
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Στις 7 Απριλίου 2004, λίγες ημέρες πριν από τα δημοψηφίσματα για το Σχέδιο Ανάν, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσος Παπαδόπουλος απηύθυνε τηλεοπτικό διάγγελμα προς τον κυπριακό λαό. Η φράση «παρέλαβα κράτος διεθνώς αναγνωρισμένο, δεν θα παραδώσω κοινότητα» έμελλε να αποτελέσει μία από τις πιο χαρακτηριστικές πολιτικές διατυπώσεις στην ιστορία του Κυπριακού και να ταυτιστεί με την εκστρατεία υπέρ του «Όχι». Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί ισχυρισμοί ότι το κείμενο του διαγγέλματος συντάχθηκε ή επηρεάστηκε από Βρετανούς συμβούλους, με συχνότερη αναφορά στον Λόρδο David Hannay. Οι ισχυρισμοί αυτοί, ωστόσο, δεν έχουν επιβεβαιωθεί από επίσημες ή πρωτογενείς πηγές και παραμένουν αντικείμενο δημόσιας συζήτησης.
Στις 24 Απριλίου 2004 πραγματοποιήθηκαν τα ταυτόχρονα δημοψηφίσματα στις δύο κοινότητες. Το 75,8% των Ελληνοκυπρίων απέρριψε το Σχέδιο Ανάν, ενώ το 64,9% των Τουρκοκυπρίων το ενέκρινε. Το αποτέλεσμα στην τουρκοκυπριακή κοινότητα είχε ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς ήρθε σε αντίθεση με τη θέση του τότε Τουρκοκύπριου ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς, ο οποίος είχε ταχθεί κατά του σχεδίου και είχε καλέσει τους Τουρκοκύπριους να το απορρίψουν. Αντίθετα, ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, υποστηριζόμενος και από την τότε τουρκική κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, είχε ταχθεί υπέρ της έγκρισής του.
Λίγες ημέρες αργότερα, την 1η Μαΐου 2004, η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως το μόνο διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος στο νησί. Το ευρωπαϊκό κεκτημένο εφαρμόστηκε στις περιοχές που βρίσκονται υπό τον αποτελεσματικό έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ η εφαρμογή του ανεστάλη στις κατεχόμενες περιοχές έως την επίτευξη συνολικής λύσης.
Στη δημόσια σφαίρα, η κυρίαρχη αφήγηση για το Κυπριακό συχνά εγκλωβίζεται σε ένα απλουστευτικό σχήμα: η δραματική κορύφωση του Απριλίου του 2004 και η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν από την ελληνοκυπριακή κοινότητα υποτίθεται ότι σφράγισαν το τέλος κάθε ουσιαστικής διαπραγμάτευσης, βυθίζοντας τη Μεγαλόνησο σε μια μακρά περίοδο θεσμικής και διπλωματικής αδράνειας. Η πραγματικότητα, ωστόσο, διαψεύδει αυτό το γραμμικό αφήγημα.
Η ετυμηγορία του 2004 δεν υπήρξε η επιθανατία κραυγή της διαδικασίας επίλυσης, αλλά η αφετηρία ενός νέου, εξαιρετικά σύνθετου κύκλου συνομιλιών που διήρκεσε περισσότερο από μία δεκαετία. Μέσα από αυτόν τον κύκλο, τέσσερα διαφορετικά ζεύγη ηγετών επιχείρησαν να μετατοπίσουν το βάρος από τα έξωθεν επιβληθέντα ομοσπονδιακά υποδείγματα στην οργανική διαμόρφωση ενός «κυπριακής ιδιοκτησίας» διαπραγματευτικού κεκτημένου.
