Οι όροι της κοινότητας και η νέα λογοκρισία

Του Κώστα Παπαθεοδώρου

Δεν υπήρξε ύβρις. Δεν διαπιστώθηκε προτροπή σε βία. Δεν σπάρθηκε  μίσος, απειλή ή χυδαιότητα. Παρά μόνο  λόγος. Κριτικός, δημοσιογραφικός, συγκροτημένος και…μετρημένος. Κι όμως, ο λόγος αυτός κρίθηκε ανεπιθύμητος. Όχι από δικαστήριο, όχι από κοινωνία, αλλά από έναν αόρατο μηχανισμό «όρων κοινότητας»-  ασαφών, ελαστικών και, τελικά, απροσδιόριστων.

Για μία εβδομάδα, το δικαίωμα της επικοινωνίας ανεστάλη. Όχι γιατί διατυπώθηκε κάτι παράνομο, αλλά επειδή γράφτηκε κάτι ενοχλητικό. Κάτι που δεν ταιριάζει  στον αλγόριθμο της ευπρέπειας, όπως αυτή ορίζεται από εταιρικά πρωτόκολλα και αυτοματοποιημένες ηθικές. «Ο Μεγάλος Αδερφός» δεν χρειάζεται πια μπότες και στολές· φοράει user interface και χαμογελαστά εικονίδια.

Οι πλατφόρμες που γεννήθηκαν ως υπόσχεση ελευθερίας του λόγου μετατράπηκαν σταδιακά σε ιδιωτικούς ρυθμιστές της δημόσιας συζήτησης. Δεν λογοκρίνουν με επιχειρήματα· επιβάλλουν τη  σιωπή. Δεν απαντούν· αποσυνδέουν. Και όταν ρωτάς «γιατί;», η απάντηση είναι ένα γενικόλογο μήνυμα: «Παραβιάσατε τους όρους της κοινότητας». Ποιον όρο; Πού; Πώς; Πότε; Η διαφάνεια τελειώνει εκεί που αρχίζει η εξουσία…

Δεν είναι τυχαίο ότι ο έλεγχος δεν ασκείται σε περιεχόμενο που κραυγάζει, αλλά σε εκείνο που αρθρώνει.  Γιατί ο θόρυβος κουράζει, ενώ ο λόγος… διαβρώνει. Η τεκμηριωμένη άποψη είναι πιο επικίνδυνη από την ύβρη, επειδή δεν απορρίπτεται εύκολα. Και γι’ αυτό, συχνά, «εξαφανίζεται».

Ζούμε σε μια εποχή όπου η σιωπή επιβάλλεται όχι με απαγορεύσεις, αλλά με κανονισμούς. Όχι με λογοκριτές, αλλά με «ομάδες ασφάλειας». Όχι στο όνομα της αλήθειας, αλλά στο όνομα της προστασίας. Προστασίας από τι; Από την κριτική; Από τη διαφωνία; Από την ίδια τη δημοκρατική τριβή που γεννά πρόοδο;

Το πιο ειρωνικό απ’ όλα είναι ότι, τυπικά, συμφωνούμε. Συμφωνούμε με τους όρους. Κλικάρουμε «αποδέχομαι» χωρίς να διαβάζουμε το συμβόλαιο της σιωπής. Και μετά εκπλησσόμαστε όταν μας υπενθυμίζεται ότι φιλοξενούμαστε, δεν ανήκουμε. Ότι μιλάμε, με την άδεια κάποιου άλλου.

Βεβαίως, διατηρούμε το δικαίωμα της σιωπής. Αλλά η σιωπή, όταν δεν είναι επιλογή αλλά επιβολή, παύει να είναι δικαίωμα. Γίνεται εργαλείο. Και κάθε κοινωνία που μαθαίνει να σωπαίνει «για το καλό της κοινότητας», σύντομα ξεχνά πώς να μιλά για το καλό της αλήθειας.

Οι Μεγάλοι Αδερφοί δεν φοβούνται τις φωνές. Τρομοκρατούνται από τις σκέψεις που γίνονται ιδέες και τις λέξεις που γίνονται μνήμη. Κι όσο ο λόγος μπλοκάρεται, τόσο πιο καθαρό γίνεται το ερώτημα: ποιος, τελικά, ορίζει τα όρια; Και με ποιο δικαίωμα;

Γιατί η ελευθερία του λόγου δεν χάνεται πάντα με θόρυβο. Συχνά αποστερείται με ένα ήσυχο, ευγενικό μήνυμα: «Δεν μπορείτε να στείλετε μηνύματα αυτή την περίοδο»…