Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Ο οικονομολόγος Αδαμάντιος Πεπελάσης*

Στο εσωτερικό, αναρωτιέµαι πόσο σύντοµα θα εκδηλωθεί το κλίµα εξέγερσης. Πόσος καιρός θα περάσει πριν γίνει αντιληπτή η επερχόµενη αντιµετώπιση των υπερχρεωµένων από στεγαστικά ή επιχειρηµατικά δάνεια καθώς και η νέα φορολογική πολιτική; Σε λίγες εβδοµάδες η εικαζόµενη απειλή από ρητορική θα µετατραπεί σε συλλογική απόγνωση. Και όταν συµβεί θα αποκαλυφθεί η αδυναµία υπεράσπισης του ελληνικού πλούτου. Πρώτα θα αφελληνισθούν ξενοδοχεία, τουριστικές υποδοµές, υποδοµές µεταφορών και εµπορικών δικτύων, κρίσιµοι αλλά αναξιοποίητοι φυσικοί πόροι, εξοχικές κατοικίες και ακίνητα ιδιαίτερου εµπορικού ενδιαφέροντος.

 Του Χριστόφορου Σαρδελή**

Μέχρι τη στιγμή που μας γνώρισε ο κοινός μας φίλος Αλέκος Παπαδόπουλος το 2002, τον παρακολουθούσα απ’ τη στήλη του στα ΝΕΑ.  Ήταν ένα βαρύ όνομα, με ιστορία, απ’ αυτά που προκαλούν δέος στους οικονομολόγους της γενιάς μου. Ελπίζω να  συνεχίζουν να προκαλούν, για να υπάρχει ελπίδα για τον τόπο.

Δεν πέρασαν πολλά λεπτά μετά τις συστάσεις πριν ο Αδαμάντιος, ή ο κύριος Πεπελάσης, γίνει Διαμαντής, κάτι που, όπως με άφησε να καταλάβω, το εξέλαβε σαν αναβάθμιση. Αυτό που μου έμεινε από την πρώτη μας συνάντηση είναι ότι, ακόμη και στο απόγειο της μετά-ΟΝΕ και προ-Ολυμπιακής εθνικής έπαρσης, αυτός μιλούσε για τις εκκρεμότητες που δεν αντιμετωπίσαμε και εξέφραζε ανησυχία για το μέλλον. Ήταν τεκμηριωμένες απόψεις, αν και ομολογώ ότι μου είχαν φανεί κάπως ανεπίκαιρες, γιατί κι εγώ ζούσα ακόμη με την ψευδαίσθηση ότι η Ελλάδα γύριζε οριστικά σελίδα.  Δυστυχώς για τη χώρα, σήμερα ξέρουμε ποιος είχε δίκιο.

Παρά τη μεγάλη οικειότητα που χαρακτηρίζει πλέον τη σχέση μας, καλούμενος να γράψω για τον οικονομολόγο Πεπελάση αισθάνομαι ότι γράφω για τον Αδαμάντιο και όχι για τον Διαμαντή.  Σ’ αυτό το επίπεδο, για μένα εξακολουθεί να λειτουργεί σαν δάσκαλος και υπόδειγμα πολίτη, με την κλασική έννοια, παρά σαν φίλος, με τον οποίο απολαμβάνω ευχάριστες και πολύτιμες στιγμές.

Ο οικονομολόγος Πεπελάσης είναι μια τρισδιάστατη υπόσταση. Είναι ο ακαδημαϊκός με το πλούσιο πνευματικό έργο, ο υψηλός αξιωματούχος με μακρά θητεία κυρίως στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και, τέλος, ο ενεργός πολίτης, με χιλιάδες άρθρα στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο. Δύσκολο να πεις ποια υπόσταση άφησε πιο βαθιά αχνάρια στη μνήμη του τόπου. Ίσως όμως και να μην έχει νόημα μια τέτοια διερεύνηση γιατί, αυτό που τελικά έχει σημασία, είναι ότι το αποτύπωμά του είναι βαθύ και ευδιάκριτο.

