Σάββατο 22 Ιουλίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου «ακτινογραφεί» τους Depeche Mode

Πριν από δύο μήνες κυκλοφόρησε το νέο τραγούδι των Depeche Mode με τίτλο «Where’s the revolution?».

Από τις πρώτες κιόλας νότες του καταλαβαίνει κανείς ότι βρίσκεται στα γνωστά λημέρια της μπάντας όπου μια στεντόρεια φωνή αναρωτιέται πού είναι η επανάσταση, ένα σκελετικό συνθεσάιζερ χορεύει σε μετρονομικό ρυθμό και ένα ηλεκτρονικό φανταχτερό χιτ γεννιέται το 2017 (αν και θα μπορούσε πολύ εύκολα να βρίσκεται σε οποιοδήποτε άλμπουμ τους από το «Ultra» του 1987 και έπειτα).

Βέβαια, με 36 χρόνια στην πλάτη τους δεν θα περίμενε κανείς ότι το βρετανικό σχήμα θα άλλαζε ξαφνικά πορεία σήμερα, μόνο που το εμφανές πολιτικό μήνυμα στο τραγούδι γεννάει αμέσως αρκετές αμφιβολίες. Το συγκρότημα παραμένει τρίο, ένα από τα τελευταία επιδραστικά ονόματα των πρόσφατων δεκαετιών με 14 συνολικά άλμπουμ και πάνω από 100 εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων παγκοσμίως. Και ενώ η μουσική συνταγή τους δεν αλλάζει (ο Ντέιβ Γκάχαν τραγουδάει στίχους του βασικού συνθέτη και στιχουργού Μάρτιν Γκορ), το νέο μήνυμα υποδηλώνει ανοιχτά ότι οι Depeche Mode είναι αρκετά ώριμοι πια ώστε να σταματήσουν να ασχολούνται με την ασάφεια του σκοτεινού και του κρυμμένου. Τώρα φαίνονται διατεθειμένοι να γίνουν πιο άμεσοι ως προς τη διαφωνία με την κυβερνησή τους και την κοινωνική ανισότητα που οδήγησε στο Brexit, τον Τραμπ ή τα υποτιθέμενα «λαϊκίστικα» κινήματα σε όλο τον κόσμο.

Αν και η στιχουργική ανάλυση δεν είναι o καλύτερος τρόπος για να προσεγγίσει κανείς τους Depeche Mode, για κάποιον σαν εμένα που τους έχει αγαπήσει τόσο πολύ στο παρελθόν είναι δύσκολο να μη σκεφτεί ότι τα τραγούδια του Μάρτιν Γκορ πάντα έκρυβαν πολιτικά μηνύματα, ακόμη και όταν μιλούσαν για ασφαλή σπίτια ή κατεβασμένα παντελόνια. Το νέο τραγούδι «Where’s the revolution?» διαμαρτύρεται πλέον ανοιχτά. Χωρίς, βέβαια, να μπορεί να σηκώσει τη σημαία της επανάστασης τόσο ψηλά όσο τα τραγούδια του Γούντι Γκάθρι και του Μπομπ Ντίλαν, τουλάχιστον όμως δείχνει μια νέα, καθαρά πολιτική πλευρά στην μπάντα. Ή μήπως δεν είναι ακριβώς νέα αυτή η στροφή;

