Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Ο Αλέξης, ο Κυριάκος και ο Κανένας

Του Νίκου Λακόπουλου

Tα σενάρια της αυτοδυναμίας της  Νέας Δημοκρατίας- με 160 έδρες αν δεν μπουν οι  ΑΝΕΛ στη Βουλή επανήλθαν με τις δημοσκοπήσεις να καταγράφουν  τον νέο φορέα ως τρίτο κόμμα με διψήφια ποσοστά. Το σενάριο αυτό ενισχύεται από την υπόθεση  εργασίας πως ο  ΣΥΡΙΖΑ έχει μια μη αναστρέψιμη φθορά και  τις δημοτικότητες των πολιτικών  αρχηγών που εμφανίζουν πάντα τον Αλέξη Τσίπρα να υστερεί -αλλά όχι παρά πολύ- έναντι του Κυριάκου Μητσοτάκη  που με συχνές εμφανίσεις φτιάχνει την εικόνα του πρωθυπουργού εν αναμονή.

Μια άλλη ανάγνωση των δημοσκοπήσεων ωστόσο δείχνει πώς ο πιο δημοφιλής πολιτικός είναι ο …Κανένας -σε μεγάλη απόσταση από τους Τσίπρα και Μητσοτάκη. Που σημαίνει ότι οι εκλογές θα κριθούν όχι από το ποσοστά που εμφανίζουν οι δημοσκοπήσεις, αλλά από το πόσοι από όσους απείχαν στις τελευταίες εκλογές θα  συμμετέχουν ή τι θα επιλέξουν μέσα στην ατμόσφαιρα της πόλωσης που οργανώνεται οι αναποφάσιστοι- που κρίνουν το αποτέλεσμα την τελευταία στιγμή.

Τα δύο μεγαλύτερα κόμματα -αν μετρήσουμε τις δυνάμεις τους σε ψήφους κι όχι σε ποσοστά- διατηρούν τις ίδιες δυνάμεις κι αν αθροίσουμε το ποσοστό των ΑΝΕΛ σ΄αυτό του ΣΥΡΙΖΑ -σε μια όχι και τόσο απίθανη περίπτωση κοινής καθόδου- η διαφορά ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα δεν είναι και τόσο μεγάλη.

Αν η μάχη στις προηγούμενες εκλογές ήταν ανάμεσα σε «αντιμνημονιακές» δυνάμεις και «μνημονιακές» αυτή τη φορά το δίλημμα των εκλογών θα είναι ανάμεσα σε δύο κόμματα από τα οποία το ένα απλώς λέει ότι θα εφαρμόσει το μνημόνιο- ή θα βγει από αυτό- με …καλύτερο τρόπο από το άλλο. Αλλά ποιο είναι το …καλύτερο;

H μάχη ανάμεσα σε Δεξιά- Αριστερά ή καλύτερα Δημοκρατική Παράταξη και Δεξιά, όπως έσπευσε να την ορίσει ο Αλέξης Τσίπρας- εκθειάζοντας τον …Ανδρέα Παπανδρέου- του οποίου προβάλλει ως συνεχιστής -του έργου του πριν το 1985- θα δοθεί σε καθαρά προσωπικό επίπεδο.  Είναι μια μάχη που ο Κυριάκος Μητσοτάκης ύστερεί και γι΄αυτό έσπευσε στην ΔΕΘ να αφήσει πίσω του την προσωπική αντιπαράθεση -όπου αυτός είναι ο  …καλύτερος, με σπουδές κλπ. απέναντι σε έναν καταληψία, «ψεύτη» και ανίκανο να είναι πρωθυπουργός.

Η προσπάθεια να εμφανιστεί ως μεταρρυθμιστής που θα τα καταφέρει καλύτερα γιατί αυτός πιστεύει στο μνημόνιο και τις ιδιωτικοποιήσεις, ενώ ο άλλος είναι …μπολσεβίκος καταρρέει όσο προβάλλεται με τους Γεωργιάδη και Βορίδη δίπλα του ως ένας καθαρά δεξιός, νεοφιλελεύθερος – και το χειρότερο- γιος του Μητσοτάκη που θεωρεί πως ο πατέρας του ήταν ένας εξίσου μεγάλος πολιτικός όσο ο Κων. Καραμανλής.

