Ο αέρας που φυσάει για τον Μητσοτάκη, φέρνει την τελική νίκη στον Αλέξη Τσίπρα

ΦΩΤΟ: ΑΠΕ - ΜΠΕ

Του Νίκου Λακόπουλου

Η μάχη των εκλογών άρχισε με βροχή από δημοσκοπήσεις που όλες βλέπουν την Νέα Δημοκρατία να προηγείται του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά διαφωνούν στο άνοιγμα της «ψαλίδας» -αν είναι 11, 8, 5 ή 3,5%. Μπορείς εύκολα όμως να δεις πόση αξιόπιστη είναι μια δημοσκόπηση, αν δεις το όνομα του «πελάτη».

Προφανώς σε ένα δείγμα ανεπαρκές και προβληματικό δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα που είναι αδύνατο να υπάρξουν, αφού περίπου το ένα τρίτο των ψηφοφόρων δεν λέει τι θα ψηφίσει, αφού δεν έχει ακόμα αποφασίσει. Με τη μέθοδο της αναγωγής μερικές δημοσκοπήσεις υποθέτουν πως το ποσοστό αυτό θα κατανεμηθεί αναλογικά και προβλέπουν ακόμα και τις έδρες που θα πάρει κάθε κόμμα.

Το χοντρό παιχνίδι παίζεται στα μικρά κι ανυπεράσπιστα κόμματα που βλέπουν τα ποσοστά τους να αυξομειώνονται ανάλογα με τις ανάγκες της δημοσκόπησης. Είναι ένα θέμα και μάλιστα σοβαρό κατά πόσο αυτές οι δημοσκοπήσεις μπορούν να επηρεάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα νοθεύοντας τελικά το αποτέλεσμα με την λειτουργία της αυτοεκπληρούμενης προφητείας: πολλοί ψηφοφόροι θα αποφασίσουν μπροστά στην κάλπη και θα ψηφίσουν το κόμμα που πιστεύουν ότι θα βγει πρώτο.

Ιστορικά πάντως ένα κόμμα που εμφάνιζε 11% σε πολλές δημοσκοπήσεις βρέθηκε στην κάλπη με 42%, οι δημοσκοπήσεις για το δημοψήφισμα έπεσαν έξω πολλές – πολλές μονάδες και το μόνο βέβαιο, αν πάρουμε τα βεβιασμένα συμπεράσματα είναι πως θα πέσουν έξω, αλλά δεν ξέρουμε πόσο θα πέσουν έξω.

Είναι πολύ πιθανό ένα κόμμα που εμφανίζει στις δημοσκοπήσεις 33% να ξεπεράσει το 40% κι ένα κόμμα με 18% να βρεθεί με 35%. Άλλωστε είδαμε στις τελευταίες εκλογές πως κόμματα με 6,5% εξατμίστηκαν, κόμματα του 11% έπεσαν στο 4% και ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ -που ήταν αδιανόητο να γίνει ποτέ κυβέρνηση, από 5% έφτασε στο 17% και πολύ γρήγορα στο 27%.

Όταν ήρθαν δε οι νέες εκλογές πήρε ως μπόνους ένα μεγάλο ποσοστό και έφτασε στο 36%- που δεν έχασε ακόμα κι όταν περίπου 300.000 ψηφοφόροι του το εγκατέλειψαν από τις εκλογές του Γενάρη του 2015 ως τον Σεπτέμβρη. Πρόκειται για μια μαγική εικόνα. Πώς γίνεται ένα κόμμα του 44% και να συρρικνώνεται από το 44% στο 13% κι από κει στο 4%;

Προφανώς όταν ένας ψηφοφόρος ξεκινά από το σπίτι του να πάει στην κάλπη να ψηφίσει ένα κόμμα που τελικά πείθεται ότι δεν θα μπει στη Βουλή, ή ότι δεν θα πάρει την κυβέρνηση, στο δρόμο αποφασίζει να ψηφίσει κάτι άλλο. Αν αυτό συμβεί σε μεγάλο έκταση, τότε έχουμε σεισμό κι αναταράξεις στο βαθμό της έκπληξης που είναι πια απολύτως αναμενόμενες σε ένα θολό και ρευστό σκηνικό, όπου ο ψηφοφόρος όχι μόνο δεν απαντά στις δημοσκοπήσεις, αλλά δεν έχει πράγματι αποφασίσει τι θα ψηφίσει.