Βρισκόμαστε στο 1983 και οι Depeche Mode έχουν κυκλοφορήσει το τρίτο άλμπουμ τους «Construction time again». O συγκεκριμένος δίσκος φαίνεται να σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή στην πορεία του συγκροτήματος, το οποίο λίγους μήνες πριν έχει κυκλοφορήσει το σινγκλ «Get the balance right». Μια αλλαγή που μπορεί να μη φαίνεται από την επιφανειακή ποπ φόρμα των τραγουδιών, αλλά σίγουρα δείχνει ότι κάτι έχει αλλάξει: βασικά αλλάζει η εικόνα της μπάντας, που πλέον δεν φοράει λευκά μπλουζάκια και νεορομαντικά κοστούμια, αλλά σκληρό, μαύρο δέρμα. Αν και ποτέ δεν πρέπει να κρίνεις ένα βιβλίο ή έναν δίσκο από το εξώφυλλό του, το νέο άλμπουμ ξεχωρίζει γιατί παρουσιάζει έναν τυπικό σταχανοβίτη εργάτη να σφυρηλατεί στην κορυφή ενός βουνού, ενώ το σινγκλ θα μείνει στην ιστορία της σχεδιαστικής εξέλιξης των Depeche Mode, με τις δύο κλασικές εργατικές φιγούρες που φοράνε φόρμες και κρατούν σφυριά. Ο μουσικός Τύπος δεν άργησε να «εγκαλέσει» την μπάντα για ροπή στον μαρξισμό, προσπαθώντας έτσι να την εντάξει στο πολιτικό τμήμα της ανεξάρτητης σκηνής που γεννιέται και να της χαρίσει μια διαχωριστική ετικέτα εν μέσω ψυχρού κλίματος μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Οχι άδικα αν σκεφτεί κανείς ότι τραγούδια σαν το «Everything counts» μιλάνε για την εταιρική απληστία και την παρανοϊκή οικονομική αστάθεια στην εποχή των νεόπλουτων γιάπηδων. Εναν χρόνο αργότερα ένα νέο πολιτικό τραγούδι, ντυμένο και αυτό με ποπ περιτύλιγμα, μιλάει για την ανισότητα και τη μισαλλοδοξία: το «People are people» γίνεται ύμνος στις πίστες των κλαμπ ενώ οι συνθέσεις του Μάρτιν Γκορ αρχίζουν ξεκάθαρα να μιλάνε όλο και περισσότερο για ενήλικα θέματα όπως η σύγχρονη δουλεία («Master and servant») και όχι πια για νεανικές ερωτικές απογοητεύσεις.

Το «Where’s the revolution?» των Depeche Mode δεν είναι σίγουρα κάτι πρωτότυπο (όπως και το υπόλοιπο άλμπουμ «Spirit»). Μπορεί να φωνάζει ένα πολιτικό μήνυμα (δήθεν αγωνίας) προς καλοβολεμένους χίπστερ, αλλά ουσιαστικά προδίδει την υπόγεια και καλά κρυμμένη γοητεία ενός ονόματος που εδώ και χρόνια έχει πάψει να είναι συγκρότημα και έγινε σήμα κατατεθέν. Δεν είμαι σίγουρος αν εκείνη η αποτοξίνωση στα μέσα των 90s έκανε τελικά καλό στον Γκάχαν, γιατί η αγωνία του Γκορ να κρατήσει το όνομα ζωντανό με νύχια και με δόντια μόνο βαρεμάρα γέννησε τις επόμενες δεκαετίες. Σήμερα δεν είμαι και τόσο σίγουρος αν το πολιτικό τους μήνυμα είναι ειλικρινές, γιατί δεν καταλαβαίνω πώς συνδυάζεται στο μυαλό τους η επανάσταση με τα πανάκριβα Hublot ρολόγια που προμοτάρουν σε ένα άλλο παράλληλο σύμπαν. Δεν λέω, ο μεγάλος έρωτας για τα μαύρα δερμάτινα χρόνια τους είναι ακόμη ζωντανός και σήμερα μπορεί να τα αξίζουν όλα: και τα λαμέ κοστούμια και τα ρολόγια που κοστίζουν χιλιάδες ευρώ, απλώς θα έπρεπε να ξέρουν καλά ότι δεν δικαιούνται πλέον να σηκώνουν κόκκινες ή μαύρες σημαίες.

5 συμβολικά τραγούδια που θα παίζουν πάντα στο πικάπ μου

1. «Photographic»: H πρώτη ηχογράφηση έτσι όπως συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή «Some bizarre album» του 1981 συμβολίζει σταθερά την αρχή μιας μεγάλης πορείας.

2. «Black celebration»: Ανεξάρτητα από το τι σκέφτεται κανείς για τη synthpop, το συγκεκριμένο τραγούδι είναι η απόδειξη μιας πιο ώριμης προοπτικής στην καριέρα των Depeche Mode.

3. «Never let me down again»: To μεγαλοπρεπές άνοιγμα του «Music for the masses», ένα παράδειγμα τελειότητας για το πώς πρέπει να ακούγονται τα τραγούδια που γεμίζουν στάδια.

4. «Personal Jesus»: Δυστυχώς οι Depeche Mode δεν κατάφεραν ποτέ ξανά να αγγίξουν το μεγαλείο του «Violator», το απόλυτο άλμπουμ που πάντα θα θυμίζει πόσο όμορφα πέθαναν τα 80s.

5. «In your room»: Εδώ οι ροκ, μπλουζ και γκόσπελ επιρροές μαζί με τον ηλεκτρονικό θόρυβο που ξέρουν να δαμάζουν σημαδεύουν για πάντα το βαθύτερο και πιο ουσιαστικό άλμπουμ της καριέρας των Depeche Mode.

ΑΠΟ ΤΟ DOCUMENTO