Κυριακή 30 Απριλίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Ο Νίκος Χριστοδουλάκης έχει μια πρόταση- ακούει κανείς;

Χρέος, απασχόληση και ανάπτυξη στην Ελλάδα*

Η μονιμοποίηση της δημοσιονομικής κηδεμονίας θα μετεξελιχθεί σε καθεστώς μεγαλύτερης υποβάθμισης και απομόνωσης της χώρας. Αργά ή γρήγορα αυτό θα πυροδοτήσει ανεπιθύμητες εξελίξεις, όχι μόνο οικονομικές, αλλά κυρίως κοινωνικές, πολιτικές και αξιακές, με άγνωστη δυναμική και έκβαση.

Επτά χρόνια μετά την κορύφωση της οικονομικής κρίσης και την έναρξη εφαρμογής των Προγραμμάτων Προσαρμογής, η Ελλάδα βρίσκεται και πάλι σε μια κατάσταση δυσπραγίας και διογκούμενης αβεβαιότητας. Οι δυσοίωνες εξελίξεις διεθνώς επιβαρύνουν το εσωτερικό κλίμα, περιορίζουν τις δυνατότητες διαπραγμάτευσης με τους πιστωτικούς θεσμούς και αυξάνουν το διαχρονικό κόστος που θα έχουν τυχόν λανθασμένες επιλογές.

Ακόμα πιο σημαντικό όμως είναι το γεγονός ότι οι δυσκολίες της συγκυρίας είναι μικρότερες σε σύγκριση με τις μακροχρόνιες αρνητικές τάσεις που θα συνεχίσουν να κρατούν την οικονομία σε κατάσταση χαμηλής ανάπτυξης και επίμονης ανεργίας τις επόμενες δεκαετίες αν δεν αλλάξει κάτι ριζικά.

Η χώρα βρίσκεται σε μια πολυετή περίοδο αποεπένδυσης, με αποτέλεσμα την απαξίωση πολλών υποδομών και σημαντικού μέρους του παραγωγικού κεφαλαίου. Οι καθαρές νέες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου πριν την κρίση ανέρχονταν περίπου στο 10% του ΑΕΠ, ενώ σήμερα γίνεται αποεπένδυση με ρυθμό -7% του ΑΕΠ κάθε χρόνο. Για την επάνοδο στο ίδιο επίπεδο παραγωγικής συσσώρευσης πριν την κρίση, χρειάζονται νέες επενδύσεις ύψους της τάξεως 80-100 δισεκ. Ευρώ.

Το μη-αγροτικό εργατικό δυναμικό της χώρας μειώθηκε για πρώτη φορά από το 1960. Από 5.076.000 άτομα το 2010, έχει μειωθεί στα 4.769.000 το 2016. Αν οι 307.000 είχαν παραμείνει στην αγορά εργασίας, η ανεργία θα ξεπερνούσε σήμερα το 30%.

Ο πληθυσμός της Ελλάδας το 2060 προβλέπεται να είναι περίπου 8.5 εκατομμύρια, όσο δηλαδή ήταν και το 1960.  Αντίθετα ο πληθυσμός της Τουρκίας θα ανέρχεται στα 96 εκατομμύρια, τέσσερις φορές μεγαλύτερος από το 1960, και θα είναι 12πλάσιος από τον δικό μας.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω τάσεων, η ανάπτυξη τις προσεχείς δεκαετίες εκτιμάται ότι θα κινηθεί σε χαμηλούς ρυθμούς. Η ΕΕ προβλέπει 1.50% την περίοδο 2022-2030 και μόλις 1.25% την περίοδο 2031-2060.

Με αδύναμη παραγωγική βάση το δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να πιέζει ασφυκτικά και θα θέλει όλο και περισσότερες παρεμβάσεις για να μην καταπέσει. Η μονιμοποίηση της δημοσιονομικής κηδεμονίας θα μετεξελιχθεί σε καθεστώς μεγαλύτερης υποβάθμισης και απομόνωσης της χώρας. Αργά ή γρήγορα αυτό θα πυροδοτήσει ανεπιθύμητες εξελίξεις, όχι μόνο οικονομικές, αλλά κυρίως κοινωνικές, πολιτικές και αξιακές, με άγνωστη δυναμική και έκβαση.

