Ο Αλέξης στον καναπέ του Φρόιντ

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

«Η εξουσία δεν βασίζεται ποτέ εξολοκλήρου στην καθαρή βία. Η εξουσία είναι πάντα μια εξουσία συνδεδεμένη με τον λόγο». 

– Λακάν 

Η πολιτική δεν είναι ποτέ μόνο η τέχνη των συσχετισμών. Κάτω από τις δημοσκοπήσεις, τα συνέδρια και τις εσωκομματικές μηχανορραφίες, λειτουργεί πάντοτε ένα υπόγειο σύστημα επιθυμιών, τραυμάτων και φαντασιώσεων. Οι ηγέτες δεν κυβερνούν μόνο κόμματα· κυβερνούν επίσης τις ρωγμές του εαυτού τους. Και όταν χάνουν την εξουσία, δεν χάνουν απλώς έναν μηχανισμό επιρροής. Χάνουν τον καθρέφτη μέσα από τον οποίο αναγνώριζαν την ίδια τους την ύπαρξη. Η πορεία του Αλέξη Τσίπρα από την παραίτησή του το καλοκαίρι του 2023 μέχρι την ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. τον Μάιο του 2026 υπήρξε ακριβώς αυτό: μια αργή ψυχική περιπλάνηση ανάμεσα στο τραύμα, τη σιωπή και την ανάγκη μιας δεύτερης γέννησης.

Η εικόνα του στο Ζάππειο, όταν ανακοίνωσε ότι αποχωρεί από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, έμοιαζε λιγότερο με κομματική δήλωση και περισσότερο με τελετουργία πολιτικής απογύμνωσης. Για πρώτη φορά μετά από δεκαπέντε χρόνια, ο άνθρωπος που είχε ταυτιστεί με την άνοδο της ελληνικής αριστεράς βρισκόταν χωρίς οργανικό σώμα εξουσίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν γι’ αυτόν ένα απλό κόμμα. Ήταν η προέκταση του ίδιου του «εγώ» του, το συλλογικό περίβλημα μιας προσωπικής μυθολογίας που ξεκινούσε από τις μαθητικές καταλήψεις και έφτανε μέχρι το Μέγαρο Μαξίμου. Η εκλογική συντριβή του 2023 δεν κατέστρεψε μόνο μια πολιτική στρατηγική· διέρρηξε τον ναρκισσιστικό ιστό πάνω στον οποίο είχε οικοδομηθεί ολόκληρη η ιστορική του αυτοεικόνα.

Ο Φρόιντ είχε γράψει ότι το πένθος είναι η βασανιστική διαδικασία μέσω της οποίας το υποκείμενο αποσύρει σταδιακά τη λίμπιντό του από ένα χαμένο αντικείμενο. Στην περίπτωση του Τσίπρα, το χαμένο αντικείμενο δεν ήταν απλώς η εξουσία. Ήταν η ίδια η ιδέα του εαυτού του ως αναγκαίου ιστορικού φορέα μιας εποχής. Η σιωπή που ακολούθησε την παραίτηση δεν υπήρξε πολιτική αμηχανία αλλά μορφή εσωτερικής απόσυρσης. Για μήνες απέφυγε να εμπλακεί ουσιαστικά στις εμφύλιες συγκρούσεις του κόμματος που ο ίδιος είχε οικοδομήσει. Παρακολουθούσε σχεδόν ανέκφραστος τη διολίσθηση του ΣΥΡΙΖΑ σε μια κατάσταση οργανωτικής αποσύνθεσης, σαν κάποιος που κοιτάζει από απόσταση το σπίτι όπου μεγάλωσε να καταρρέει πέτρα-πέτρα χωρίς να επιχειρεί να το σώσει.