Από τη Συμφωνία της 8ης Ιουλίου 2006 έως την κατάρρευση στο Κραν Μοντανά το καλοκαίρι του 2017 —και τη μετέπειτα διολίσθηση στην πλήρη αβεβαιότητα της περιόδου 2017–2026— η διαπραγματευτική διαδικασία παρήγαγε ένα τεράστιο σώμα γραπτών συγκλίσεων. Το διακύβευμα αυτών των κειμένων δεν ήταν αφηρημένες συνταγματικές ασκήσεις επί χάρτου, αλλά η συμπύκνωση μιας νέας κοινωνικής και κρατικής πραγματικότητας: η μορφή της κυριαρχίας, η φύση της ιθαγένειας, η αρχή της πολιτικής ισότητας, η αναμεταβίβαση των περιουσιών, οι δημογραφικές ισορροπίες και, πρωτίστως, το οντολογικό ζήτημα της ασφάλειας σε μια χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η αφετηρία της μετα-Ανάν εποχής: Η Συμφωνία της 8ης Ιουλίου 2006 μεταξύ Τάσσου Παπαδόπουλου και Μεχμέτ Αλί Ταλάτ
Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004 μετασχημάτισε ριζικά το γεωπολιτικό περιβάλλον. Το παράδοξο της εφαρμογής του ευρωπαϊκού κεκτημένου με αναστολή στο βόρειο τμήμα του νησιού, σε συνδυασμό με την αλλαγή σκηνικού στην τουρκοκυπριακή ηγεσία —όπου ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ αντικατέστησε τον ιστορικό ηγέτη της διχοτόμησης Ραούφ Ντενκτάς— δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια νέα αρχή.
Στις 8 Ιουλίου 2006, ο Τάσσος Παπαδόπουλος και ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, συνέταξαν ένα πλαίσιο πέντε σημείων. Αν και το κείμενο αυτό στερούνταν συνταγματικής εξειδίκευσης, η πολιτική του βαρύτητα υπήρξε καθοριστική. Επαναβεβαίωσε τη δέσμευση σε μια Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία (ΔΔΟ) με πολιτική ισότητα, απορρίπτοντας ρητά το διατηρούμενο status quo ως απαράδεκτο και βλαβερές για αμφότερες τις κοινότητες. Παράλληλα, εισήγαγε τη «διπλή διαδικασία»: τη συντονισμένη λειτουργία Τεχνικών Επιτροπών για την καθημερινότητα των πολιτών (από τα σημεία διέλευσης έως την πολιτιστική κληρονομιά και την υγεία) παράλληλα με τις Ομάδες Εργασίας για τα βαρέα συνταγματικά κεφάλαια. Η Συμφωνία της 8ης Ιουλίου λειτούργησε ως ο συνδετικός κρίκος που απέτρεψε την παγίωση των τετελεσμένων του δημοψηφίσματος και έθεσε τις βάσεις για την εντατική φάση που ακολούθησε.
Η περίοδος Χριστόφια–Ταλάτ (2008–2010): Ο δομικός σκελετός του Ομοσπονδιακού Κράτους
Η ανάληψη της Προεδρίας από τον Δημήτρη Χριστόφια το 2008 σηματοδότησε την πιο παραγωγική, από άποψη συνταγματικών συγκλίσεων, περίοδο στην ιστορία του Κυπριακού. Για πρώτη φορά, οι εκπρόσωποι των δύο κοινοτήτων επιχειρούσαν να δώσουν απαντήσεις στο θεμελιώδες ερώτημα: Τι είδους κράτος θα είναι η επανενωμένη Κύπρος;
Στα κοινά ανακοινωθέντα της 23ης Μαΐου και της 1ης Ιουλίου 2008, συμπυκνώθηκε η τριπλή αρραγής ενότητα του μελλοντικού κράτους: μία και μόνη κυριαρχία, μία διεθνής προσωπικότητα, μία ενιαία ιθαγένεια. Σε νομικό επίπεδο, η σύγκλιση αυτή ξεκαθάρισε ότι η λύση δεν θα προέκυπτε από τη συνομοσπονδιακή ένωση δύο κυρίαρχων κρατών, αλλά από τη μετεξέλιξη ή ανασύσταση του κράτους σε ομοσπονδία με δύο ισότιμα συνιστώντα κρατίδια. Για τον απλό πολίτη, αυτό διασφάλιζε ένα ενιαίο διαβατήριο, μία διεθνή εκπροσώπηση στον ΟΗΕ και την ΕΕ, και την αποτροπή της διεθνούς νομιμοποίησης της απόσχισης.
