Ο Κωνσταντίνος Τζούμας μέσα από τα δικά του λόγια

Του Σταύρου Διοσκουρίδη

«Μου άρεσε πάντα αυτό που λέμε «ο επαγγελματίας της ζωής». Που περιστρέφεται γύρω από τη συναισθηματική αναρχία. Που λες «καλός παίκτης».»

Αυτή είναι η περίπτωσή μου: ηθοποιός, παράλληλα χορευτής, σινεμά, θέατρο, βιβλία. Το ένα έφερνε το άλλο και τώρα δεν ξέρω τι θα κάνω μετά. Μπορεί να βουτήξω στον βυθό, όπως η Λένι Ρίφενσταλ στα ογδόντα της. Δεν έχω μάθει βασικά πράγματα, όπως το να μαγειρεύω

Ο πατέρας μου ήταν Πειραιώτης, με φράγκα σχετικά, τα οποία τα καταξέσκισε και πολύ καλά έκανε. Απλώς επειδή είχε τρία παιδιά καλό θα ήταν να είχε φροντίσει έτσι να φυλάξει και για εμάς κάτι, τις δύο αδερφές μου και εμένα. Η οικογένεια της μητέρας μου προερχόταν από Οδησσό. Ήρθανε κατεστραμμένοι οικονομικά αλλά γνώρισαν τον πατέρα μου και μπήκαν όλοι στην κλωστοϋφαντουργία που είχε και τα αδέρφια της και αυτά, μεγάλη οικογένεια και στάθηκαν στα πόδια τους. Η μητέρα μου ήταν κομψή, ήταν ευγενής και είχε μια μανία με τις ιστορίες από τη Βίβλο, όχι θεούσα, της άρεσαν οι ιστορίες, οι παραβολές, αυτά τα πράγματα, και μας μεγάλωσε σε ένα κλίμα ας πούμε “όμορφος κόσμος ηθικά, αγγελικά πλασμένος”, που φυσικά στο πρώτο βήμα έξω από το σπίτι καταλάβαινες ότι δεν ισχύει τίποτα από όλα αυτά, αλλά δεν έχει σημασία, υπήρξαν κάποιες καταβολές.

Θυμάμαι πήγαινα στο κατηχητικό. Χριστιανικές μαθητικές ομάδες. Μια φορά μας συνέλαβε κάποιος στο δάσος μ’ ένα φίλο μου ν’ ακούμε rock and roll. O φίλος μου κάπνιζε κιόλας, και μας πήγε στο Χρήστο Γιανναρά. Λέει: “Τους έπιασα ν’ ακούνε rock and roll και να καπνίζουν.” Λέει ο Γιανναράς : “Τι μουσικές είναι, για βάλ’ τες να δούμε.” Αφού άκουσε, παραδέχτηκε πως δεν είναι κακές μουσικές και μας ρωτάει: “Δεν σας αρέσουν τα δικά μας;” Τα δικά μας ποια ήταν τα τραγούδια; “Στη σιγή της βραδιάς, Θεέ μου σε υμνώ.” Εντάξει, ωραία ήταν κι αυτά, αλλά και το rock and roll, κακά τα ψέματα, ήταν πολύ πιο ωραίο.

Από μικρός είμαι βιβλιοφάγος. Είναι πολλές οι άχρηστες πληροφορίες. Σε βοηθάνε να ρίξεις καμία χαριτωμενιά σε κάποιες κοινωνικές συναναστροφές: «Ξέρεις τι έχει πει ο Tρούμαν Καπότε επ’ αυτού» και χαχαχα… Τους αρέσει. Κακά τα ψέματα, είναι και φράσεις-διαμάντια.

Βαριόμουνα το αμφιθέατρο των πανεπιστημίων. Με ενδιέφερε πιο πολύ η δράση του δρόμου. Φάνταζε ένα υπέροχο πράγμα και κόντρα στην μπουρζουαζία. Ήταν ένα must εκείνο το πράγμα κι έγινε. Μετά ακολούθησε το sex, drugs and rock and roll που ήταν ένα μεγάλος χορός και όλοι χόρευαν, οπότε γιατί εσύ να είσαι απ’ έξω; Αλλά δεν μπορώ να πω ότι έγινε κάτι φανατικά, πως ήταν η υπέρτατη αξία που έπρεπε να ακολουθήσεις και συνεπάγεται θυσίες. Θέλουμε να ζήσουμε, όχι θυσίες.