Στα θετικά της χώρας καταγράφεται η επιβίωση πολλών δυναμικών επιχειρήσεων που μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην φάση της ανάκαμψης, η πυκνή εμφάνιση νέων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών – αν και συνήθως μικρού μεγέθους – στον πρωτογενή τομέα, και η επανεμφάνιση ξένου επενδυτικού ενδιαφέροντος στις μεταφορές, την ενέργεια και τις τουριστικές εγκαταστάσεις.

Προτάσεις

Η διατύπωση προτάσεων οικονομικής πολιτικής ξεπερνά σήμερα κατά πολύ την απαίτηση μιας καλύτερης διαχείρισης της συγκυρίας ή ακόμη και την επίτευξη ενός στόχου τα επόμενα χρόνια. Οφείλει όχι μόνο να επισπεύδει την επιστροφή της οικονομίας στην κανονικότητα, αλλά και να οδηγεί ταυτόχρονα σε μια νέα δυναμική που θα είναι ικανή να ανατρέψει τις αρνητικές μακροχρόνιες τάσεις.

Πολιτικές εξόδου από την κρίση

1.Έγκαιρη ολοκλήρωση της εφαρμογής των μέτρων του Τρίτου Προγράμματος Προσαρμογής, χωρίς ψευδαισθήσεις ότι είναι εφικτή μια ουσιώδης χαλάρωση.   Τα περιθώρια αυτά  «κάηκαν» πέρυσι με την παρωδία του Δημοψηφίσματος. Τώρα πλέον κάθε ελιγμός εκλαμβάνεται ως υπονόμευση και οδηγεί σε υποδείξεις νέων μέτρων – πέραν όσων είχαν συμφωνηθεί το 2015 – κάνοντας την Ελλάδα εκκρεμές στους εσωτερικούς συσχετισμούς ΔΝΤ, Γερμανίας και ΕΕ.  Ουσιαστική διαπραγματευτική ευκαιρία μπορεί να υπάρξει μόνο με την ανάκτηση αξιοπιστίας, πράγμα που σήμερα είναι απλώς εκτός πολιτικού βεληνεκούς.

2.Προετοιμασία σταδιακής εξόδου στις αγορές μετά το 2019, ταυτόχρονα με την ελάφρυνση του κόστους δανεισμού και την συστηματική μετατόπιση χρεολυσίων του επίσημου τομέα για μετά το 2030. Ενόσω ακόμα διαρκεί το Πρόγραμμα, η Ελλάδα πρέπει να αποφύγει διμερείς διαπραγματεύσεις για το χρέος με τα κράτη που έχουν τις δικές τους εσωτερικές προτεραιότητες, και να τις μεταθέσει για μετά το 2019. Πάντα σε στενή συνεργασία με τον ΕΣΜ, ο οποίος θα αποτελεί τον πιο σημαντικό πιστωτή της χώρας για πολλές ακόμη δεκαετίες.

Μακροχρόνια ανάπτυξη

3.Συμβιβασμός για τα απαιτούμενα πλεονάσματα μετά το 2019. Οι ευρωπαϊκές απαιτήσεις για 3.50% του ΑΕΠ είναι απλώς ανέφικτες και ενδεχόμενη εμμονή τους θα οδηγήσει είτε σε ρήξη Ελλάδας-Ευρωζώνης είτε σε εσωτερική έκρηξη.

Από την άλλη η συνηγορία του ΔΝΤ για χαμηλότερα πλεονάσματα και ταυτόχρονη ονομαστική μείωση του χρέους έγινε ήδη φανερό ότι θα συνοδεύεται από πολύ αυστηρότερα μέτρα.