Παράλληλα, στην ενότητα της διακυβέρνησης, η πολιτική ισότητα ορίστηκε όχι ως αριθμητική εξίσωση σε όλα τα θεσμικά όργανα, αλλά ως η διασφάλιση της αποτελεσματικής συμμετοχής της τουρκοκυπριακής μειονότητας στη λήψη των αποφάσεων, ώστε να αποτρέπεται η επιβολή της αριθμητικής πλειοψηφίας. Στον οικονομικό τομέα, συμφωνήθηκε η ενιαία αγορά, το κοινό νόμισμα (ευρώ) και η κεντρική άσκηση της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής.
Για την αντιμετώπιση του δημογραφικού φόβου, εισήχθη η συζήτηση για τη διατήρηση της αναλογίας 4:1 μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων υπηκόων όσον αφορά τα δικαιώματα εγκατάστασης.
Στο ακανθώδες κεφάλαιο του περιουσιακού, οι Χριστόφιας και Ταλάτ απομακρύνθηκαν από την απόλυτη δογματική προσέγγιση. Αναγνώρισαν ότι η πάροδος δεκαετιών δημιούργησε πραγματικά δεδομένα που απαιτούν μια πολυεπίπεδη θεραπεία: έναν συνδυασμό αποκατάστασης (επιστροφής), αποζημίωσης και ανταλλαγής περιουσιών, όπου τα δικαιώματα του νόμιμου αρχικού ιδιοκτήτη θα σταθμίζονται με τις ανάγκες και τα δικαιώματα του σημερινού χρήστη μέσω μιας ανεξάρτητης Επιτροπής Περιουσιών.
Η Κοινή Διακήρυξη Αναστασιάδη–Έρογλου (2014): Η θεσμική θωράκιση της βάσης
Μετά την εκλογή του συντηρητικού Ντερβίς Έρογλου στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων το 2010 και την οικονομική κρίση που δοκίμασε την Κύπρο το 2013, οι διαπραγματεύσεις εισήλθαν σε τέλμα. Η εκλογή του Νίκου Αναστασιάδη το 2013 κατέστησε σαφή την ανάγκη για έναν νέο, γραπτό οδικό χάρτη που θα απέκλειε τις παρερμηνείες.
Αυτός ο χάρτης υπήρξε η Κοινή Διακήρυξη της 11ης Φεβρουαρίου 2014. Το κείμενο αυτό συμπύκνωσε εκ νέου τη βάση της λύσης: Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, όπως καθορίζεται στα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Η Διακήρυξη εισήγαγε μια κρίσιμη συνταγματική δικλίδα: το κατάλοιπο εξουσίας —δηλαδή όλες οι αρμοδιότητες που δεν ανατίθενται ρητά από το Σύνταγμα στην Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση— θα ανήκει αυτοδικαίως στα συνιστώντα κρατίδια. Ταυτόχρονα, θεσπίστηκε η ρητή απαγόρευση της μερικής ή ολικής ένωσης με άλλη χώρα, καθώς και της απόσχισης ή της διχοτόμησης, σφαλίζοντας οριστικά τις κερκόπορτες των ιστορικών εθνικιστικών επιδιώξεων.
Η περίοδος Αναστασιάδη–Ακιντζί (2015–2017): Στο κατώφλι της ιστορικής τομής
Η εκλογή του Μουσταφά Ακιντζί το 2015 πυροδότησε την πιο φιλόδοξη φάση των συνομιλιών. Η κοινή προσήλωση των δύο ηγετών στην ομοσπονδιακή προοπτική επέτρεψε την ταυτόχρονη διαπραγμάτευση όλων των κεφαλαίων υπό τον απαράβατο κανόνα: «Τίποτα δεν θεωρείται συμφωνημένο, αν δεν συμφωνηθούν όλα».