Πάμε λοιπόν στις «τάσεις» το υπόστρωμα μιας δημοσκόπησης ή έμμεσες δημοσκοπήσεις που πολλές φορές βγάζουν σχιζοφρενικά συμπεράσματα και δημιουργούν την υποψία ότι ο ερωτώμενος- πιθανόν είναι πιο έξυπνος ή πονηρός από τον δημοσκόπο. Η δημοφιλία ενός πολιτικού αρχηγού δεν καθορίζει το τι θα ψηφίσει κάποιος που θα ψηφίσει με άλλα κριτήρια . Oι ερωτήσεις αν είστε υπέρ ή κατά της περικοπής των συντάξεων μάλλον είναι ηλίθιες.

Υπάρχει όμως ένα κρίσιμο δεδομένο για τις δημοσκοπήσεις και τις εκλογές που θα καθορίσει το αποτέλεσμα κι αυτό είναι η συμμετοχή στις εκλογές, η αποχή δηλαδή που μπορεί να ανατρέψει όλα τα δεδομένα. Αν ένα μεγάλο μέρος από τα δυο εκατομμύρια ψηφοφόρων που απομακρύνθηκαν από τις κάλπες τα τελευταία δέκα χρόνια επιστρέψουν τότε ένα κόμμα σαν αυτό της Χρυσής Αυγής -που εκτοξεύτηκε σε μια μέρα από 0,25% στο 7% μπορεί να βρεθεί και εκτός Βουλής ή να δει τα ποσοστά του να συρρικνώνονται.

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις έδειξαν πως ο ΣΥΡΙΖΑ που στη Μακεδονία «έπεσε σε μονοψήφια ποσοστά», παρά την Συμφωνία των Πρεσπών, την τραγωδία στο Μάτι, όχι μονάχα δεν έπεσε, αλλά εμφανίζει και μια μικρή άνοδο στα ποσοστά του- που δεν ήταν ποτέ στην πραγματικότητα μεγαλύτερα από το οριακό 17% του 2012,  όταν εμφανίστηκε θεαματικά στο παιχνίδι, αν και ήταν αδιανόητο τότε να κυβερνήσει.

Από αυτή την πλευρά έχουν μεγαλύτερη σημασία οι εσωτερικές αναμετρήσεις με το Κινάλ και την Λαϊκή Ενότητα -που του αφαίρεσε ένα ποσοστό 3%, αλλά δεν μείωσε- λόγω της αποχής- το συνολικό ποσοστό του. Το εγχείρημα της Δημοκρατικής Παράταξης να δημιουργήσει τον τρίτο πόλο -με 11% έως 15%- δεν έπεισε. Το Κινάλ, αν συνεργαστεί συνεργαστεί μάλιστα με τη Νέα Δημοκρατία, θα διασπαστεί και θα εξαφανιστείμε τον τρόπο που η Ένωση Κέντρου του Ζίγδη έπεσε αρχικά στο 11% και μετά εξατμίστηκε.

Στην πράξη δεν γίνεται να υπάρχει ένας ισχυρός ΣΥΡΙΖΑ με ποσοστά πάνω από 17% και ένα κόμμα δίπλα του να τον πλησιάζει. Το ένα από τα δύο θα «τελειώσει» και ίσως αυτό κρίνεται σ΄αυτές τις εκλογές και πολύ περισσότερο σ΄αυτές που θα ακολουθήσουν. Κι όσο κι αν επιμένουν να δώσουν αυτοδυναμία στη Νέα Δημοκρατία -μοιράζοντας έδρες- ορισμένοι δημοσκόποι με αυθαίρετες αναγωγές στο 35-37%, η Νέα Δημοκρατία είναι καθηλωμένη σε ένα χαμηλό ταβάνι.

