«Όχι ένα χρώμα»: Η Νέα Δημοκρατία του Μητσοτάκη και η αρχιτεκτονική της επόμενης μέρας

Γράφει η Μάγκυ Δούση

Η φράση του Κυριάκου Μητσοτάκη ίσως να μην αφορούσε μόνο τη φυσιογνωμία της Νέας Δημοκρατίας. Ίσως να περιέγραφε το μοντέλο του νέου πολιτικού συστήματος που επιχειρεί να οικοδομήσει.

facebook sharing button

Υπάρχουν, ιδιαίτερα στην πολιτική, φράσεις που γράφονται για να χειροκροτηθούν κι άλλες που διατυπώνονται για να αποκωδικοποιηθούν. Η αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας –«μία Κυριακή, μία κάλπη, ένα κόμμα, όχι ένα χρώμα»– ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.

Το πρώτο σκέλος του μηνύματος ήταν αναμενόμενο. «Μία Κυριακή, μία κάλπη» σημαίνει ότι ο πρωθυπουργός επιμένει πως οι επόμενες εθνικές εκλογές πρέπει να ολοκληρωθούν σε έναν γύρο, χωρίς την πολιτική φθορά και την αβεβαιότητα μιας δεύτερης αναμέτρησης, αλλά και χωρίς την επιλογή οι πολίτες να ψηφίσουν τιμωρητικά την κυβέρνηση. Πρέπει να ψηφίζουν για κυβέρνηση. Είναι ένα μήνυμα αυτοπεποίθησης, αλλά και μια προσπάθεια να επιβληθεί από τώρα το δίλημμα της σταθερότητας.

Το πραγματικό ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται στην επόμενη φράση: «ένα κόμμα, όχι ένα χρώμα». Πρόκειται για μια διατύπωση που μοιάζει να υπερβαίνει τα όρια της Νέας Δημοκρατίας και να περιγράφει μια διαφορετική φιλοσοφία εξουσίας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν εμφανίζει πλέον τη Νέα Δημοκρατία ως έναν αυστηρά κεντροδεξιό πολιτικό οργανισμό. Την παρουσιάζει ως μια μεγάλη πολιτική ομπρέλα, μέσα στην οποία μπορούν να συνυπάρξουν πρόσωπα, αντιλήψεις και πολιτικές διαδρομές που μέχρι πριν από λίγα χρόνια ανήκαν σε διαφορετικούς ιδεολογικούς χώρους.

Η πραγματικότητα επιβεβαιώνει αυτήν την επιλογή. Από το 2019 μέχρι σήμερα, κορυφαίες κυβερνητικές θέσεις, οργανισμοί και επιτελικές δομές, στελεχώθηκαν όχι μόνο από παραδοσιακά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και από πρόσωπα με διαδρομή στο ΠΑΣΟΚ, στην κεντροαριστερά και στην ευρύτερη «μεταρρυθμιστική παράταξη» (θα αναλύσουμε σε επόμενο άρθρο αυτό το νέο πολιτικό ιδεολόγημα). Η διεύρυνση δεν υπήρξε συγκυριακή, αλλά αποτέλεσε δομικό στοιχείο της διακυβέρνησης.

Ίσως, όμως, η στόχευση να είναι ακόμα πιο φιλόδοξη. Από τη Μεταπολίτευση και μετά, τα μεγάλα κόμματα λειτουργούσαν ως εκφραστές συγκεκριμένων κοινωνικών και ιδεολογικών χώρων. Η Νέα Δημοκρατία εξέφραζε την κεντροδεξιά, το ΠΑΣΟΚ την κεντροαριστερά, ενώ αργότερα ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε ο βασικός πόλος της αριστεράς.

Σήμερα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης φαίνεται να επιχειρεί κάτι διαφορετικό: να μετατρέψει τη Νέα Δημοκρατία από παράταξη σε κυρίαρχο πολιτικό πόλο, ικανό να απορροφά στελέχη, ψηφοφόρους και ιδέες πέρα από τα παραδοσιακά κομματικά σύνορα.