Στη Διακυβέρνηση, οι δύο πλευρές άγγιξαν τη σύγκλιση στο ζήτημα της εκ περιτροπής προεδρίας με διασταυρούμενη ψηφοφορία, καθώς και στη θέσπιση της «θετικής ψήφου» της τουρκοκυπριακής πλευράς σε αποφάσεις του υπουργικού συμβουλίου που θα επηρέαζαν ζωτικά συμφέροντα της κοινότητας.
Στο Εδαφικό —για πρώτη φορά στην ιστορία του Κυπριακού— κατατέθηκαν συγκεκριμένοι χάρτες στη Γενεύη τον Ιανουάριο του 2017. Η ελληνοκυπριακή πρόταση περιόριζε την έκταση του τουρκοκυπριακού κρατιδίου στο 28,2%, ενώ η τουρκοκυπριακή στο 29,2%. Η απόκλιση μόλις του 1% συμπυκνώθηκε στην τύχη εμβληματικών περιοχών, όπως η Αμμόχωστος και η Μόρφου, διαμορφώνοντας το πλαίσιο για την επιστροφή δεκάδων χιλιάδων εκτοπισμένων υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση.
Η δραματική κορύφωση στο Κραν Μοντανά (2017)
Το καλοκαίρι του 2017, η Διάσκεψη για την Κύπρο στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας συγκέντρωσε τις δύο κοινότητες, τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις (Ελλάδα, Τουρκία, Ηνωμένο Βασίλειο) και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Για πρώτη φορά, η εσωτερική πτυχή της λύσης συνδέθηκε οργανικά με τη διεθνή της διάσταση: την Ασφάλεια και τις Εγγυήσεις.
Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, υπέβαλε το περίφημο Πλαίσιο 6 Σημείων, το οποίο πρότεινε:
1. Την αντικατάσταση του αναχρονοστικού συστήματος Εγγυήσεων του 1960 και του δικαιώματος μονομερούς επέμβασης από διεθνείς μηχανισμούς παρακολούθησης της λύσης.
2. Την ταχεία αποχώρηση του κατοχικού στρατού και τη μείωση των στρατευμάτων στα επίπεδα των αποσπασμάτων της ΕΛΔΥΚ και της ΤΟΥΡΔΥΚ (1960), με παράλληλη συζήτηση για ρήτρα αποχώρησης έναντι ρήτρας αναθεώρησης.
3. Ρυθμίσεις στο Εδαφικό που να ικανοποιούν τις ελληνοκυπριακές ανησυχίες για τις επιστροφές.
4. Προτεραιότητα στους αρχικούς ιδιοκτήτες στο περιουσιακό για τις περιοχές που επιστρέφονται.
5. Ισότιμη μεταχείριση Ελλήνων και Τούρκων υπηκόων (αναλογία 4:1).
6. Αποτελεσματική συμμετοχή (θετική ψήφος) στην καθημερινή διακυβέρνηση, παράλληλα με μηχανισμούς επίλυσης αδιεξόδων.
Η κατάρρευση των συνομιλιών τη νύχτα της 6ης Ιουλίου 2017 προήλθε από την αδυναμία γεφύρωσης του χάσματος στο ζήτημα των στρατευμάτων και των εγγυήσεων. Η ελληνοκυπριακή και η ελληνική πλευρά επέμειναν στην πλήρη κατάργηση των εγγυήσεων και σε σαφές χρονοδιάγραμμα πλήρους αποχώρησης του στρατού («κανονικό κράτος»), ενώ η Τουρκία αρνήθηκε να παραιτηθεί από τον εγγυητικό της ρόλο και τη μόνιμη στρατιωτική της παρουσία.