Ο συμβιβασμός μπορεί να προβλέπει ότι η χώρα θα παραμείνει σε δημοσιονομική κινητοποίηση που θα διασφαλίζει έναν στόχο πλεονάσματος 3.50% του ΑΕΠ για μια δεκαετία. Όμως εν συνεχεία το 2% του ΑΕΠ θα κατευθύνεται στην χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων και υποδομών για την αναστήλωση της οικονομίας και μόνο το 1.50% θα εγγράφεται τελικά ως πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα.

Ο δραστικός περιορισμός του εξωτερικού ελλείμματος οφείλεται μέχρι τώρα στην συρρίκνωση της ζήτησης, γιατί δυστυχώς η αξία των εξαγωγών παραμένει στάσιμη παρά την δραματική μείωση των μισθών του ιδιωτικού τομέα. Αν δεν υπάρξει διαρθρωτική αναβάθμιση των εξαγωγών, το έλλειμμα θα επανέλθει όταν η ζήτηση αρχίσει σταδιακά να ανακάμπτει.

Η διάθεση του 2% του ΑΕΠ σε επενδυτικές πρωτοβουλίες θα επιφέρει άνοδο του αναμενόμενου ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης από το αναιμικό 1.50% ετησίως που προβλέπεται σήμερα για την επόμενη δεκαετία στο 3.50% κατά μέσο όρο. Αυτό με την σειρά του θα έχει τα εξής αποτελέσματα:

(α). Ταχύτερη μείωση του χρέους, διότι όσο πιο υψηλός είναι ο λόγος Χρέος/ΑΕΠ τόσο πιο γρήγορα πέφτει όταν αυξάνει το ΑΕΠ πάρα όταν ισόποσα μειώνεται το χρέος.

(β) Ταχύτερη άνοδο της απασχόλησης. Αν υποθέσουμε ότι κάθε θέση εργασίας για να δημιουργηθεί στην οικονομία χρειάζεται επενδύσεις  της τάξεως των 50.000 €υρώ, το 2% του ΑΕΠ μπορεί να οδηγήσει στην δημιουργία περίπου 70.000 νέων θέσεων απασχόλησης τον χρόνο. Αν ο ρυθμός αυτός διατηρηθεί, σε μια δεκαετία η ανεργία θα έχει υποχωρήσει στο 10% του εργατικού δυναμικού και θα έχουν δημιουργηθεί ισχυρά κίνητρα παλιννόστησης όσων ξενιτεύτηκαν. Η επιστροφή των νέων επιστημόνων θα προσδώσει μια σημαντική αναβάθμιση τεχνογνωσίας στην εγχώρια δραστηριότητα και αυτό με την σειρά του θα επηρρεάσει θετικά τον ρυθμό μεγέθυνσης.

Σε τέτοιες συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης, η χώρα μπορεί ευκολότερα να σχεδιάσει πολιτικές πλήρους ένταξης προσφύγων και οικονομικών μεταναστών, οι οποίοι θα ενισχύσουν την παραγωγική ικανότητα της χώρας χωρίς να απειλήσουν την απασχόληση του γηγενούς πληθυσμού. Ο πληθυσμός της χώρας θα αναζωογονηθεί με νεότερες γενιές, η παραγωγικότητα του ανθρώπινου δυναμικού θα βελτιωθεί και η Ελλάδα θα καταφέρει να αποφύγει την μοιραία συρρίκνωση.

Επενδύσεις και Μεταρρυθμίσεις

Για να υπάρξει όμως σοβαρή και διαρκής απόδοση της αναπτυξιακής προσπάθειας, χρειάζεται να σχεδιαστούν και μια σειρά από θεσμικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που δεν είναι καθόλου αυτονόητες στην σημερινή συγκυρία, όπως οι εξής:

  1. Για την αποτελεσματική υλοποίηση των νέων επενδύσεων του 2% είναι σκόπιμη η ίδρυση ενός νέου αναπτυξιακού φορέα με ευρωπαϊκή συγχρηματοδότηση και συμμετοχή, πιθανόν από την ΕΙΒ και την EBRD. Στόχος η ενίσχυση και επέκταση σύγχρονων βιομηχανικών υποδομών και επιχειρήσεων εξαγωγικού προσανατολισμού. Αν και τα μέτρα αυτά δεν έχουν άμεση απόδοση, μεσοπρόθεσμα ενισχύουν τις εξαγωγές και αποτρέπουν την εκ νέου διόγκωση του εξωτερικού ισοζυγίου.

Ο δραστικός περιορισμός του εξωτερικού ελλείμματος οφείλεται μέχρι τώρα στην συρρίκνωση της ζήτησης, γιατί δυστυχώς η αξία των εξαγωγών παραμένει στάσιμη παρά την δραματική μείωση των μισθών του ιδιωτικού τομέα. Αν δεν υπάρξει διαρθρωτική αναβάθμιση των εξαγωγών, το έλλειμμα θα επανέλθει όταν η ζήτηση αρχίσει σταδιακά να ανακάμπτει.

Εάν λειτουργήσει με αξιοπιστία, ο αναπτυξιακός φορέας θα μπορέσει να απορροφήσει και το λεγόμενο Υπερταμείο, το οποίο σήμερα υπάγεται σε καθεστώς ταπεινωτικής κηδεμονίας 99 ετών και με διαρκές το ενδεχόμενο εκποίησης για να πληρωθούν χρεολύσια.

5.Για να διασφαλιστεί η δημοσιονομική ικανότητα στο 3.50% του ΑΕΠ χρειάζεται μια αλλαγή του φορολογικού συστήματος με την δραστική ενοποίηση συντελεστών και την μείωση τους. Κάθε ειλικρινής φορολογούμενος θα πληρώνει λιγότερα, αλλά συνολικά τα έσοδα θα γίνουν περισσότερα  όταν ο φόρος δεν είναι τόσο επαχθής. Με την ελάφρυνση του ατομικού φορολογικού βάρους μισθωτών, επιχειρήσεων και επαγγελματιών, η συνολική δραστηριότητα θα αυξηθεί, τα κίνητρα φορολογικής μετανάστευσης θα μειωθούν και ο έλεγχος της φοροδιαφυγής θα γίνει πιο εύκολος.

  1. Η μείωση των εισφορών, ιδιαίτερα των νεότερων εργαζόμενων, είναι απαραίτητη συνθήκη για να προχωρήσει ομαλά η ενοποίηση του ασφαλιστικού συστήματος και να μην ξαναγυρίσουμε στις σκανδαλώδεις συντεχνιακές ανισότητες. Σήμερα οι ασφαλιστικές εισφορές αφαιρούν ένα σημαντικό  μέρος της αμοιβής και οδηγούν σε εξαφάνιση την νόμιμη απασχόληση πλήρους ωραρίου, ενθαρρύνουν την μετεγγραφή των επιχειρήσεων και την μετάβαση των νεότερων εργαζόμενων σε άλλες χώρες. Ακόμα και αν επανέλθουν κάποιες ευκαιρίες ανάπτυξης,  όσοι έχουν μεταναστεύσει δύσκολα θα πειστούν να επιστρέψουν στην χώρα τους για να παίρνουν χαμηλότερο μισθό, να πληρώνουν μεγάλους φόρους και να χρηματοδοτούν με τις εισφορές τους συντάξεις που οι ίδιοι ποτέ δεν θα αξιωθούν να λάβουν.

7.Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να φύγουν από την λογική της «εσωτερικής υποτίμησης» και να πάψουν να στρέφονται κατά των χαμηλόμισθων. Οι μεταρρυθμίσεις είναι προοδευτικές  όταν διευρύνουν τον ανταγωνισμό, μειώνουν τα προνόμια στις ΔΕΚΟ, προστατεύουν τον καταναλωτή από τα ιδιωτικά καρτέλ και τον πολίτη από την αυθαιρεσία των ομάδων πίεσης. Τέτοιες μεταρρυθμίσεις θα φέρουν τις ιδιωτικές επενδύσεις που χρειάζεται η χώρα για να τονωθεί η επιχειρηματικότητα και η απασχόληση.