Αυτή η στάση δεν ήταν αδράνεια. Ήταν άμυνα. Ο ψυχισμός του έπρεπε πρώτα να αποσυνδεθεί από το τραυματικό αντικείμενο για να μπορέσει να επιβιώσει. Στο βάθος της σιωπής του κρυβόταν ίσως μια σκοτεινή αλλά ανακουφιστική διαπίστωση: χωρίς αυτόν, ο ΣΥΡΙΖΑ μετατρεπόταν σε χάος. Η διάλυση του κόμματος λειτουργούσε σαν καθρέφτης που του επέστρεφε μια μορφή αρνητικής δικαίωσης. Η απουσία του γινόταν η ισχυρότερη απόδειξη της αναγκαιότητάς του.

Εδώ ακριβώς αρχίζει η λακανική διάσταση της διαδρομής του. Για τον Λακάν, το υποκείμενο συγκροτείται μέσα από το βλέμμα του Άλλου· υπάρχει μόνο στον βαθμό που αναγνωρίζεται. Ο Τσίπρας αντιλήφθηκε σταδιακά ότι η πολιτική του γοητεία μπορούσε να ανασυσταθεί μόνο μέσω της έλλειψης. Έπρεπε να εξαφανιστεί από το προσκήνιο ώστε να ξαναγίνει επιθυμητός. Η απουσία του έπαψε να είναι αδυναμία και μετατράπηκε σε πολιτικό κεφάλαιο. Όσο περισσότερο ο ΣΥΡΙΖΑ βυθιζόταν σε εσωτερική σύγχυση, τόσο περισσότερο ο πρώην ηγέτης του αποκτούσε στα μάτια ενός τμήματος της κοινωνίας τη μορφή του «χαμένου συνεκτικού κέντρου».

Αλλά η πολιτική λίμπιντο δεν εξαφανίζεται ποτέ πραγματικά. Μετασχηματίζεται. Και εδώ η διαδρομή του Τσίπρα γίνεται σχεδόν υποδειγματικά μαρκουζιανή. Ο Χέρμπερτ Μαρκούζε είχε περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες κοινωνίες απορροφούν τη ριζοσπαστική ενέργεια, μετατρέποντάς τη σε ασφαλή, θεσμική και διαχειρίσιμη δραστηριότητα. Το Ινστιτούτο Τσίπρα υπήρξε η πιο καθαρή μορφή αυτής της μετουσίωσης. Η ενέργεια που άλλοτε επένδυε στη σύγκρουση των πλατειών, στις κραυγές περί «σκισίματος των μνημονίων» και στην αισθητική της πολιτικής εξέγερσης, διοχετεύτηκε τώρα σε συνέδρια, διεθνείς διαλόγους και ευρωπαϊκά πάνελ.

Η εξέγερση μεταμορφωνόταν σταδιακά σε ευρωπαϊκή προοδευτική κανονικότητα. Ο πρώην πρωθυπουργός εγκατέλειπε σταδιακά τη φιγούρα του βαλκάνιου λαϊκιστή της κρίσης και υιοθετούσε το προφίλ ενός ώριμου Ευρωπαίου συνομιλητή. Η γλώσσα του γινόταν προσεκτικότερη, οι δημόσιες εμφανίσεις του αυστηρά σκηνοθετημένες, η εικόνα του αποστειρωμένη από τις υπερβολές της αντιμνημονιακής περιόδου. Ήταν σαν να επιχειρούσε να απομακρύνει από πάνω του το τραύμα του 2015 μέσω μιας αργής διαδικασίας θεσμικού εξαγνισμού.

Δεν είναι τυχαίο ότι το πραγματικό σκηνικό αυτής της μεταμόρφωσης δεν βρισκόταν στην Αθήνα αλλά στο Παρίσι. Η γαλλική πρωτεύουσα λειτούργησε για τον Τσίπρα σαν ψυχικός ενδιάμεσος χώρος, ένας τόπος αποσυμπίεσης ανάμεσα στην πολιτική ήττα και στην επιθυμία επιστροφής. Εκεί, ανάμεσα σε φόρουμ, think tanks και ευρωπαϊκές επαφές, μπορούσε να ξαναφανταστεί τον εαυτό του έξω από την ασφυκτική γεωγραφία της ελληνικής κρίσης. Η Γαλλία δεν του πρόσφερε απλώς διεθνές κύρος. Του πρόσφερε μια νέα αισθητική ύπαρξης.