Η μετα-Κραν Μοντανά εποχή και η αμφισβήτηση του κεκτημένου
Η αποτυχία της Ελβετίας δεν οδήγησε απλώς σε ένα ακόμη διπλωματικό διάλειμμα. Άνοιξε μια βαθιά ρήγμα στη βάση των διαπραγματεύσεων. Από το 2020, με την άνοδο του Ερσίν Τατάρ στην τουρκοκυπριακή ηγεσία και την πλήρη ευθυγράμμιση της Άγκυρας, η τουρκική πλευρά εγκατέλειψε επισήμως το πλαίσιο της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας. Προέβαλε την αξίωση για αναγνώριση «κυριαρχικής ισότητας» και «ισότιμου διεθνούς καθεστώτος» ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε νέα διαπραγμάτευση, διολισθαίνοντας ανοιχτά στη θέση για λύση δύο ανεξάρτητων κρατών.
Στην αντίπερα όχθη, η ελληνοκυπριακή ηγεσία εμμένει στη διατήρηση του διαπραγματευτικού κεκτημένου, καλώντας σε επανέναρξη των συνομιλιών από το σημείο όπου διακόπηκαν στο Κραν Μοντανά, στη βάση του Πλαισίου Γκουτέρες και των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Οι πολιτικές προσεγγίσεις των ελληνικών κομμάτων
Στην Αθήνα, η συζήτηση για το Κυπριακό δεν αφορά πλέον μόνο τη διπλωματική συμπαράσταση προς την Λευκωσία, αλλά συμπυκνώνει τη θεμελιώδη διαφωνία για το ποιο μοντέλο λύσης παραμένει εφικτό και αποδεκτό.
Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί ως επίσημη εθνική γραμμή την επιδίωξη μιας Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας στη βάση των αποφάσεων του ΣΑ του ΟΗΕ, θεωρώντας ότι το Πλαίσιο Γκουτέρες και το κεκτημένο του Κραν Μοντανά αποτελούν το πιο προχωρημένο σημείο στο οποίο έφτασε η διαπραγμάτευση. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει σταθερά ότι η επανέναρξη πρέπει να γίνει αμέσως από το σημείο διακοπής του 2017, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην πλήρη κατάργηση των εγγυήσεων και την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων. Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής κινείται επίσης στη γραμμή της ομοσπονδιακής λύσης, προτάσσοντας παράλληλα τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα της διευθέτησης, ώστε η επανενωμένη Κύπρος να λειτουργεί ως ένα κανονικό ευρωπαϊκό κράτος χωρίς μόνιμες παρεκκλίσεις.
Στον αντίποδα, το ΚΚΕ διατηρεί μια ιστορικά διαφοροποιημένη στάση, απορρίπτοντας τη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία. Θεωρεί ότι η ΔΔΟ συνιστά έναν διχοτομικό συμβιβασμό που παγιώνει τον διαχωρισμό, και προκρίνει τη δημιουργία ενός ενιαίου, ανεξάρτητου, αμερόληπτου κυπριακού κράτους χωρίς ξένες βάσεις, στρατεύματα και κηδεμόνες.
Τέλος, τα κόμματα στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας (όπως η Ελληνική Λύση και η ΝΙΚΗ) απορρίπτουν κατηγορηματικά την ομοσπονδιακή προοπτική. Υποστηρίζουν ότι η ομοσπονδία νομιμοποιεί τα τετελεσμένα της εισβολής και του Αττίλα, και αξιώνουν την επιστροφή στο δόγμα του ενιαίου κράτους, με αποκλειστικό στόχο την άμεση αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και την αποκατάσταση της πλήρους κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ολόκληρη την επικράτεια.