Νομίζω ότι ο λόγος για τον οποίον ενδεχομένως να γινόμαστε όλο και πιο πολύ Αμερικάνοι είναι γιατί έχει κάτι παιδικές αγάπες ο αμερικάνικος τρόπος ζωής, γενικά ο καπιταλισμός. Αυτό θέλω, τώρα το θέλω. Και τα κάνεις! Είναι κάτι, ας πούμε πολιτισμοί, κάτι κράτη, κάτι χώρες που τα διαχειρίζονται αλλιώς αυτά τα πράγματα και στα αρχεία και με στέρηση. Εδώ είναι πάρε να ‘χεις ας πούμε. Γιατί όχι δηλαδή;

Πάντα πίστευα ότι η Ελλάδα γενικά, ή η Αμερική, είναι μεγέθυνση της Ελλάδας ή η Ελλάδα είναι μικρογραφία της Αμερικής. Γιατί ο τρόπος που οι άνθρωποι συμπεριφέρονται, το πόσο ηδονιστές είναι, το πόσο ξέρεις γουστάρουν να ζουν, εγώ αυτά τα συνάντησα στη διαπασών, στο όριο της ρωμαϊκής παρακμής, στο Μανχάταν. Εκεί είδα τέτοιο ξεσάλωμα και ξενύχτια και κρεπάλες, που το ‘χα συναντήσει στα sixtees πριν φύγω από εδώ, δηλαδή στην Αθήνα.

Η Αθήνα πάντως δεν ρολάρει. Οι κάτοικοί της είναι κολλημένοι στα πολύ προσωπικά τους πράγματα. Δεν έχουν μάθει να συνεργάζονται. Σπρώχνονται από πολύ μικροί στο να έχουν έφεση στις ατομικές επιδόσεις. Μετά, άντε να τα βρεις στις σχέσεις σου. Θυμάμαι, όταν βρέθηκα στη Νέα Υόρκη, το 1970. Ένας κανένας. Εξαιρετικό συναίσθημα. Η ανωνυμία είναι από τα πιο ερωτικά πράγματα. Περνάς καταπληκτικά, παίζεις όποιον ρόλο γουστάρεις.

Η Νέα Υόρκη με έκανε να διαπιστώσω ότι δεν είμαι μοναδική περίπτωση, όπως με έκανε το αθηναϊκό κατεστημένο, επειδή ήμουν ψηλός λεπτός και τζιακομετική φιγούρα και διάφορα τέτοια. Μόλις πήγα στη Νέα Υόρκη, βρέθηκα σε μια οντισιόν και ήταν άλλοι 1.500 σαν κι εμένα, ψηλοί, λεπτοί, μελαχρινοί, αιχμηροί, για τον ίδιο ρόλο στο “Ο άνθρωπος απ’ την Γαλλία 2” για να κάνουν drug dealers, γκέι, βαποράκια, κλπ. Και λέω “αα τόσοι πολλοί”. Με έκανε λοιπόν να μην το κάνω θέμα, να μη θεωρώ τον εαυτό μου το κέντρο του σύμπαντος και να πορεύομαι χωρίς πάρα πολλά.

Μια φίλη πολύ μάντισσα και πολύ ωραία τύπισσα, ένα βράδυ, που μου έκανε ανατομία ακόμα και στις ραβδώσεις, στις παλάμες στη ζωή, με ρώτησε αν υπάρχει παιδί. Και λέω μακάρι να χτυπήσει το τηλέφωνο και να μου πει καμία Aμερικανιδούλα δίμετρη, γιατί κάπως έτσι θα ‘ναι, “daddy I’ m yours”!