Δυστυχώς για τον Κυριάκο Μητσοτάκη όλοι οι ηγέτες της Νέας Δημοκρατίας που μπόρεσαν να φτάσουν στην εξουσία σε αντίθεση με τους Ευ. Αβέρωφ, Μιλτ. Έβερτ και τον Σαμαρά- που πρόβαλλαν ένα πρόσωπο καθαρά δεξιό είχαν τονίσει το κεντροδεξιό του πρόσωπο σε αντίθεση με την Ακροδεξιά- που εκφράζουν πάντα στελέχη όπως ο Βορίδης και ο Γεωργιάδης.

Ο Καραμανλής κατά βάθος είχε «σοσιαλιστική ψυχή», όπως έλεγε κι ο Κώστας Καραμανλής θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ΠΑΣΟΚ με θαυμασμό για τον Ανδρέα Παπανδρέου. Με την πολιτική τους ή την «διεύρυνση» προς το κέντρο οι πολιτικοί της «λαϊκής δεξιάς» είχαν αλλεργία προς την Ακροδεξιά και τον νεοφιλελευθερισμό -τους εκπροσώπους τους οποίους ο νεότερος Καραμανλής έστειλε …πεσκέσι στον Γιώργο Παπανδρέου.

Πιθανόν αυτό να είναι το  μυστικό της πολιτικής ηγεμονίας: η διείσδυση στο χώρο του αντιπάλου. Κανένας δεν μπορεί να κυβερνήσει στην Ελλάδα αν δεν συνενώσει ένα-δυο τρεις όμορους ή όχι πολιτικούς χώρους. Ο Ανδρέας Παπανδρέου με το 48% απέσπασε 7% από την Δεξιά και 7% από την Ακροδεξιά με την πατριωτική ρητορική του. Φυσικά το 54% του Κων. Καραμανλή- το 1974- υπό ειδικές συνθήκες περιείχε πολύ Κέντρο, ακόμα και την υποστήριξη του …Μίκη Θεοδωράκη -με το «Καραμανλής ή Χάος».

Ο Αλέξης Τσίπρας πολύ νωρίς κατάλαβε πώς παίζεται το παιχνίδι. Δεν αρκέστηκε να αποσπάσει δυνάμεις από το ΠΑΣΟΚ, αλλά με τις συναντήσεις με τον Πάπα ή τις επισκέψεις του στο …Άγιο Όρος, με τις επιλογές του κρίσιμα ζητήματα και με ανοίγματα προς τα Δεξιά απέσπασε ψήφους από τη Νέα Δημοκρατία που ο ηγέτης της Νέας Δημοκρατίας αγωνίζεται να πάρει πίσω.

Σε μια κρίσιμη στιγμή, όπως θα είναι και η επόμενη φάση για την Ελλάδα, ο κόσμος δεν ψηφίζει με βάση τη στενή του πολιτική ιδεολογία, ούτε με την πολιτική παράδοσή του, αλλά με βάση το ποιος θα είναι καλύτερος κυβερνήτης ώστε να βγάλει τη χώρα από την κρίση συν το «ηθικό» του προφίλ -το πόσο είναι διεφθαρμένος ή θα διαφθαρεί στο κυβερνητικό του μέλλον.

Εδώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης υστερεί πολύ ως εκπρόσωπος της Οικογενειοκρατίας- που θα …πατάξει- της Ολιγαρχίας που υπερασπίζεται ως Αριστεία- δηλαδή αριστοκρατία -που αφελώς υπερασπίζεται με απόψεις πως δεν πιστεύει στην κοινωνική ισότητα, αλλά ονειρεύεται μια κοινωνία με λιγότερο -κοινωνικό-κράτος, μια κοινωνία για επιχειρηματίες -που θα ελεούν τους αδύνατους.