Με ηγέτη τον Μεϊμαράκη τον Σεπτέμβρη του 2015 πήρε 28%- λιγότερους κατά 200.οοο από όσους πήρε ο Αντώνης Σαμαράς- που εμφάνισε το ποσοστό του 27,8%. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν αύξησε την δύναμη του κόμματος -αντίθετα περιορίζει τον ορίζοντά του έχοντας ακροδεξιούς στην ηγεσία, νεφελώδη λόγο, λαϊκισμό μαζί με νεοφιλευθερισμό -που απεχθανόταν ο καραμανλισμός. Η ΝΔ ταυτίστηκε με την οικογενειακρατία, τον πολιτικό μεσαιωνισμό μιας άλλης εποχής- και συχνά εμφανίζει έναν  λίγο ή πολύ αντικομμουνιστικό λόγο.

Ο Κυριάκος -που γίνεται όλο και πιο πολύ Μητσοτάκης- είναι ο γόνος ενός πολιτικού συστήματος που δεν κρύβει την διαπλοκή του με οικονομικά συμφέροντα, ένας νεοφιλελεύθερος γιάπης. Ο Αλέξης- που σταδιακά έγινε Τσίπρας- είναι ο παλιός διαδηλωτής, ένας νεαρός- ένας από μας- που έγινε πρωθυπουργός κόντρα στα πολιτικά τζάκια. Σε μια προσωπική αναμέτρηση προφανώς κερδίζει ο Αλέξης Τσίπρας που όμως εμφανίζεται στις δημοσκοπήσεις να υστερεί, χωρίς κάποιος να υπερβαίνει σε δημοφιλία τον Κανένα.

Τι σημαίνει αυτό; Σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι θα γίνει πρωθυπουργός ο Μητσοτάκης -που είναι εξίσου αντιπαθής στα δύο τρίτα του κόσμου- αλλά την αναμενόμενη φθορά μιας κυβέρνησης που εφάρμοσε ένα μνημόνιο, αν και εξελέγη ως αντιμνημονιακή. Ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί αντλήσει ψήφους από δεξαμενές που δεν έχει ο Μητσοτάκης και καθώς περνάει ο καιρός η επιρροή του Τσίπρα θα… ανεβαίνει.

Η ελπίδα όσων τραβάνε τις δημοσκοπήσεις από τα μαλλιά είναι αυτή η άνοδος- που δεν οφείλεται στο …καλοκαίρι και τη ζέστη- να σταματήσει κάπου, στο 25 ή το 28%, αλλά αυτό σημαίνει ότι δεν θάχει αλλάξει κάτι στην πολιτική ζωή ως τις εκλογές.

Να μην έχουμε βγει από το μνημόνια πράγματι, να περικοπούν οι συντάξεις, να μην προλάβει ο  ΣΥΡΙΖΑ να «δρέψει καρπούς», να πείσει για το τέλος της της λιτότητας. Η Συμφωνία των Πρεσπών να κάνει κομμάτια η κυβέρνηση, να μην έχει υπάρξει κάποια εξέλιξη στην Υπόθεση Novartis, να μην προλάβει να πάρει κοινωνικά μέτρα η κυβέρνηση και να θέσει σε κίνηση αυτό που θα κρίνει τελικά τις εκλογές. Την αγορά.

Τότε πράγματι όχι μόνο θα κερδίσει τις εκλογές η ΝΔ, αλλά θα θριαμβεύσει ο ΣΥΡΙΖΑ θα υποστεί «στρατηγική ήττα» και τα κόμματα του Σαμαρά-Βενιζέλου θα επιστρέψουν ως μία μορφή δικαίωσης- ανάμεικτη με εκδίκηση- γιατί «ο ΣΥΡΙΖΑ έφερε τα μνημόνια, οδήγησε στη φτώχεια, κατέστρεψε την χώρα». Ωστόσο κάτι δεν πάει καλά στην εικόνα. Η ιστορία δεν γυρίζει πίσω. Κάτι άλλο θα συμβεί ακόμα κι αν ΣΥΡΙΖΑ «έχει τελειώσει» -αν και φαίνεται το αντίθετο.

