ευυπόληπτου πολίτη, του Ιλια Ζμπάρσκι, που έχει βιώσει όλη την ιστορία της Σοβιετικής Ενωσης. Μαζί με τον πατέρα του και τον καθηγητή Βορομπιόφ ήταν υπεύθυνοι για τη μουμιοποίηση του Λένιν. Ακρως εμπιστευτική θέση.

Αν δεν κατόρθωναν να κάνουν μούμια τον Βλαδίμηρο, είχαν εξασφαλισμένη την εκτέλεσή τους. Και ανακάλυψαν, πατέρας Ζμπάρσκι και Βορομπιόφ, μια πρωτοπόρο μέθοδο που εμάς ίσως μας φανεί μακάβρια. Αδειασαν τα σωθικά του νεκρού, όπως εμείς κάνουμε στα αρνιά, του αφαίρεσαν τον εγκέφαλο και του έβγαλαν τα μάτια και τα αντικατέστησαν με γυάλινα.

Κράτησαν μόνο ψαχνό και κόκαλο. Επινόησαν μια ειδική σαλαμούρα στην οποία τον έριχναν κατά διαστήματα. Αυτό σε συνδυασμό με άλλα χημικά κράτησε τη μούμια «ζωντανή» μέχρι σήμερα. Η ιδέα της ταρίχευσης ήταν του Στάλιν, που την είχε εμπνευστεί από τους φαραώ και τους πάπες της Ρώμης.

Ο Ζμπάρσκι με αυτό το φόντο μάς δίνει μια συνοπτική ιστορία της ΕΣΣΔ και της μετέπειτα Ρωσίας, όπως την έχουν ζήσει ένας επιστήμονας και ένας απλός πολίτης. Βασίζεται στην αυτοβιογραφία του, στην οποία καταθέτει ακόμα και προσωπικές στιγμές με ειλικρίνεια και αμεσότητα.

Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί και ως μυθιστόρημα που σέβεται απολύτως τα ιστορικά γεγονότα. Ενα βιβλίο ιδιαίτερα χρήσιμο γι’ αυτούς που θέλουν να καταλάβουν, χωρίς κομματικές παρωπίδες, την άνοδο και την πτώση της πατρίδας του σοσιαλισμού.

Και για πολλούς, και από παλιά, είχε μπει το ερώτημα ποιο είναι το νόημα αυτής της σκύλευσης ενός νεκρού, σε αντίθεση με όλα τα ταφικά έθιμα του απλού κόσμου. Ο νεκρός είναι για να αναπαύεται και όχι για να γίνεται υπερθέαμα.

Ο σταλινισμός κατά την άποψή μου ήταν μια γήινη θρησκεία και είχε την ίδια συμπεριφορά με τις άλλες μεταφυσικές ομολογίες. Και χρειαζόταν έναν αθάνατο προφήτη (η ταρίχευση είναι η λατρεία της εξουσίας) με την προϋπόθεση πως θα υπήρχε και διάδοχος προφήτης. Ο Στάλιν. Γι’ αυτό έγινε και ο ίδιος μούμια δίπλα στον Λένιν και μοιράζονταν το ίδιο προσκύνημα.

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