Το Παρίσι λειτουργούσε σαν ένας τεράστιος πολιτικός καθρέφτης όπου ο Τσίπρας δεν έβλεπε πια τον ηγέτη που υπέγραψε το τρίτο μνημόνιο αλλά έναν πιθανό αρχιτέκτονα της νέας ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς. Μέσα σε αυτή τη γαλλική ατμόσφαιρα, η παλιά αντιμνημονιακή ορμή μεταφραζόταν σταδιακά σε γλώσσα θεσμικής σοβαρότητας. Η αριστερά έπρεπε να ξαναγίνει κυβερνώσα χωρίς να θυμίζει τις εκρήξεις του 2015. Και ο ίδιος έπρεπε να ξαναγεννηθεί χωρίς να μοιάζει με τον άνθρωπο που είχε ηττηθεί το 2023.

Εδώ εμφανίζεται το βαθύτερο ψυχικό μοτίβο της διαδρομής του: το τραύμα της γέννησης. Ο Όττο Ρανκ είχε υποστηρίξει ότι κάθε ανθρώπινη ύπαρξη κουβαλά το αρχέγονο τραύμα του αποχωρισμού από το προστατευμένο περιβάλλον της μήτρας και ότι κάθε δημιουργική πράξη αποτελεί μια προσπάθεια υπέρβασης αυτής της αρχικής ρήξης. Η παραίτηση του Τσίπρα από τον ΣΥΡΙΖΑ λειτούργησε σαν ένας δεύτερος βίαιος τοκετός. Αποκόπηκε από τον πολιτικό οργανισμό που τον είχε γεννήσει και τον είχε προστατεύσει επί δεκαετίες. Ξαφνικά βρέθηκε μόνος, χωρίς κομματικό σώμα, χωρίς μηχανισμό, χωρίς το βλέμμα των οπαδών που μέχρι τότε εγγυόταν τη συνοχή της πολιτικής του ταυτότητας.

Η περίοδος 2023-2025 υπήρξε έτσι μια φάση πολιτικής εμβρυϊκότητας. Ο πρώην πρωθυπουργός βρισκόταν σε κατάσταση μετέωρης ύπαρξης: ούτε πλήρως παρών ούτε πραγματικά απόντας. Οι δημόσιες παρεμβάσεις του έμοιαζαν με δοκιμές νέας γλώσσας. Οι διεθνείς εμφανίσεις του λειτουργούσαν σαν πρόβες μιας νέας περσόνας. Και όσο ο ΣΥΡΙΖΑ συνέχιζε να συρρικνώνεται, τόσο ενισχυόταν μέσα του η φαντασίωση ότι η ιστορία τού επιφύλασσε μια δεύτερη ιδρυτική στιγμή.

Η ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. τον Μάιο του 2026 υπήρξε ακριβώς αυτή η στιγμή. Όχι απλώς πολιτική επιστροφή αλλά πράξη επαναγέννησης. Το νέο κόμμα παρουσιάστηκε ως υπέρβαση των παλιών διαχωρισμών ανάμεσα στη ριζοσπαστική αριστερά, τη σοσιαλδημοκρατία και την πολιτική οικολογία. Όμως κάτω από αυτή τη ρητορική της σύνθεσης κρυβόταν μια βαθύτερη ψυχική ανάγκη: να διαγραφεί το τραύμα της ήττας μέσω μιας νέας ιδρυτικής αφήγησης.