Είμαι και του καφενείου και της εκπομπής. Θα ήθελα, όμως, αντί για κομπλιμέντα, που ακούμε όλα αυτά τα χρόνια, για τις εκπομπές, για το θέατρο, για τα βιβλία, υπάρχει και ένας άνθρωπος που κάθε φορά που με βλέπει μου λέει ότι κανονικά ο Δήμος θα έπρεπε να σου κόψει ένα επίδομα επειδή είσαι ωραίος τύπος, κυκλοφορείς στην πόλη και είσαι παρέα, ξενυχτάς, συνοδεύεις ωραίες τύπισσες, κάνεις παρέες… Λοιπόν, θα προτιμούσα αντί για μπράβο, εύγε, συγχαρητήρια και κομπλιμέντα, σ’ ένα λογαριασμό στην τράπεζα μερικά λεφτάκια. Όπως κάνουν οι μαφιόζοι όταν εκτιμούν ένα πρόσωπο, του δίνουν ένα τούβλο και του λένε σε καλή μεριά, αυτό.

Μου άρεσε πάντα αυτό που λέμε «ο επαγγελματίας της ζωής». Που περιστρέφεται γύρω από τη συναισθηματική αναρχία. Που λες «καλός παίκτης». Είχαμε πάντα μια αδυναμία στους καλούς παίκτες. Σε αυτούς που διαχειριζόντουσαν την καθημερινότητα με δεξιοτεχνικό τρόπο. Το θεωρώ μεγάλη υπόθεση. Γιατί δεν έχει μείνει και τίποτα άλλο, παρά μόνο η χαρά του παιχνιδιού.

Νομίζω ότι μπερδεύουν την αλαζονεία του σνομπισμού με την αδιαφορία. Είμαι αδιάφορος. Αυτό εκλαμβάνεται ως σνομπισμός. Δεν θέλω να βάλω έννοιες στο κεφάλι μου για τίποτε, δεν θέλω να κάνω καμιά θυσία για τίποτε. Θέλω να ζήσω όσο γίνεται πιο ελεύθερα. Πέρασα από πολλά γκέτο που θα μπορούσα να έχω σκλαβωθεί. Ναρκωτικά, αλκοόλ, ηδονοθηρία. Δεν κόλλησα. Ενώ νόμιζα ότι μεγαλώνοντας θα είχα αγιάσει, χωρίς θεό, όπως οι ήρωες του Μπέκετ. Σε πληροφορώ ότι δεν συμβαίνει αυτό γιατί οι επιθυμίες δεν έχουν υποχωρήσει. Κύματα επιθυμιών. Ένα κορμί που έχει κάτι που μου αρέσει με ωθεί να φτιάξω αμέσως σενάρια που δεν στέκουν πια.

Για μένα απολιτίκ ξέρεις τι σημαίνει; Δικαίωμα στην αδιαφορία. Ρε μάγκες, δεν μ’ ενδιαφέρουν αυτά τα πράγματα που κάνετε, θα πρέπει ντε και καλά να έχω άποψη γι’ αυτά; Αφού δεν τα πάω. Δεν χορεύω τους χορούς σας, δεν τραγουδάω τα τραγούδια σας, ποτέ δεν τσουγκρίσαμε ένα ποτήρι κρασί, δεν ήπιαμε ένα τσιγάρο μαζί, τίποτε. Δεν κάνουμε παρέα, είστε αλλού και εγώ είμαι αλλού, εντάξει δεν έχω κανένα πρόβλημα.

Κατά καιρούς εγώ έχω γοητευτεί από τον Ναμπόκοφ, από τον Τρούμαν Καπότε, από τον Ελίας Κανέτι, εξαιτίας των γραπτών τους βέβαια, και των απόψεών τους για τη ζωή, αλλά και κάτι τύπισσες όπως η Κριστίν Κίλερ που τάραξε όλη την Αγγλία με το σκάνδαλο Profumo. Είναι διάφορα πρόσωπα, εντάξει. Όταν ήμουνα ηθοποιός θα ήθελα πάρα πολύ να είχα γνωρίσει τον Μπέκετ. Μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση η γραφή του και η ζωή του όλη. Θα ήθελα πάρα πολύ να έκανα παρέα με τη Σαρλότ Ράπλινγκ, γιατί είναι πολύ ωραία τύπισσα, έχει αφήσει εποχή, στη δική μου τη γενιά τουλάχιστον.