Οι επισκέψεις στον λαό και σε ψαράδες δεν ωφελούν, ακόμα κι αν βγάζει τη γραβάτα. Ο Αλέξης Τσίπρας, ακόμα και «συνθηκολογημένος», όπως ο ίδιος λέει, παραμένει ο πολιτικός που ως «ένας από μας» πετάγεται από το πουθενά- από τα ….Εξάρχεια που θέλει να σβήσει ο Μητσοτάκης- για να πάρει μέσα από κινήματα την κυβέρνηση ως ο πρώτος που δεν προέρχεται από «τζάκι», αλλά από ένα φτωχό χωριό της Άρτας.

Το αίμα νερό δεν γίνεται. Όσο και αν στήνει συναντήσεις με «απλούς» ανθρώπους ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, παραμένει ο «γαλαζοαίματος» με ένα κακό οικογενειακό παρελθόν με το οποίο όχι μόνο δεν συγκρούεται, αλλά προβάλλει ως κληρονόμος και συνεχιστής του. Που σημαίνει ότι μπορούσε να απογαλακτισθεί από αυτό το παρελθόν ή να προσεγγίσει τα «Εξάρχεια» αντί να τα απειλεί. Να υπερβεί τα πολιτικά του σύνορα, αντί να προσπαθεί να πείσει την …Δεξιά, ότι είναι «καθαρός» δεξιός -ένας πολιτικός δηλαδή που υπόσχεται την κοινωνική ανισότητα ως …φυσικό φαινόμενο.

Σε κάθε περίπτωση η κυριαρχία του Κανένα αποτυπώνει το πολιτικό έλλειμμα -που εκφράζεται από την ύπαρξη ηγετών όπως η Φώφη Γεννηματά- πιο δημοφιλής από τον Αλέξη Τσίπρα, ο Βασίλης Λεβέντης ή ο Σταύρος Θεοδωράκης που διεκδικεί την ηγεσία του νέου φορέα ως υποψήφιος εν τέλει για πρωθυπουργός, αν το τρίτο κόμμα γίνει κάποτε δεύτερο κι αντιμετωπίσει αυτό την Δεξιά ή στα σίγουρα υπουργός σε μια αναμενόμενη συγκυβέρνηση- αν η ΝΔ δεν πετύχει αυτοδυναμία ή ακόμα κι αν την πετύχει, όπως  δήλωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Το έλλειμα αυτό συνυπάρχει με την κρίση των κομμάτων που μαζί με την κρίση ταυτότητας που αναλαμβάνουν να λύσουν οι …λογογράφοι έχουν πρόβλημα ηγεσίας. Οι νέοι ηγέτες που αναδείχθηκαν ως σημαιοφόροι του «νέου» αποδεικνύονται στο σύνολό τους πολύ λίγοι μπροστά στην Ιστορία. Αυτό δεν είναι άσχετο από το γεγονός ότι μόνο το 11% εμπιστεύεται όλα μαζί τα πολιτικά κόμματα -που αδυνατούν να εκπροσωπήσουν την κοινωνία.

Αν εξαιρέσουμε τους συνταξιούχους που αναλαμβάνουν να εκφράσουν μαχητικά τα «κοινωνικά κινήματα» -διεκδικώντας τη σύνταξή τους -ή το ηρωικό παρελθόν- αυτά τα κινήματα  λείπουν από την πολιτική ζωή, όπως το άλλοτε δοξασμένο «φοιτητικό κίνημα». Πιθανόν οι φοιτητές -που προτιμούν την ΔΑΠ από άλλες παρατάξεις- να είναι απασχολημένοι με το να αγοράζουν τις φοιτητικές εργασίες ή θεωρούν την υπόθεση της πολιτικής μια ανιαρή -και διεφθαρμένη- υπόθεση.

