Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Ο επώδυνος συμβιβασμός της κυβέρνησης στο Eurogroup

Η παραμονή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα με αυτό το καθεστώς περιορίζει τη δυνατότητά του να πιέσει αποφασιστικά για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Από την άλλη πλευρά, όμως, η Βελκουλέσκου και η παρέα της θα επανέλθουν με νέες επώδυνες απαιτήσεις όταν θα αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις για την 3η αξιολόγηση. Ο Τόμσεν έχει στείλει το μήνυμά του: όσα ζητήθηκαν για να κλείσει η 2η αξιολόγηση δεν είναι παρά η «προκαταβολή»!

Του Μελέτη Ρεντούμη

 

Η κυβέρνηση μετά από παλινωδίες και αδικαιολόγητες καθυστερήσεις μηνών, αποφάσισε στην τελευταία ουσιαστικά προθεσμία που είχε, δηλαδή στο Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου, να κάνει ένα αποφασιστικό βήμα ώστε να κλείσει η 2η αξιολόγηση του Μνημονίου το ταχύτερο δυνατόν.

Παρά τις επικοινωνιακές θριαμβολογίες και τα non paper που έχουν εκδοθεί από το Μαξίμου, η πραγματικότητα για την επικείμενη συμφωνία μετά και το κοινό ανακοινωθέν από τους θεσμούς, προσγειώνει ανώμαλα την κυβέρνηση στην πραγματικότητα των μέτρων και των υποχρεώσεων.

Καταρχάς οφείλουμε να πούμε ότι η αξιολόγηση δεν έκλεισε, αλλά άνοιξε εκ νέου ώστε να πραγματοποιηθεί νέος και τελικός γύρος διαπραγματεύσεων στην Αθήνα με τους δανειστές.

Με βάση τον σχεδιασμό που υπάρχει αυτή την στιγμή και την πρόθεση των δανειστών, είναι αδύνατο η αξιολόγηση να κλείσει πριν τις 20 Μαρτίου, που σημαίνει ότι η κυβέρνηση θα διαπραγματεύεται στην διακεκαυμένη ζώνη του εκλογικού κύκλου της ΕΕ με πρώτο και σημαντικό τεστ τις Ολλανδικές εκλογές.

Ο ίδιος ο πρόεδρος του Eurogroup, Γ.Ντάισελμπλουμ που γνωρίζει καλά τα ελληνικά θέματα και την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων, πιθανότατα δεν θα είναι στην θέση σου σε λίγο καιρό αν ηττηθεί το κόμμα του, γεγονός που ενδέχεται ν’αλλάξει τους συσχετισμούς στις αποφάσεις για την Ελλάδα.

Η κυβέρνηση λοιπόν για να προχωρήσουν οι διαπραγματεύσεις, δέχεται ήδη την προνομοθέτηση μέτρων που αφορούν τόσο στην μείωση του αφορολογήτου ορίου κάτω από τα 6.000 ευρώ αλλά και στην περικοπή της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις, που όλα μαζί οδηγούν σε νέα μέτρα 2.7 δις ευρώ, τα οποία θα εφαρμοστούν από το 2019 και μετά.

Παρ’όλα αυτά υπάρχει αισιοδοξία στο στρατόπεδο της κυβέρνησης ότι τίποτα δεν θα εφαρμοστεί λόγω της υπεραπόδοσης της ελληνικής οικονομίας με πλεόνασμα τουλάχιστον 3.5% που θα πρέπει να επιτευχθεί το 2018, γεγονός αρκετά δύσκολο υπό τις παρούσες συνθήκες.

Το σίγουρο είναι ότι ενώ όλοι μιλούν για αλλαγή στο μείγμα μέτρων από την λιτότητα στις μεταρρυθμίσεις, η κυβέρνηση δέχεται αυτό που αρνείτο να κάνει εδώ και δύο χρόνια επί της ουσίας.

Δηλαδή ν’απελευθερώσει τις αγορές, ν’ανοίξει τα επαγγέλματα, να επιταχύνει τις ιδιωτικοποιήσεις και να άρει συγκεκριμένες αγγυλώσεις στην αγορά εργασίας.

Από την άλλη για να επικοινωνήσει στο εσωτερικό της χώρας την επικείμενη συμφωνία αναφέρεται σε αναπτυξιακά μέτρα μέσω της Παγκόσμιας Τράπεζας ύψους 3 δισ. ευρώ για δημιουργία 100.000 θέσεων εργασίας.

Το παραπάνω συμπέρασμα είναι κοινώς άτοπο, καθώς η Παγκόσμια Τράπεζα δεν χορηγεί στην Ελλάδα ποσά για νέες θέσεις εργασίας, αλλά δίνει τεχνογνωσία ώστε να κινητοποιηθούν οι πόροι που η χώρα μας θα πρέπει ν’αναζητήσει, με στόχο να φτάσει τόσο η μόχλευση όσο και η εξοικονόμηση κονδυλίων στα 3 δις ευρώ.

Πέραν των παραπάνω, η κυβέρνηση αλλά και η χώρα ταυτόχρονα υπέστη μια τριπλή ήττα με την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων.

Αφενός δεν πήρε ούτε μία δήλωση για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, η συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα δεν εξασφαλίστηκε αλλά παραπέμπεται και πάλι στο μέλλον και τέλος δεν αποφασίστηκε η ένταξη της Ελλάδας μέσω των επιλέξιμων ελληνικών ομολόγων στο QE που σημαίνει νέα απώλεια ρευστότητας για την ελληνική οικονομία.

Με βάση τα παραπάνω συμπεράσματα, είναι σαφές ότι θα περιθώρια για την ελληνική οικονομία έχουν στενέψει επικίνδυνα που σημαίνει ότι αν καθυστερήσει εκ νέου το κλείσιμο της συμφωνίας, ενδεχομένως να υποβαθμιστεί σημαντικά η ελληνική οικονομία, να απομακρυνθούν ακόμη περισσότερο οι διεθνείς επενδυτές και να ξυπνήσει ξανά το φάντασμα της χρεωκοπίας που απειλεί συνολικά την ελληνική κοινωνία.

 

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός.