Μαζί με το think tank  σιωπά όμως –ή υπεκφεύγει- μια ολόκληρη τάξη μεγαλοστελεχών του ΠΑΣΟΚ. Γι’ αυτούς, η παραπομπή του Παπαντωνίου και του Τσοχατζόπουλου δεν έχει την παραμικρή σημασία, δεδομένου ότι το ΠΑΣΟΚ έχει κάνει –δήθεν- την αυτο-κάθαρσή του. Προφανώς, αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: όλοι γνωρίζουμε ότι πρώτα μεσολάβησαν οι εισαγγελείς και μετά (εκόντες-άκοντες) οι κατήγοροί τους στο κόμμα και οι διαγραφές. Αυτό δεν λέγεται όμως αυτο-κάθαρση, λέγεται αναγκαστική θυσία των «βαριδίων» και των «κραγμένων» που θα αφαιρούσαν ψήφους στις εκλογές. Το ΠΑΣΟΚ δεν έκανε αυτο-κάθαρση, γιατί η αυτο-κάθαρση πάει μαζί με την αυτο-κριτική. Και αυτο-κριτική δεν υπήρξε.

Όχι μόνο δεν υπήρξε αυτο-κάθαρση, αλλά γίνεται και προσπάθεια να μην υπάρξει ποτέ. Το ΚΙΝΑΛ αφ’ ενός συνάπτει μια παρασκηνιακή συμφωνία με τη Νέα Δημοκρατία και αφ’ ετέρου διαμηνύει σε κάθε τόνο στον ΣΥΡΙΖΑ ότι προσέγγιση δεν πρόκειται να υπάρξει όσο εξακολουθούν να κατηγορούνται στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Τάδε έφη Σκανδαλίδης από τηλεοράσεως.

Αν δει κανείς το βιογραφικό του Παπαντωνίου θα δυσκολευθεί να καταλάβει πώς ο γόνος μιας γνωστής –και πολύ εύπορης- οικογένειας, με σπουδές στο Κέϊμπριτζ και τη Σορβόννη, με αξιολογότατη βιβλιογραφική παρουσία, με θητεία στο ΚΚΕεσωτερικού και hand picked από τον Ανδρέα Παπανδρέου), έφτασε στο σημείο να παίρνει μίζες και να συμφύρεται με απατεώνες. Δεν πρόκειται για τον Μαυράκη, ούτε καν τον Τσοχατζόπουλο. Κι εδώ είναι που η «αριστεία» αφίσταται από την «αξία», η λογική από το τρελό, τα λόγια από τα έργα. Για όλα αυτά υπάρχει βέβαια μια εξήγηση.

Ο «πολιτισμός Σημίτη» αποτέλεσε ένα μεταμοντέρνο δόγμα πολιτικής συμπεριφοράς που δεν έχει όμοιό του στα ελληνικά πράγματα. Ο τέως πρωθυπουργός και η ομάδα στελεχών που πλαισίωσαν την κυβερνησή του αξιοποίησε στο έπακρο τα διαλυτικά φαινόμενα που σημειώθηκαν όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν στην εντατική και το πολιτικό σύστημα σε κρίση. Υιοθέτησαν μια ρητορική εξορθολογισμού και αναπτυξιακής ανάτασης, τον περίφημο «εκσυγχρονισμό», αναμειγνύοντας αριστοτεχνικά ορισμένα αυτονόητα με ιδεολογήματα της νεοφιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας, που αναδυόταν εν τω μεταξύ στον ορίζοντα. Όλα αυτά συμπυκνώνονταν στο δόγμα της «ισχυρής Ελλάδας», μια κατασκευή.

Λέω «κατασκευή», διότι δεν αποτελεί ορθολογισμό το να αφαιρείς από την πραγματικότητα τα δύσκολα και να κάνεις λογαριασμό με τα εύκολα, που είναι βέβαια πολύ απλό να τα διατάξεις όπως θέλεις και να τα αντιμετωπίσεις «ορθολογικά» και «μετρημένα». Ο κόσμος βοούσε για τις πελατειακές σχέσεις και τα εκφυλιστικά φαινόμενα στον δημόσιο χώρο κι ο Σημίτης παρέδιδε μαθήματα συμμόρφωσης στις δημοκρατικές αρχές από το βήμα της Βουλής. Ο στενός κύκλος της κυβέρνησης γνωρίζε καλά ότι η ανάπτυξη που κατέγραφαν τα επιτελεία ήταν επίπλαστη, αλλά οι υπουργοί του ΠΑΣΟΚ καμάρωναν για τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας. Κι οι πέτρες γνώριζαν ότι δεν είχε γίνει καμιά ουσιαστική αναδιανομή και καμιά ουσιαστική μεταρρύθμιση κι οι κύριοι της κυβέρνησης κομπορρημονούσαν για την εμπέδωση της κοινωνικής διακαιοσύνης. Φτάσαμε στα έσχατα του «δήθεν», με τους Ολυμπιακούς και τη βεβιασμένη ένταξη στην ευρωζώνη, κατά τρόπο που θύμιζε Μαντάμ Σουσού.