Στην πορεία αυτή είναι όμως κρίσιμο και το πώς επιλύονται τα συσσωρευμένα προβλήματα που κρατούν δέσμια την οικονομία και το τραπεζικό σύστημα. Μια άμεση μεταρρύθμιση πρέπει να είναι η αντιμετώπιση των «κόκκινων στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων» με τρόπο που θα προστατεύει μεν τους πραγματικά φτωχούς, αλλά θα αποκλείει τους εικονικά πτωχεύσαντες που  επιδιώκουν να καρπωθούν τα ακίνητα ενώ διατηρούν τον πλούτο τους αλώβητο στο εξωτερικό. Αν ,πέραν πάσης έννοιας ισονομίας, επικρατήσει το κυνικό δόγμα «τα κέρδη έξω και δικά μας, τα χρέη μέσα και δικά σας», τότε το χάσμα ανάμεσα σε όσους – παρά τις δυσκολίες – τηρούν τις υποχρεώσεις τους προς το κράτος και σε όσους το ξαφρίζουν θα μεγαλώσει, με ανυπολόγιστες συνέπειες στην συνοχή της κοινωνίας.

Θεσμικές αλλαγές

8.Η Ελλάδα εδώ και μερικά χρόνια δεν κατατάσσεται χαμηλά μόνο στην οικονομική ανάπτυξη, αλλά επίσης και στην ποιότητα θεσμών, την ικανότητα διακυβέρνησης, την πολιτική σταθερότητα, την απονομή δικαιοσύνης και την ταχεία επίλυση διαφορών. Η νομοθετική ευκολία με την οποία ανατρέπονται μείζονες επενδύσεις και αλλάζουν εκλογικά συστήματα,επεκτείνονται προνόμια ακόμα και αναδρομικά, γίνονται ισοτιμήσεις χωρίς προσόντα και διατηρούνται σε λειτουργία χρεωκοπημένοι οργανισμοί, έχει προκαλέσει καθίζηση στην λειτουργικότητα και την αξιοπιστία της χώρας. Οι συχνές εκδηλώσεις δημόσιας βίας και ένοπλης εγκληματικότητας συνεισφέρουν το δικό τους μερίδιο στην συνολική αποδιοργάνωση.

Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να φύγουν από την λογική της «εσωτερικής υποτίμησης» και να πάψουν να στρέφονται κατά των χαμηλόμισθων.

Η κλίμακα και η ένταση αυτών των φαινομένων έχει υπερβεί τα όρια της βολικής υποβάθμισης από τον κεντρικό πολιτικό λόγο που μέχρι τώρα τα θεωρούσε μεμονωμένα περιστατικά για να μην ασχοληθεί μαζί τους. Σήμερα όλα μαζί διαμορφώνουν ένα πλαίσιο αυθαιρεσίας, φόβου και ανελευθερίας ακόμα και για θεμελιώδη ζητήματα κοινωνικής και πολιτικής δραστηριότητας. Η ανασύνταξη της χώρας θα γίνει εφικτή όταν παράλληλα με την αλλαγή οικονομικής πολιτικής, διαμορφωθεί και ένα νέο θεσμικό πλαίσιο ισονομίας, αξιοκρατίας, ευνομίας και δημοκρατικής λειτουργίας.

Στην πορεία αυτή τίποτα δεν θα είναι εύκολο, ούτε όμως και ανέφικτο αν θέσουμε στόχο τα ζωτικά συμφέροντα της χώρας. Σε τέσσερα χρόνια συμπληρώνονται δύο αιώνες από την Ανεξαρτησία και όλοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα λογοδοτήσουμε για την κατάσταση και τις προοπτικές της Πατρίδας μας.

Από το : insider.gr