Παράλληλα, στο πεδίο των ευρωπαϊκών ισορροπιών, αναδείχθηκε ένα από τα πλέον ουσιαστικά γεωπολιτικά διακυβεύματα της διαπραγμάτευσης: η αποτροπή της μετατροπής της τουρκοκυπριακής κοινότητας —και κατ’ επέκταση της ομοσπονδιακής δομής— σε «κερκόπορτα» για τη συστημική διείσδυση της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ελληνοκυπριακή πλευρά και οι Ευρωπαίοι εταίροι αντιλαμβάνονταν ότι μια ανεπαρκώς θωρακισμένη λύση ενείχε τον κίνδυνο να επιτρέψει στην Άγκυρα να απολαμβάνει ντε φάκτο τα ευεργετήματα των τεσσάρων ευρωπαϊκών ελευθεριών —την ελεύθερη διακίνηση προσώπων, αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων— μέσω του τουρκοκυπριακού συνιστώντος κρατιδίου, παρακάμπτοντας πλήρως τις αυστηρές προϋποθέσεις, τα κριτήρια της Κοπεγχάγης και τις υποχρεώσεις της ενταξιακής της διαδικασίας. Η συζήτηση για τη διατήρηση της δημογραφικής αναλογίας 4:1 μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων υπηκόων, καθώς και οι ασφαλιστικές δικλίδες γύρω από την ιθαγένεια και τα δικαιώματα εγκατάστασης, δεν αφορούσαν συνεπώς μόνο τις εσωτερικές ισορροπίες της Μεγαλονήσου, αλλά συνιστούσαν μια κρίσιμη γραμμή άμυνας για την περιφρούρηση της ίδιας της ευρωπαϊκής έννομης τάξης και της θεσμικής αυτονομίας των Βρυξελλών.
Μεταξύ κεκτημένου και αδιεξόδου
Στη σημερινή συγκυρία, καθώς ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών επιχειρεί μια νέα, κρίσιμη επανεκκίνηση των συνομιλιών με την προσωπική εμπλοκή του Αντόνιο Γκουτέρες, η διαπραγματευτική διαδικασία βρίσκεται εκ νέου σε ένα οριακό σημείο. Οι εμπλεκόμενες πλευρές προσέρχονται στη νέα αυτή προσπάθεια ξεκινώντας από εκ διαμέτρου αντίθετες αφετηρίες, συμπυκνώνοντας το θεμελιώδες δίλημμα που παρακολουθεί το Κυπριακό μετά το 2017.
Από τη μία πλευρά, ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης και η Αθήνα θέτουν ως ανυποχώρητη «κόκκινη γραμμή» τη διασφάλιση του διαπραγματευτικού κεκτημένου. Η θέση της Λευκωσίας συμπυκνώνεται στην αναγκαιότητα η διαδικασία να πιάσει το νήμα ακριβώς από το σημείο όπου διακόπηκε στο Κραν Μοντανά, διαφυλάσσοντας το Πλαίσιο Γκουτέρες και τις επιτευχθείσες συγκλίσεις ως τη μόνη συμφωνημένη βάση επανένωσης.
Στον αντίποδα, η Άγκυρα και η τουρκοκυπριακή ηγεσία απορρίπτουν κατηγορηματικά τη συνέχεια από το 2017, διακηρύσσοντας ότι το μοντέλο της ομοσπονδίας έχει οριστικά εξαντλήσει τα όριά του. Αξιώνουν την εκ των προτέρων αναγνώριση «κυριαρχικής ισότητας» και τη διαπραγμάτευση επί μιας νέας, μηδενικής βάσης που θα οδηγεί στη θεσμοθέτηση δύο χωριστών κρατών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον δομικής ακαμψίας, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ αναζητά πάλι μια συμβιβαστική διπλωματική φόρμουλα ικανή να ξεκλειδώσει τη διαδικασία. Στο τραπέζι των παρασκηνιακών διαβουλεύσεων εξετάζεται η προοπτική μιας αυξημένης αποκέντρωσης αρμοδιοτήτων προς τα συνιστώντα κρατίδια —μια «αποκεντρωμένη ομοσπονδία»— που θα επιχειρεί να γεφυρώσει το κεκτημένο του Κραν Μοντανά με τις τουρκικές αξιώσεις για διευρυμένη αυτονομία, χωρίς όμως να παραβιάζεται η αρχή της μίας κυριαρχίας. Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση παρέχει πλήρη στήριξη στην ελληνοκυπριακή γραμμή, διαμηνύοντας ότι οποιαδήποτε λύση εκτός του πλαισίου των ψηφισμάτων του ΟΗΕ παραμένει θεσμικά και πολιτικά απαράδεκτη για τις Βρυξέλλες.