Η ευτυχία μου θυμίζει τον Γούντι Άλεν που είναι στο κρεβάτι με μια κουκλάρα και περνάει ωραία και χτυπάει το κουδούνι και επειδή δεν είναι το σπίτι του, αυτή όμως του λέει εγώ είμαι γυμνή, πήγαινε εσύ να ανοίξεις, και ανοίγει και είναι ο χάρος. Του λέει ήρθα να σε πάρω και του λέει ο Γούντι Άλεν “μα δε μένω εδώ”. Κάπως έτσι τη βλέπω εγώ αυτή τη φάση, δεν μπορώ να την πάρω σοβαρά, ότι υπάρχει ευτυχία. Τι ευτυχία; Κάτι στιγμές είναι που περνάνε.

Θα τελειώσει κάποια στιγμή και αυτός ο χορός. Είμαι αφενός προετοιμασμένος για τη σιωπή, έχω ήδη εντοπίσει τη σκιά μου στον τοίχο να αδυνατίζει, κι επίσης, όταν πέσω κάτω και δεν μπορώ να σηκωθώ πια, θα κλάψω από ευτυχία. Έχω πάντα την εντύπωση ότι κάποια στιγμή θα ζήσω για ένα διάστημα από την καλοσύνη των ξένων.

Ο Κωνσταντίνος Τζούμας μέσα από τα δικά του λόγια
Από αριστερά: Παναγιώτης Μένεγος, Κωνσταντίνος Τζούμας, Σταύρος Διοσκουρίδης, Βασίλης Σουραής στο στούντιο του En Lefko 87.7.

Τα λόγια είναι από δύο συνεντεύξεις που μου είχε δώσει ο Κωνσταντίνος Τζούμας το 2011 (Lifo) και το 2013 (Popaganda). Από το 2012 μέχρι το 2021 τον συναντούσαμε καθημερινά με τον Παναγιώτη Μένεγο στο στούντιο του En Lefko 87.7. Πότε ευδιάθετος με κάποια συνάντηση που είχε, πότε οργισμένος με κάποια παράσταση που είχε δει. Πιστός στη ρουτίνα του που περιελάμβανε εκπομπή, Φίλιον, Φιλίππου, τέχνη. Απεχθανόταν τις αργίες και τις διακοπές. Αγαπούσε τα θερινά σινεμά. Γκρίνιαζε πάντα για τα περιττά κιλά μας. Χαρισματικός όσο λίγοι, έφερε μέσα από τις αναγνώσεις που έκανε από βιβλία ή άρθρα, τα μεγάλα ζητήματα της τέχνης και της ζωής στο prime time του ελληνικού ραδιοφώνου. Σε όποιον και να έλεγα ότι έχω εκπομπή στον En Lefko 87.7, μου απαντούσε: «να πείτε φιλιά στον κύριο Τζούμα, τον αγαπάμε πολύ».

Πέθανε σε ηλικία 78 ετών στις 25 Ιουνίου του 2022.

Στην ανακοίνωση του ο σταθμός γράφει: “Από Δευτέρα έως και Παρασκευή, 10:00-12:00, στον En Lefko 87.7, το Café Society με τον Κωνσταντίνο Τζούμα (και την Kafka στην επιλογή της μουσικής) ήταν η επιτομή του ραδιοφωνικού talk of the town. Περίμεναν όλοι εναγωνίως να τελειώσει το κομμάτι, για να ακουστεί το σχόλιό του στον αέρα του En Lefko 87.7 (αν και δεν χρειαζόταν να περιμένουν, διότι, τις περισσότερες φορές, δεν τον «κρατούσαν» οι ραδιοφωνικοί κανόνες – απλώς, άνοιγε μικρόφωνο κι έβγαινε να τα πει και πάνω στο τραγούδι)!

Ο Κωνσταντίνος Τζούμας δεν ακουγόταν στα FM το πρωί – ήταν τα FM το πρωί.”

Ήταν, αυτό που του άρεσε, ένας “επαγγελματίας της ζωής” και έτσι θα τον θυμόμαστε.

ΑΠΟ ΤΟ NEWS 247