Εγώ πάντως θα προσπαθήσω να δώσω ένα περίγραμμα του ακαδημαϊκού Πεπελάση.

Ο Αδαμάντιος ασχολήθηκε κυρίως με τη θεωρία της ανάπτυξης. Ακόμη και η επιλογή της συγκεκριμένης κατεύθυνσης αξίζει ίσως κάποιου σχολιασμού, γιατί στα τέλη της δεκαετίας του ‘40  ήταν ακαδημαϊκά πιο «προσοδοφόρο» να εξειδικευτεί κάποιος σε κάποια από τις προεκτάσεις της κλασικής ή νεοκλασικής σχολής, π.χ. στα δημόσια οικονομικά, επηρεασμένος από τον Marshall  ή τον Pigou. Θα μπορούσε επίσης, όπως πολλοί της γενιάς του, να ασχοληθεί με το αναδυόμενο πεδίο της μακροοικονομίας, καβαλώντας πολύ εύκολα στο κύμα που είχε σηκωθεί με τη λεγόμενη Κεϊνσιανή επανάσταση. Με άλλα λόγια, γύρω στο 1950, η επιλογή των οικονομικών της ανάπτυξης δεν ήταν μία αυτονόητη επιλογή για έναν φιλόδοξο και ταλαντούχο νέο οικονομολόγο.

Όπως όμως αφηγείται ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του, η εξήγηση γι’ αυτή την επιλογή βρίσκεται στην επίδραση των παιδικών του χρόνων, στη Γαστούνη. Σαν παιδί είχε βιώσει με όλες του τις αισθήσεις τη μοίρα των ανθρώπων που ζούσαν εγκλωβισμένοι στην απόλυτη φτώχια, με την ελονοσία και τις άλλες αρρώστιες να τους θερίζουν. Αν κάποιος έθετε το ερώτημα αν η απέραντη αυτή δυστυχία είναι προκαθορισμένη και αναπότρεπτη, ή αν υπάρχουν τρόποι υπέρβασης, χωρίς να το καταλάβει είχε θέσει το βασικό ερώτημα των οικονομικών της ανάπτυξης.  Αυτό έκανε ο Διαμαντής και, όταν του δόθηκε η ευκαιρία, αναζήτησε μεθοδικά τις απαντήσεις.

Το στίγμα στη θεωρία της ανάπτυξης εκείνη την εποχή έδιναν κυρίως οι ιδέες των Schumpeter (1912, 1942) και του μαθητή του (και μετέπειτα νομπελίστα) Robert Solow (1956). Κεντρική ιδέα της θεωρίας του Schumpeter ήταν ότι η ανάπτυξη συνδεόταν άμεσα με την επιχειρηματικότητα, την απροσδιόριστη εκείνη δύναμη που μετασχηματίζει νέες ιδέες και τεχνολογικές ανακαλύψεις σε επιχειρηματικές καινοτομίες, δηλαδή σε νέα και πιο ελκυστικά προϊόντα, μείωση του κόστους παραγωγής κ.λπ. Επομένως, προϋπόθεση για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου είναι η ανεμπόδιστη ενσωμάτωση καινοτομιών στην παραγωγική διαδικασία, κάτι που απαξιώνει και αφανίζει οτιδήποτε γνωστό, παραδοσιακό και κατεστημένο. Είναι η περίφημη έννοια της «δημιουργικής καταστροφής». Το ζητούμενο επομένως στο πεδίο της έρευνας ήταν να εντοπιστούν οι δυνάμεις που σε κάθε συγκεκριμένη κοινωνία περιορίζουν την επιχειρηματικότητα, εγκλωβίζουν τη ζωτικότητα των ανθρώπων και την καθηλώνουν στη στασιμότητα, την ακινησία, την καθυστέρηση και τη μιζέρια.

Παίρνοντας τη σκυτάλη ο Solow, πήγε τα πράγματα ένα βήμα παραπέρα, θέτοντας ερωτήματα που «εξηγήθηκαν» από άλλους ερευνητές τρεις δεκαετίες αργότερα. Μελετώντας οικονομετρικά τις συνιστώσες της μεγέθυνσης, διαπίστωσε ότι η συσσώρευση κεφαλαίου και εργατικού δυναμικού εξηγούν μόνο μέρος της ανάπτυξης. Το μεγαλύτερο μέρος εξηγείται από παράγοντες που δεν μπορούσαν να προσδιοριστούν εμπειρικά, για τους οποίους χρησιμοποίησε τον γενικό όρο τεχνολογία, η οποία όμως στο υπόδειγμά του παράγεται και εξελίσσεται εξωγενώς. Επομένως, αν κάποιος θέλει να εξηγήσει την αναπτυξιακή διαδικασία, πρέπει να ιχνηλατήσει τις συνιστώσες που απαρτίζουν την ανεξήγητη αυτή δύναμη, πράγμα που βέβαια εν μέρει μας επαναφέρει στην αρχική υπόθεση περί επιχειρηματικότητας του Schumpeter.

Στην τομή αυτών των ιδεών αρχίζει να ψαχουλεύεται ο νεαρός Πεπελάσης, θέτοντας τα θεμελιώδη ερωτήματα. Υπάρχουν κάποιοι κοινωνικοί, πολιτισμικοί ή θεσμικοί παράγοντες που σε ορισμένες κοινωνίες λειτουργούν σαν τροχοπέδη στις αναπτυξιακές δυνάμεις;  Θα μπορούσε η μοίρα της Γαστούνης να είναι διαφορετική; Μπορούμε να προσδιορίσουμε αυτούς τους παράγοντες, έστω και περιγραφικά, αλλά με τρόπο που προσδίδουν κάποια επεξηγηματική ικανότητα στις εμπειρικές παρατηρήσεις; Ο ίδιος διαισθανόταν πως υπήρχαν:

«Ανιχνεύω τις πρώτες επιδράσεις από τα παιδικά μου κιόλας χρόνια, όταν διέκρινα τη σχέση της ποιότητας του ανθρώπινου δυναμικού με την οικονομία – έτσι όπως την είδα στη μικρή κοινωνία των καθυστερημένων γηγενών και των προοδευτικών προσφύγων. Θαρρώ πως αυτές, ανεπαίσθητα, με οδήγησαν σε υποθέσεις που χρησιμοποίησα για να διατυπώσω, σιγά-σιγά, τον κορμό της επιστημονικής ανάλυσης για τη σχέση πολιτισμού και οικονομίας».

Έτσι φτάνουμε στην Πεπελάσια έννοια του πολιτισμού, αρχικά το ίδιο γενική και απροσδιόριστη, όπως η τεχνολογία του Solow. Αυτό είναι όμως η αρχή, γιατί ο Αδαμάντιος αρχίζει μεθοδικά να ξεφλουδίζει το κρεμμύδι που θα μπορούσαμε, κάπως αδόκιμα, να ονομάσουμε «κουλτούρα της στασιμότητας». Η συστηματική αποκωδικοποίηση αυτής της «κουλτούρας» βρίσκεται στο επίκεντρο δύο σημαντικών του δημοσιεύσεων, που μπορούμε να πούμε ότι αποτελούν την επιτομή της ακαδημαϊκής του παραγωγής μέχρι την επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1961.

Στην πρώτη, του 1959, καταπιάνεται με το ελληνικό δίκαιο και πως αυτό μπορεί να αποτελεί εμπόδιο στην ανάπτυξη της χώρας.  Στη δεύτερη, του 1961, ( μαζί με τους Leon Mears και Irma Adelman) οι προβληματισμοί αυτοί επεκτάθηκαν σε ακόμη περισσότερους κοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες, όπως τα συστήματα αξιών, η επίδραση του θεσμού της οικογένειας, το εκπαιδευτικό σύστημα κ.λπ.

Η κεντρική ιδέα της μελέτης για τους περιορισμούς που βάζει στην ανάπτυξη της χώρας το νομικό της πλαίσιο  είναι ότι αποτελεί ένα ακατέργαστο συνονθύλευμα του Ρωμαϊκού – Βυζαντινού με τον Ναπολεόντειο κώδικα, χωρίς καμιά φιλοδοξία λειτουργικότητας και εσωτερικής συνοχής. Η προβληματική αυτή συρραφή υπηρετούσε περισσότερο την ανάγκη διασύνδεσης του νεοσύστατου κράτους με το Βυζαντινό παρελθόν του, παρά την ανάγκη διευκόλυνσης των οικονομικών συναλλαγών. Παραδείγματος χάριν, ενώ είναι αυτονόητο ότι η σύναψη ενός δανείου διευκολύνεται αν είναι ξεκάθαρο το επιτόκιο και αποδεκτές οι χορηγούμενες εγγυήσεις, αυτές οι παράμετροι ρυθμίζονταν από αντιφατικούς και αλληλοαναιρούμενους νόμους, δίνοντας λαβή για τριβές και άσκοπες αντιδικίες μεταξύ των αντισυμβαλλόμενων. Επομένως, οι ισχύοντες νόμοι, δυσχέραιναν την ανάπτυξη μιας, έστω και υποτυπώδους, κεφαλαιαγοράς, με ό,τι αρνητικό αυτό μπορεί να συνεπάγεται για την ανάπτυξη μιας οικονομίας με έλλειψη κεφαλαίων.

Ένα άλλο παράδειγμα αναφέρεται σε διατάξεις που διατάρασσαν την ισονομία ανάμεσα σε ντόπιους και ξένους, με σαφή προνόμια σε περίπτωση αντιδικίας υπέρ των πρώτων, κάτι που φυσικά υπονόμευε την προσπάθεια προσέλκυσης ξένων επενδυτικών κεφαλαίων. Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν το κληρονομικό δίκαιο. Για μη Έλληνες, η κληροδότηση κινητών αξιών διέπονταν από το δίκαιο της χώρας καταγωγής, σε αντιδιαστολή με την ακίνητη περιουσία, για την οποία ίσχυε το ελληνικό και σύμφωνα με το οποίο η κληροδότηση ακίνητης περιουσίας ήταν έγκυρη υπό τον όρο ότι θα παρέμενε εντός της οικογένειας. Στην πράξη, αυτό σήμαινε ότι η οριστικοποίηση των τίτλων ιδιοκτησίας ήταν σε εκκρεμότητα για τέσσερις γενιές, με αποτέλεσμα την εγκατάλειψη κληροδοτούμενης γης για πάντα ή μέχρι την πέμπτη κατά σειρά γενιά.  Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς τις συνέπειες τέτοιων διατάξεων σε μία κατ’ εξοχήν αγροτική οικονομία.

Η μελέτη παρέχει πληθώρα και άλλων, χρήσιμων ακόμη και σήμερα, παραδειγμάτων για το πώς ασάφειες και απροσδιοριστίες στο νομικό πλαίσιο επιβάρυναν αυτό που οι σημερινοί οικονομολόγοι ονομάζουν συναλλακτικό κόστος, ένα καθαρά αντιπαραγωγικό βάρος που απαρέγκλιτα κινείται αντιστρόφως ανάλογα με τους ρυθμούς ανάπτυξης κάθε οικονομίας. Δεν είναι επομένως τυχαίο ότι η συγκεκριμένη μελέτη, παρά το γεγονός ότι αναφερόταν στο ελληνικό δίκαιο και την ελληνική οικονομία, αποτέλεσε υπόδειγμα πρωτοποριακής για την εποχή σκέψης.

Από πολιτική άποψη, η σημασία αυτής της μελέτης ήταν ότι δημιουργούσε σοβαρά ρήγματα στον μύθο της ψωροκώσταινας, σύμφωνα με τον οποίο η οικονομική καθυστέρηση της χώρας οφειλόταν σε εξωγενείς παράγοντες, όπως η έλλειψη φυσικών πόρων και επενδυτικών κεφαλαίων. Αν μη τι άλλο, έδειξε ότι μέρος της εξήγησης οφειλόταν σε επιλογές και θεσμούς, που είχαν προκύψει από μία στείρα και ανόητη προσπάθεια σύνδεσης της σύγχρονης Ελλάδας με το ένδοξο παρελθόν της, θυσιάζοντας ζωτικά συμφέροντα και περιθωριοποιώντας μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού.

Στη δεύτερη μελέτη, του 1961, αναλύεται με χαρακτηριστική αγγλοσαξωνική ενάργεια πως θρησκευτικές ή πολιτισμικές αντιλήψεις μπορούν να διευκολύνουν ή να ακυρώνουν τις αναπτυξιακές προοπτικές μιας κοινωνίας. Αν π.χ. η φτώχια, εκλαμβάνεται σαν φυσική απόρροια αποκλειστικά εξωγενών παραγόντων, όπως θείες δυνάμεις ή φυσικές καταστροφές, είναι φυσικό οι άνθρωποι να μην επιδίδονται σε προσπάθειες βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου. Με άλλα λόγια, όπως είχε εντοπιστεί σε διάφορες συγκριτικές μελέτες, καθυστερημένες περιοχές παρουσίαζαν ταυτόχρονα και πολύ χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, απλά λόγω έλλειψης προσπάθειας. Όπως είναι φυσικό, οι άνθρωποι αδιαφορούν για υπερβάσεις στη σφαίρα του αδιανόητου, ή του ανύπαρκτου.

Μια άλλη πολιτισμική παράμετρος είναι οι επικρατούσες αντιλήψεις για την κοινωνική καταξίωση. Σε κοινωνίες όπου η καταξίωση συνδέεται με τα έργα και τα επιτεύγματα του ατόμου, το κοινωνικό κλίμα για πρόοδο και ανάπτυξη είναι πολύ πιο ευνοϊκό απ’ ό,τι  σε κοινωνίες με αξιακά συστήματα που συνδέουν την κοινωνική καταξίωση με την καταγωγή, τα δημόσια αξιώματα ή την οικογενειακή περιουσία.

Εκτενής αναφορά γίνεται επίσης στη σημασία του θεσμού της οικογένειας.  Η υπόθεση εργασίας των συγγραφέων είναι ότι, σε κοινωνίες όπου η αίσθηση της συλλογικότητας περιορίζεται σε αυστηρά οικογενειακά όρια, είναι λογικό να προκύπτει και ένας αυτοπεριορισμός στις αναπτυξιακές δυνατότητες.  Όταν η μονάδα παραγωγής συνταυτίζεται με την οικογένεια, συνήθως αναπτύσσεται και μία νοοτροπία οικονομικής αυτάρκειας, που εμποδίζει την ανάπτυξη αγοράς κεφαλαίων, λόγω εμμονής στην οικογενειακή αυτοχρηματοδότηση.  Σε μακρό-επίπεδο αυτό βέβαια εμφανίζεται σαν έλλειψη επενδυτικών κεφαλαίων.  Μπορεί ακόμη να προκύψει αδιαφορία για νέες τεχνολογίες, προκειμένου να μη σπάσει κάποια οικογενειακή παράδοση.  Σε πιο ακραίες περιπτώσεις, η αίσθηση της οικογενειακής αυτάρκειας δεν αποκλείεται να μειώνει το ενδιαφέρον για συλλογικά αγαθά, όπως παιδεία, υγεία, υποδομές κ.λπ.

Με άλλα λόγια, όταν η οικογένεια έχει ξεπεραστεί σαν βέλτιστη μονάδα παραγωγικής οργάνωσης, οι σθεναροί οικογενειακοί δεσμοί, όσο και να αποτελούν εστία θαλπωρής και σιγουριάς, σε κοινωνικό επίπεδο αποτελούν μάλλον παράγοντα οπισθοδρόμησης και συντηρητισμού.  Ένας συντηρητισμός που με τη σειρά του τροφοδοτεί ένα άλλο σημαντικό υποσύστημα, αυτό της παιδείας.

Σαν τελευταίο παράδειγμα, το σύγγραμμα παρουσιάζει πόσο στρεβλά είχαν κατανεμηθεί οι εκπαιδευτικοί πόροι στην Ελλάδα.  Με το βασικό κορμό της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης προσανατολισμένο στη μελέτη των κλασικών και ελάχιστα στις παραγωγικές ανάγκες μιας αγροτικής, ή έστω μιας αναδυόμενης βιοτεχνικής οικονομίας, το εκπαιδευτικό σύστημα αποτελούσε μάλλον ένα μηχανισμό εξόδου απ’ τη χειρωνακτική και εισόδου στη «γραφειακή» εργασία.  Οι αξίες που παρήγαγε υπηρετούσαν περισσότερο τις ιδέες για τη συνέχεια του ελληνισμού και ελάχιστα ή καθόλου την ανάγκη ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.  Όπως και με το νομικό σύστημα, η παιδεία και, κατ’ επέκταση, η οικονομία, ήταν θύματα του λογιοτατισμού.

Όλες αυτές οι αναζητήσεις και υποθέσεις θεωρούνται πλέον αυτονόητες.  Σταδιακά ενσωματώθηκαν στην σύγχρονη θεωρία της ανάπτυξης, τη λεγόμενη σχολή της «ενδογενούς ανάπτυξης», με κύριους εκπροσώπους τον Romer, το νομπελίστα Lucas και τον Barro.  Συνοπτικά, πολλές ποιοτικές συνιστώσες και ιδιότητες του λεγόμενου «ανθρώπινου κεφαλαίου» ποσοτικοποιήθηκαν και επικύρωσαν εμπειρικά τις υποθέσεις και επισημάνσεις για τη σημασία των θεσμών, των παραδόσεων, του εκπαιδευτικού συστήματος, της έρευνας και των υπολοίπων εκφάνσεων του πολιτισμού μίας χώρας, αναδεικνύοντας πόσο πρωτοποριακή ήταν η σκέψη του Αδαμάντιου, πενήντα περίπου χρόνια νωρίτερα.  Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η συγκεκριμένη μελέτη μεταφράστηκε σε ξένες γλώσσες (Ισπανικά και Ιαπωνικά) και ενσωματώθηκε στη διδακτέα ύλη μιας σειράς μεγάλων Πανεπιστημίων.

Ο ίδιος, στην αυτοβιογραφία του (σελ.44-45), συνοψίζει με τον καλύτερο τρόπο τα συμπεράσματα αυτών των αναζητήσεων:

«Η σχέση ανάμεσα στο πολιτιστικό μας περιβάλλον και την οικονομική ανάπτυξη έχει δύο διαστάσεις: αυτήν που αφορά στην ορθόδοξη αναζήτηση μιας ισορροπίας ανάμεσα στην οικονομική πρόοδο και την πολιτιστική ανάπτυξη, και εκείνην που δέχεται ότι ο πολιτισμός και η πνευματική καλλιέργεια – η κουλτούρα, στην ευρύτερη έννοια – συνιστούν στοιχεία που συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη, όπως ακριβώς το κεφάλαιο, η εργασία, οι εξαγωγές κ.α.  Ότι, δηλαδή, η «παραγωγικότητα»  των πολιτιστικών παραγόντων οφείλει να κριθεί όπως ακριβώς και η παραγωγικότητα των μηχανών και της ανθρώπινης εργασίας… Ο πολιτισμός, στο σύνολό του, είναι ένας συντελεστής παραγωγής, ένα στοιχείο δηλαδή που «αναμειγνύεται» στην παραγωγική διαδικασία, όπως ακριβώς η εργασία, το κεφάλαιο, οι μηχανές, η γη κ.λπ.».

Δεν είναι επομένως τυχαίο ότι, πολύ αργότερα, ως υποδιοικητής (1964-1967) και μεταπολιτευτικά ως διοικητής της Αγροτικής Τράπεζας επιστράτευσε το «Θέατρο Τέχνης» του Κουν για παραστάσεις στην ελληνική περιφέρεια.  Ούτε βέβαια μας εκπλήσσει η πρωτοβουλία του για καθιέρωση της δημοτικής σαν επίσημη γλώσσα της ΑΤΕ, ή την ίδρυση βιβλιοθηκών στα επαρχιακά υποκαταστήματα της τράπεζας.  Ο τραπεζίτης Πεπελάσης υπηρέτησε με συνέπεια τις ιδέες του ακαδημαϊκού Πεπελάση, ενάντια μάλιστα στο ρεύμα και το πνεύμα της εποχής, για τις οποίες μάλιστα στοχοποιήθηκε και υπέστη μία απίστευτη δυσφημιστική καμπάνια.  Ίσως τα όνειρά του να έλαβαν εν μέρει εκδίκηση  όταν διετέλεσε πρόεδρος του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού, κατά την τετραετία 1995-1998.

Η επίμονη αναζήτηση του Αδαμάντιου για θύλακες αναποτελεσματικότητας και εμποδίων σε μία ορθολογική αξιοποίηση των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας, φαίνεται και από τη δραστηριότητά του μετά την επιστροφή στην Ελλάδα το 1961, όπου συμμετέχει στη σύσταση και λειτουργία του περίφημου Κέντρου Οικονομικών Ερευνών (ΚΟΕ) μαζί με τον Ανδρέα Παπανδρέου.  Με άμεσο ή έμμεσο τρόπο συνέβαλε στην παραγωγή 17 εμπειρικών μελετών σε μία τριετία (1961-1964), νούμερο εντυπωσιακό όχι μόνο για τα ελληνικά, αλλά και για τα διεθνή δεδομένα της εποχής.

Κατά τη γόνιμη αυτή περίοδο του ΚΟΕ σημειώνεται και μία εστίαση του ερευνητικού του ενδιαφέροντος στα θέματα του αγροτικού τομέα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σημαντική του μελέτη για την αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού στη γεωργία, σε συνεργασία με τον Παναγιώτη Παναγιωτόπουλο (1962), όπου διαπιστώνεται ότι η προσφορά διαθέσιμου εργατικού δυναμικού προς τα τέλη της δεκαετίας του ’50 είχε μειωθεί θεαματικά λόγω της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης, μάλιστα σε βαθμό που δεν ανταποκρινόταν πλέον ικανοποιητικά στις εποχιακές διακυμάνσεις της ζήτησης. Από μία κατάσταση μόνιμης υπερπροσφοράς εργατικών χεριών μέχρι τα μέσα του ’50, είχε αρχίσει να εμφανίζεται ταυτόχρονα έλλειψη και πλεόνασμα, ανάλογα με την εποχή, με αξιοσημείωτες μάλιστα διαφοροποιήσεις ανά περιοχή. Με άλλα λόγια, είχε προκύψει τάση φθίνουσας συνολικής αγροτικής παραγωγής λόγω των ελλείψεων κατά τις περιόδους αιχμής, όπως και τάση περαιτέρω φυγής απ’ τις αγροτικές περιοχές, γεγονός που επιδείνωσε το πρόβλημα. Ο φαύλος αυτός κύκλος μπορούσε βέβαια να ανατραπεί με αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία με τη σειρά της απαιτούσε μηχανοποίηση, υποδομές, περιφερειακό σχεδιασμό, αναδασμούς, οργανωτικές μεταβολές, νέα εμπορική πολιτική κ.λπ.