Μάλλον εκεί η Ελλάδα έχασε το παιχνίδι. Η πολιτική ζωή εμφανίζεται πλέον ως σύγκρουση γενεών, αλλά τα κόμματα που εξέφραζαν τους νέους γέρασαν πολύ νωρίς με πρώτο-πρώτο τον ΣΥΡΙΖΑ που εξέφρασε κι απογοήτευσε μια γενιά μέσα σε μια νύχτα. Αυτή η επιτυχία των κομμάτων- να είναι μια υπόθεση για τα ΚΑΠΗ- ίσως είναι ένα έγκλημα μεγαλύτερο από αυτό των μνημονίων -που θα καταργούσαν ή δεν θα υπέγραφαν όλα τα κόμματα -μηδέ του ΠΑΣΟΚ εξαιρουμένου.

Ο Κανένας που εκφράζει σχεδόν το μισό εκλογικό σώμα, όταν Τσίπρας και Μητσοτάκης μαζί, δεν μπορούν να το νικήσουν, είναι ο πραγματικός ηγέτης μιας χώρας που έχει πεθάνει πολιτικά από την δεκαετία ΄80 -με πρώτη την Αριστερά. Ήταν η εποχή που όλα τα κόμματα διέγραφαν τις νεολαίες τους διώχνοντας από την πολιτική τους πολίτες ή εξαγοράζοντάς του με λίστες δώρων σαν κι αυτές του ΠΑΣΟΚ ή του ΣΥΡΙΖΑ. Ύστερα οι Αγανακτισμένοι αποδείχθηκαν προδομένοι συνταξιούχοι -που έκλειναν το μάτι στην Χρυσή Αυγή και η υποτιθέμενη άνοδος της Αριστεράς απέκρυπτε το γεγονός πως η εμφάνιση της Ακροδεξιάς ήταν η απόδειξη της δικής της ήττας.

Τώρα πια ξέρουμε πως δεν ήταν κομμουνιστές όσοι έφεραν τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση. Ήταν απλώς δανειολήπτες και συμβασιούχοι. Φαινομενικά είχαμε την πιο μαζική Αριστερά της Ευρώπης. Στη πράξη όμως όλη πολιτική πορεία ήταν μια συνεχόμενη δεξιά στροφή προς τον συντηρητισμό και την οπισθοδρόμηση εκεί όπου βλέπουν τα οράματά τους να υλοποιούνται όλα τα κόμματα. Στην επιστροφή στην καταραμένη εποχή όπου άρχισε η -πρώτα πολιτική- κρίση. Εκεί όπου η οπισθοδρομική Αριστερά μπορεί να υπάρχει ακόμα ως προοδευτική δύναμη κι ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ο μαχητής κατά του Κατεστημένου και της Ολιγαρχίας- όπως είπε πρόσφατα ο Αλέξης Τσίπρας.

Προφανώς τα πολιτικά κόμματα φοβισμένα από το μέλλον έχουν μοναδικό στόχο να διαχειρισθούν το παρελθόν ή να το διορθώσουν όπως έκαναν πάντα. Το ΠΑΣΟΚ ήταν η ρεβάνς -με σαράντα χρόνια καθυστέρηση- για την ήττα στον Εμφύλιο και ο ΣΥΡΙΖΑ η εκδίκηση για την δική του προδοσία ή ακόμα κι όπως αισθάνθηκε την ανάγκη να πει πάλι ο Αλέξης Τσίπρας για τη …Συμφωνία της Βάρκιζας.

Στο μεταξύ ο κόσμος γύρω μας αλλάζει ταχύτατα. Η οικονομική κρίση είναι μια οπισθοδρόμηση σε όλα τα επίπεδα που μπορεί να μεταφραστεί ως φόβος για το μέλλον, απαισιοδοξία, εθνική κατάθλιψη. Οι νέοι στην Ελλάδα δεν απέχουν από τις εκλογές ή από τα κόμματα, αλλά απέχουν από τη ζωή τους. Ακόμα κι αν οικονομική κρίση ξεπεραστεί, η κρίση της πολιτικής- ένας κόσμος χωρίς ιδέες, όνειρα και φαντασία- δεν θα ξεπεραστεί ποτέ, αν μια νέα γενιά ίσως αλλόκοτη- όσο αλλόκοτος είναι αυτός ο κόσμος του Τσίπρα και του Μητσοτάκη, της Φώφης και του Σταύρου- δεν ξαναθέσει εξ αρχής τα θέματα και δεν απαντήσει με πάταγο πως δεν μπορεί να είναι έτσι η ζωή, τα πράγματα, η Ελλάδα.