Η αλήθεια είναι πως ο παλιός ΣΥΡΙΖΑ έχει τελειώσει. Το σοκ της κρίσης μαζί με την δραματική προοπτική ενός Grexit, τα capital cotrols, μεταμόρφωσαν τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν έδωσαν κανένα μάθημα στα υπολείμματα του ΠΑΣΟΚ και την Νέα Δημοκρατία. Δεν έχει γίνει σαφές πως αυτές οι πολιτικές οδήγησαν στην κρίση, ένα πολιτικό σύστημα δεκαετιών κατέρρευσε μαζί με τις πρακτικές, την εικόνα του παλιού πολιτευτή που αναμασάει ο Κυριάκος Μητσοτάκης -την εικόνα του πατέρα του.

Η Αριστερά απέτυχε ή δεν είναι Αριστερά, όπως λέει η Φώφη, αλλά είναι το Κινάλ -που έχει μάλιστα και σχέδιο για τη χώρα! Παρατηρώντας την προσπάθεια γόνων παλιών βουλευτών, παλιών οικογενειών -κι από τα δύο κόμματα- να επιστρέψουν στην εξουσία που τους ανήκει ως κληρονομιά βλέπουμε καθαρά πως η μάχη ανάμεσα στον παλαιοκομματισμό και την πολιτική αλλαγή δεν δόθηκε τέλειωσε το 2015, αλλά θα δοθεί τώρα.

Το Κινάλ ετοιμάζεται να βάλει στους συνδυασμούς τους γόνους των οικογενειών του ΠΑΣΟΚ, όπως ο Νίκος Παπανδρέου- τον γιο ενός ηγέτη που εμφανίζεται συνήθως δίπλα στον Γεννηματά. Οι εκλογές αυτές μπορεί να αποτελέσουν έναν αναχρονισμό όπου ο Αλέξης Τσίπρας στη θέση του Ανδρέα Παπανδρέου, αντιμετωπίζει πάλι έναν Μητσοτάκη και χάνει.Τον Μάιο θάχουμε εκλογές και θα γίνουν υπουργοί- πάλι ο Βορίδης και ο Γεωργιάδης- μαζί με την Φώφη. Τι δεν πάει καλά στην εικόνα;

Mάλλον όμως θα πρέπει να πετάξουμε τις δημοσκοπήσεις. Η Ιστορία δεν είναι στατική, αλλά μια δυναμική εξέλιξη, που πολλές φορές εξελίσσεται με ταχύτητα. Το μόνο βέβαιο είναι πως τα πράγματα δεν θα κινηθούν όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, θάχουμε εκπλήξεις, εξελίξεις και μπορεί αντί να πάμε ευθεία να κόψουμε δρόμο.

Ο Αλέξης Τσίπρας που ξεκινά πίσω από Μητσοτάκη την κούρσα βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση, αν αντιληφθεί πως για ένα κόμμα του 5% το 35% είναι πράγματι μεγάλο. Για ένα κόμμα που μπορεί να εκφράσει την όλη «δημοκρατική παράταξη» το 35% είναι λίγο.

Που σημαίνει ότι πρέπει να δούμε τη μεγάλη εικόνα πέρα από τις εκλογές- το νέο πολιτικό σκηνικό που διαμορφώνεται σε μια χώρα που έμεινε οχτώ χρόνια σε έναν οικονομικό γύψο- όπου τα παλιά κόμματα δεν έχουν πεθάνει και τα νέα δεν έχουν έρθει ακόμα.

Μπορεί να είναι νεκροφάνεια, αλλά νεκρανάσταση δεν υπάρχει. Μπορεί να κερδίσει η Νέα Δημοκρατία αυτές τις εκλογές σε ένα ντέρμπι, αλλά όχι, δεν αποτελεί μέλλον για την Ελλάδα ούτε ο Μητσοτάκης, ούτε ο Γεωργιάδης, ούτε ο Βορίδης.