Το τελετουργικό της ανακοίνωσης είχε σχεδόν θρησκευτική διάσταση. Η ιδρυτική διακήρυξη υψωμένη στο χέρι, η σκηνοθετημένη αισιοδοξία, οι αναφορές σε «νέα δημοκρατική παράταξη», όλα παρέπεμπαν στην ανάγκη ενός ανθρώπου να ξαναγράψει τη βιογραφία του. Δεν ήθελε να επιστρέψει ως αποτυχημένος πρώην πρωθυπουργός που ζητά δεύτερη ευκαιρία. Ήθελε να εμφανιστεί ως γενάρχης μιας νέας ιστορικής περιόδου. Σαν να επιχειρούσε να σβήσει συμβολικά το 2015 και το 2023 μέσα από μια νέα πολιτική γέννηση.

​Ίσως, μάλιστα, η επιλογή της τοποθεσίας να έκρυβε έναν βαθύτερο, ασυνείδητο συμβολισμό. 

Στη δική του πολιτική μυθολογία, ο πρώην πρωθυπουργός εμφανίστηκε στο Θησείο ως ένας σύγχρονος «Θησέας» που επιχειρεί να δραπετεύσει από τον λαβύρινθο της ήττας, κρατώντας ακόμη το νήμα της Ιστορίας. Η επιλογή αυτή αποκτά μια σχεδόν νιτσεϊκή διάσταση. Στο προσωπικό του δράμα γύρω από τον Ρίχαρντ Βάγκνερ και την Κοζίμα —την οποία αποκαλούσε συμβολικά «Αριάδνη»— ο Νίτσε φανταζόταν τον συνθέτη ως «Θησέα», τον κυρίαρχο ήρωα που του είχε αποσπάσει το αντικείμενο του πόθου, ενώ ο ίδιος ταυτιζόταν με τον Διόνυσο που θα επέστρεφε για να τη λυτρώσει. Στην ελληνική πολιτική σκηνή του 2026, ο Τσίπρας επιχειρεί το αντίθετο: να ενσαρκώσει ο ίδιος τον Θησέα, μετατρέποντας τη γεωγραφία μιας ανακοίνωσης σε μια μυθολογική αφήγηση θριαμβευτικής επανόδου.

​Και όμως, μέσα σε αυτή τη νέα αρχή κρυβόταν ήδη η σκιά της επανάληψης. 

Ο Φρόιντ είχε ονομάσει Wiederholungszwang («καταναγκασμό της επανάληψης») την τάση του ανθρώπου να επαναλαμβάνει τα τραύματά του με την ψευδαίσθηση ότι αυτή τη φορά θα τα ελέγξει.

Η ΕΛ.Α.Σ. έφερε εξαρχής όλα τα ψυχικά υλικά του παλιού ΣΥΡΙΖΑ: την προσωποκεντρική δομή, τη βαθιά εξάρτηση από το χάρισμα του αρχηγού, την ανάγκη μιας μόνιμης ιδρυτικής δραματοποίησης. Ο Τσίπρας έμοιαζε να αναζητά αδιάκοπα όχι απλώς την επιστροφή στην εξουσία αλλά την αποκατάσταση μιας χαμένης αθωότητας — εκείνης της στιγμής όπου μπορούσε ακόμη να φαντάζεται τον εαυτό του ως αδιάφθορο φορέα ιστορικής αναγέννησης.

Καθισμένος νοερά στον καναπέ του Φρόιντ, ο πρώην πρωθυπουργός ίσως να μην αναζητούσε ποτέ πραγματικά μια ψύχραιμη αποτίμηση των λαθών του. Αναζητούσε κάτι βαθύτερο και πολύ πιο ανθρώπινο: την επιβεβαίωση ότι εξακολουθεί να είναι αναγκαίος, επιθυμητός και ιστορικά προορισμένος. Η ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. υπήρξε τελικά λιγότερο ένα πολιτικό σχέδιο και περισσότερο μια υπαρξιακή κραυγή απέναντι στον φόβο της πολιτικής εξαφάνισης. Γιατί ο μεγαλύτερος τρόμος κάθε χαρισματικού ηγέτη δεν είναι η ήττα. Είναι η στιγμή που ο κόσμος παύει να τον κοιτάζει.