Ως συνήθως όμως, όσο χρήσιμες και αν ήταν οι προτάσεις, δεν υλοποιήθηκαν ποτέ, τουλάχιστον όχι με κάποιο συστηματικό τρόπο. Αντ’ αυτού, η αιμορραγία της εξωτερικής μετανάστευσης είχε ονομαστεί ευλογία και προωθούνταν συνειδητά, συμβάλλοντας στην επιδείνωση του προβλήματος. Η βασική δομή αυτής της μελέτης απαντάται σε πιο γενικευμένη μορφή και σε μεταγενέστερες, όπως σ’ αυτή για το πρόβλημα των μαύρων του αμερικανικού νότου (1978), που είναι ένα αντιπροσωπευτικό πόνημα της δεύτερης ακαδημαϊκής του περιόδου (1968-1974), όταν λόγω επταετίας δίδαξε στα Πανεπιστήμια του Kentucky και της Virginia.

Ο ζήλος του για εμπειρική έρευνα και λεπτομερή χαρτογράφηση της ελληνικής οικονομίας, με ιδιαίτερη έμφαση στον αγροτικό τομέα, επιβεβαιώθηκε και όταν διοίκησε τις δύο μεγάλες τράπεζες, την Αγροτική και την Εμπορική. Και στις δύο ίδρυσε διευθύνσεις μελετών, οι οποίες στελεχώθηκαν με νέους και φιλόδοξους επιστήμονες, πολλοί εκ των οποίων μετέπειτα έγιναν γνωστά ονόματα και διέπρεψαν σαν οικονομολόγοι ή σαν στελέχη του χρηματοπιστωτικού συστήματος, της οικονομικής δημοσιογραφίας και της δημόσιας διοίκησης. Δεν είναι τυχαίο ότι, σήμερα, οι πάντες τον αποκαλούν δάσκαλο.

O Bernard Russell έλεγε ότι «Η επιστήμη δεν μας τροφοδοτεί με ηθικούς κώδικες. Βοηθά όμως δείχνοντας με ποιο τρόπο μπορούμε να επιτύχουμε κάποιο στόχο ή γιατί κάποιοι στόχοι είναι  ανεδαφικοί». Ο οικονομολόγος Πεπελάσης ήταν πλούσια προικισμένος για να σταθεί όρθιος και στα δύο μέτωπα. Συνδυάζει, στην πιο εξευγενισμένη εκδοχή, την αγνότητα και τις αξίες του Έλληνα επαρχιώτη, με την ορθολογική σκέψη του κοσμοπολίτη απ’ το Berkley. Ο Αδαμάντιος δεν έπαψε ποτέ να είναι και Διαμαντής και αισθάνομαι τυχερός που συγκαταλέγομαι στους φίλους του.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Α. Pepelasis, «The legal System and Economic Development of Greece», Journal of Economic History, June 1959.
  2. Αδαμάντιος Πεπελάσης-Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος, Η Πλεονάζουσα Εργατική Δύναμις εις την Ελληνικήν Γεωργίαν, Κέντρον Οικονομικών Ερευνών, Αθήνα 1962
  3. Pepelasis – L. Mears – Irma Adelman, Economic Development, Analysis and Case Studies, Harper and Brothers, New York, 1961.
  4. Α. Πεπελάσης, Οι Αντινομίες της Γεωργικής μας Πολιτικής, ΑΤΕ, Αθήνα 1967.
  5. Christian L. Virgil – A. Pepelasis, «Rural Problems”, στο Ray Marshall and Christian L. Virgil, Jr. (editors), Employment of Blacks in the South, A Perspective on the 1960’s, University of Texas Press, Austin 1978.
  6. Α. Πεπελάσης, Στην άκρη του αιώνα (Γαστούνη – Μπέρκλεϊ), Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1996.
  7. Solow, «A Contribution to the Theory of Economic Growth”, Quarterly Journal of Economics 70/1 (1956).
  8. Shumpeter, The Theory of Economic Development, Transaction Publishers, 1912.
  9. Shumpeter, Capitalism, Socialism and Democracy, Harper Perennial, 1942.

 

*Στην πρώτη  μορφή του το κείμενο δημοσιεύθηκε το 2009  με αφορμή  τη βράβευση του  Αδαμάντιου Πεπελάση  από τον Δήμο Γαστούνης

**Ο Χριστόφορος Σαρδελής είναι οικονομολόγος, πρόεδρος της Εθνικής Ασφαλιστικής.