Αλλά αφού όλοι ήξεραν –ή διαισθάνονταν- το τρύπιο καλάθι, γιατί δεν έβγαινε κανείς να πει «ο βασιλιάς είναι γυμνός»; Εδώ είναι το πιο σοβαρό παράπτωμα της διακυβέρνησης Σημίτη: όπως ο Κωστόπουλος νομιμοποίησε με τα «ΚΛΙΚ» και την παραπορνογραφική δημοσιογραφία  του την ελαφρότητα στη σφαίρα του κοινωνικώς συμπεριφέρεσθαι, έτσι και ο «πολιτισμός Σημίτη» νομιμοποίησε την ελαφρότητα στο επίπεδο του πολιτικώς συμπεριφέρεσθαι. Κοινώς: όταν ο Τσουκάτος κόβει βόλτες με τα κότερα και κανείς στο ΠΑΣΟΚ δεν διερωτάται «από πού κι ως πού τόση άνεση και τόση γκλαμουριά;», όταν οι τράπεζες προσφέρουν τόσο απλόχερα δάνεια για διακοπές στας Καναρίους νήσους κι η Τράπεζα της Ελλάδος παριστάνει τον ανήξερο, όταν το «βαρύ» νόμισμα πολλαπλασιάζει τις δυσκολίες ελιγμών στην εθνική οικονομική πολιτική και το επιτελείο της κυβέρνησης σφυρίζει αδιάφορα, όταν γίνεται αυτό που έγινε στο χρηματιστήριο κι οι αρμόδιοι προτρέπουν τον κόσμο να παίξει κορώνα-γράμματα το εφάπαξ και τις αποταμιεύσεις του, τότε προκύπτει μια ατμόσφαιρα απέραντης ελευθεριότητας. Δημιουργείται δηλαδή η εντύπωση ότι οι πράξεις μας δεν έχουν συνέπειες και ότι τίποτα –πέρα από ζην πολυτελώς- δεν έχει σημασία. Όπως λέει κι η κακόγουστη διαφήμιση «και το πρόβλημα πάαααει».

Αυτή ήταν η πραγματική ποιότητα του «πολιτισμού Σημίτη». Με σύμβουλο και αγκιτάτορα τον Πρετεντέρη, με στήριγμα τον Δ.Ο.Λ. και με βιτρίνα μεταρρυθμιστές α λα Διαμαντοπούλου, Ευθυμίου, Χρυσοχοϊδη, Πρωτόπαππα και άλλους βαθειά νυχτωμένους. Πώς να αντισταθεί στον πειρασμό ο κάθε Παπαντωνίου, που ήξερε και δυο αράδες γράμματα; Σ’ αυτό το κλίμα ελαφρότητας και αναλγησίας και άγιος κολάζεται. Ο συγκεκριμένος «άνθρωπος» μπορεί και να νόμισε ότι είναι ο πιο ξύπνιος της παρέας, ο πιο «άπιαστος». Κι έβαλε το χέρι στο μέλι μέχρι τον ώμο.

Την υφή του «πολιτισμού Σημίτη» αποδίδει πολύ παραστατικά μια φωτογραφία της εποχής που είχα δει στην εφημερίδα: «χαλαρή» κουβέντα συναδέλφου και άσπονδου υποστηρικτή του τότε καθεστώτος σε γκλάμορους ΠΑΣΟΚο-πάρτυ. Ποιο ήταν το αποκαλυπτικό σ’ αυτή την -κατά τ’ άλλα συνηθισμένη- εικόνα;  Μα βέβαια το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος είχε ανάψει ένα τεράστιο πούρο, ενώ, όπως γνώριζα πολύ καλά, δεν ήταν καν καπνιστής!

Ποιος Παπαντωνίου, όλα τα μάσησε …