Προφανώς, όπως πάντα, αυτή η αλλαγή δεν θα προκύψει από την πολιτική, ούτε τα ναρκισσιστικά συνθήματα των κομμάτων. Μπορεί να εμφανισθεί στην τέχνη ή την μουσική, μυστικά σήματα από το μέλλον που θα επιχειρούν να δώσουν νέα μορφή στην πολιτική, δηλαδή μορφή στον Κανένα. Τα σημερινά κόμματα θα εξαφανισθούν ως άταφοι νεκροί και τα ραδιόφωνα θα παίζουν νέα τραγούδια, αφού το «Πάγωσε η Τσιμινιέρα» όπως έχει αντιληφθεί κι ο …ντι-τζέι των συγκεντρώσεων της ΓΣΕΕ είναι κάπως παλιό. Μπορεί να γίνει πια μια συγκέντρωση και χωρίς …Νταλάρα.

Η εποχή που ζούμε είναι μεταβατική -όσο και τα προτάγματα των κομμάτων. Η εξέγερση των Αγανακτισμένων αποκάλυψε την κρίση της Αριστεράς πρωτίστως και το πολιτικό σύστημα αντί να καταρρεύσει ανανεώθηκε με ένα ΣΥΡΙΖΑ -που δεν μπορούμε να κατατάξουμε εύκολα στην Αριστερά ή την Δεξιά. Η περίοδος της κρίσης δεν ήταν κρίση του «παλιού», όσο του «νέου» -που αποδείχτηκε μια καρικατούρα του παλιού σε μια εποχή που το να είσαι αγενής ή να έχεις θράσος ήταν «αριστερό».

Ή που η Αριστερά είχε πεθάνει και κάποιος άλλος χρησιμοποιούσε το προφίλ της για να αποδείξει κυρίως πως αριστερός είναι κάποιος μελλοντικός δεξιός -σαν τον Αλέξη Τσίπρα που φέρνει σε δύσκολη θέση τον Κυριάκο Μητσοτάκη για έναν ακόμα λόγο. Τέτοια «αντιλαϊκά μέτρα» καμιά δεξιά κυβέρνηση δεν μπορούσε να περάσει! Αν χρειάζεται κάποιος πλέον τον «Αλέξη» είναι το ίδιο το «αστικό» καθεστώς -που εμφανίστηκε ότι ήθελε να ανατρέψει.

Φυσιολογικά θα περιμένουμε πολύ για τον νέο Αλέξη. Που δεν θα προέρχεται από την Αριστερά, αλλά από τη -νέα- Δεξιά -και δεν είναι βέβαια ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ο νέος Αλέξης θα είναι ένας αντιΤσίπρας- ένας «νεαρός» που θα αμφισβητεί όλο το πολιτικό πλαίσιο κάνοντας κριτική στην Αριστερά και τη Δεξιά που θα αναδειχθεί στο έδαφος της δεξιάς ιδεολογικής ηγεμονίας.

Γιατί η ήττα της Αριστεράς αυτή τη φορά δεν είναι στρατιωτική ή πολιτική. Είναι ιδεολογική -που σημαίνει πως θα χρειαστούν πολλά συνέδρια- για να καταλάβει η Αριστερά, τι ακριβώς συνέβη. Άλλωστε έχει να αποφασίσει -σιγά-σιγά- τι συνέβη με τον Στάλιν, τον Μάη του ’68 ή τι συμβαίνει με τον Μαδούρο. Μετά θα αντιληφθεί πως μέσα από την επιχείρηση «πρώτη φορά αριστερά στην κυβέρνηση» έχασε κάτι που είχε πολύ παλιά και που ονομάζεται ιδεολογική ηγεμονία.