Δεν είναι τυχαίο ότι η φράση του δεν ήταν «ένα κόμμα, ένα χρώμα», αλλά ακριβώς το αντίθετο. Το μήνυμα απευθύνεται στους ψηφοφόρους που δεν αυτοπροσδιορίζονται πλέον ιδεολογικά, αλλά αξιολογούν πρωτίστως την αποτελεσματικότητα, την κυβερνησιμότητα και τη σταθερότητα. Είναι μια παραδοχή ότι οι διαχωριστικές γραμμές της Μεταπολίτευσης έχουν εξασθενήσει και ότι η πολιτική κυριαρχία δεν κατακτάται πλέον μόνο μέσα από την ιδεολογική καθαρότητα, αλλά μέσα από τη δυνατότητα συγκρότησης ενός ευρύτερου κοινωνικού και πολιτικού συνασπισμού. Το ερώτημα είναι αν αυτή η στρατηγική θα αποδειχθεί αρκετή για να οδηγήσει σε νέα αυτοδυναμία.

Η κυβέρνηση προηγείται δημοσκοπικά, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με υποθέσεις που δοκιμάζουν την αξιοπιστία της (σκάνδαλα, διαφθορά, ακρίβεια) και με την κυβερνητική φθορά μετά από 7 και πλέον χρόνια στην εξουσία.

Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση εξακολουθεί να εμφανίζεται κατακερματισμένη. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο χρόνος ενδέχεται να λειτουργεί περισσότερο υπέρ της κυβέρνησης παρά εις βάρος της.

Η επιλογή της πολιτικής σταθερότητας εξακολουθεί να αποτελεί το ισχυρότερο επιχείρημα του Μεγάρου Μαξίμου. Το τοπίο, ωστόσο, γίνεται πιο σύνθετο όταν η συζήτηση μεταφέρεται στην επόμενη ημέρα των εκλογών. Το ΠΑΣΟΚ επιμένει ότι δεν πρόκειται να συνεργαστεί με τη Νέα Δημοκρατία. Η θέση αυτή υπηρετεί την προσπάθεια πολιτικής αυτονόμησης του κόμματος και την επιδίωξή του να εμφανιστεί ως αυτόνομη εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Η εμπειρία, όμως, δείχνει ότι οι προεκλογικές δεσμεύσεις συχνά δοκιμάζονται όταν η κάλπη δεν παράγει καθαρές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες.

Την ίδια στιγμή, η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα έχει αποκλείσει τις προεκλογικές συνεργασίες με άλλα κόμματα. Πρόκειται για μια στρατηγική επιλογή που επιδιώκει να δώσει την εικόνα ενός αυτόνομου πολιτικού φορέα, ο οποίος ζητά καθαρή εντολή από τους πολίτες και όχι προεκλογικές συγκολλήσεις. Η στάση αυτή, όμως, δεν απαντά από μόνη της στο κρίσιμο ερώτημα των μετεκλογικών ισορροπιών. Αν η αριθμητική της Βουλής επιβάλει συναινέσεις, οι πολιτικές αποφάσεις θα ληφθούν υπό πολύ διαφορετικές πιέσεις από εκείνες της προεκλογικής περιόδου.

Και υπάρχει ακόμα ένας παράγοντας που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ο Αντώνης Σαμαράς. Όπως είχαμε επισημάνει στο άρθρο «Ο Σαμαράς δεν ψάχνει την εξουσία. Ψάχνει το κλειδί της», ο πρώην πρωθυπουργός δεν δείχνει να ενδιαφέρεται για την προσωπική επιστροφή στην εξουσία. Εκείνο που επιδιώκει είναι να βρίσκεται σε θέση να επηρεάζει τις εξελίξεις όταν οι πολιτικοί συσχετισμοί το επιτρέψουν. Σε ένα κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό, η αξία εκείνου που μπορεί να επηρεάσει μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία αυξάνεται σημαντικά.

Ίσως, λοιπόν, η φράση του Κυριάκου Μητσοτάκη να μην αφορούσε μόνο τη φυσιογνωμία της Νέας Δημοκρατίας. Ίσως να περιέγραφε το μοντέλο του νέου πολιτικού συστήματος που επιχειρεί να οικοδομήσει: ένα σύστημα στο οποίο τα ιδεολογικά σύνορα γίνονται πιο ασαφή, οι πολιτικές μετακινήσεις πιο εύκολες και η κυβερνησιμότητα αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την παραδοσιακή κομματική ταυτότητα.

Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα επιβεβαιωθεί στις επόμενες εκλογές. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα εισέρχεται οριστικά στη μετα-ιδεολογική εποχή ή αν η κοινωνία θα αναζητήσει ξανά καθαρά πολιτικά «χρώματα». Γιατί, πολλές φορές, μια φράση δεν περιγράφει απλώς μια προεκλογική στρατηγική. Προαναγγέλλει τη μετάβαση σε μια νέα πολιτική πραγματικότητα.

ΑΠΟ ΤΟ PΟPAGANDA