Πίσω από τις νομικές διατυπώσεις, τους συνταγματικούς γρίφους και τις διπλωματικές συγκρούσεις, το Κυπριακό παραμένει μια ζωντανή, καθημερινή πραγματικότητα που καθορίζει την υπαρξιακή αγωνία του πολίτη της Κύπρου.
Για τον Ελληνοκύπριο και τον Τουρκοκύπριο, η παρέλευση μισού αιώνα από το 1974 έχει μετατρέψει το «προσωρινό» σε μια επικίνδυνη κανονικότητα. Η διαρκής εκκρεμότητα της λύσης δεν εκφράζεται πλέον μόνο με όρους ιστορικού τραύματος, αλλά μεταφράζεται σε πιεστικά, καθημερινά διλήμματα:
• Για τον πρόσφυγα και τον νόμιμο ιδιοκτήτη, σημαίνει τη σταδιακή, βίαιη απώλεια της βιωματικής σύνδεσης με τη γη των προγόνων του, καθώς η νομική αβεβαιότητα αντικαθίσταται από την τσιμεντοποίηση, την εμπορευματοποίηση και την οριστική δημογραφική αλλοίωση των κατεχομένων περιοχών.
• Για τη νέα γενιά, σημαίνει τη διαβίωση σε μια πατρίδα γεωπολιτικά εύθραυστη, εγκλωβισμένη ανάμεσα σε μια διαρκή εκεχειρία και την απειλή της στρατιωτικοποίησης, στερώντας της την πλήρη αίσθηση ασφάλειας που παρέχει ένα σύγχρονο, κυρίαρχο ευρωπαϊκό κράτος απαλλαγμένο από ξένες κηδεμονίες.
• Για την τουρκοκυπριακή κοινότητα, σημαίνει τον ορατό πλέον φόβο της πλήρους δημογραφικής, οικονομικής και πολιτισμικής αφομοίωσης από την Άγκυρα, και τον οριστικό αποκλεισμό της από την ευρωπαϊκή οικογένεια.
• Για την ελληνοκυπριακή κοινότητα, σημαίνει τον διαρκή εφιάλτη της άμεσης, φυσικής συνορεύσεως με μια αναθεωρητική περιφερειακή δύναμη επί της γραμμής κατάπαυσης του πυρός.
Το διαπραγματευτικό κεκτημένο της περιόδου 2004–2017 απέδειξε ότι η επανένωση δεν υπήρξε μια αφηρημένη ουτοπία, αλλά ένα εξαιρετικά επεξεργασμένο, λειτουργικό προσχέδιο συνύπαρξης. Η τραγωδία του Κυπριακού έγκειται στο ότι όσο το διπλωματικό αδιέξοδο παρατείνεται, τόσο η οργανική δυνατότητα εφαρμογής αυτού του κεκτημένου φθίνει υπό το βάρος των νέων τετελεσμένων. Για τον απλό πολίτη, η επιλογή δεν ήταν και δεν είναι ποτέ μεταξύ μιας «ιδανικής» και μιας «ατελούς» λύσης. Είναι η δραματική επιλογή ανάμεσα σε ένα συμφωνημένο, βιώσιμο μέλλον εντός της Ευρώπης και την οριστική, ανεξέλεγκτη διολίσθηση στην παγίωση της διχοτόμησης.

