Πέντε χρόνια με τον Μητσοτάκη στην ηγεσία οπαδοί και στελέχη της σκέφτονται: “Εμείς θα έχουμε πάντα τον Καραμανλή»

Του Γ. Λακόπουλου

 Το χαρακτηριστικό της πέμπτης επετείου από την- περισσότερο περιπετειώδη από όσο φάνηκε – εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της ΝΔ- είναι ότι σχεδόν κανείς δεν πανηγύρισε.

Για την ακρίβεια ικανοποίηση εξέφρασαν κυρίως ο ίδιος ο Μητσοτάκης και ο… Άδωνις Γεωργιάδης. Ο δεύτερος προέβαλε,  στα όρια του τρολαρίσματος, ως «νίκη τη παρατάξεως» το γεγονός στο οποίο υπήρξε «λαγός» -και  ας μην έχουν πλέον με τον νικητή στενές σχέσεις όπως τότε.

Ο αξιοπρεπής Βαγγέλης Μεϊμαράκης που ηττήθηκε τότε, ταξίδεψε την προηγουμένη της επετείου στις Βρυξέλλες, από όπου παρακολουθεί -ως επικεφαλής της ανύπαρκτης συνοχής ομάδας των γαλάζιων ευρωβουλευτών- τη ΝΔ να γίνεται όλο και λιγότερο ΝΔ.

Π.χ. δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι στην παραδοσιακή δήλωση του επικεφαλής της για την τελευταία επέτειο της ίδρυσής της, θα απουσίαζε η αναφορά στον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

 Κι όμως, αν φτάσει κανείς ως τις  παραταξιακές κεραίες που συλλαμβάνουν τα  αισθήματα της κομματικής βάσης, οι Καραμανλήδες είναι παρόντες στο  κόμμα τους. Και ας μην τους μνημονεύει ο σημερινός ένοικος του ρετιρέ του τόσο συχνά. Ή ας έχει πήξει στους «μουσαφιραίους» που λέει κι ο Αντώναρος.

Το συλλογικό συναίσθημα που συλλαμβάνουν αυτές οι κεραίες είναι: «Εμείς θα έχουμε πάντα τον Καραμανλή». Υποδηλώνοντας την ακατάλυτη σχέση των Νεοδημοκρατών με τον ιδρυτή.  Όχι χωρίς την αναμονή νεότερων από την πλευρά του επικεφαλής του κόμματος στην περίοδο 1997-2009 και πρωθυπουργού για τη μισή περίοδο.

Όλο και περισσότεροι -και όχι μόνο από τη ΝΔ-προσπαθούν να ανιχνεύσουν κάπου στο μέλλον την παρουσία του Κώστα Καραμανλή ξανά στο τιμόνι του κόμματος.

 Αλλά κανείς δεν το λέει ανοιχτά. Υπάρχει κάτι σαν «συνωμοσία καραμανλικής προσδοκίας» που εκδηλώνεται με μια διαπίστωση για τον Κυριάκο Μητσοτάκη: «Αυτός δεν είναι ένας από μας».

Ο σημερινός Καραμανλής  που είναι «ένας από αυτούς» έχει ανοιχτή την πόρτα του στο υπερυψωμένο ισόγειο στην Παναγή Κυριακού, στους  πρόποδες του Λυκαβηττού -μεσοτοιχία με την κατοικία του Αμερικανού πρέσβη.

Δεν υπάρχει στέλεχος της ΝΔ που να μην πέρασε αυτή την πόρτα, συμπεριλαμβανομένου και του Κυριάκου, όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Συχνοί είναι και οι επισκέπτες από άλλες περιοχές του πολιτικού φάσματος, καθώς ο Καραμανλής είχε πάντα αγαθές σχέσεις με όλους- πλην του  Γ. Παπανδρέου και του Κ. Σημίτη.

Σ’ αυτούς προστίθενται δημοσιογράφοι, επιχειρηματίες, αυτοδιοικητικοί και απλοί Νεοδημοκράτες από διάφορα σημεία της επικράτειας. Μόνο μοναξιά δεν αισθάνεται

Αυτές οι επισκέψεις δεν έχουν άρωμα εσωκομματικής συσπείρωσης. Ο Καραμανλής, πάνω από μια δεκαετία τώρα, δεν έδωσε ποτέ την εντύπωση Κιγκινάτου που περιμένει στο Λατιφούντιο της Ραφήνας το σήμα να σπεύσει για τη σωτηρία της Ρώμης. 

Η απόφασή του να μην επιδιώξει ξανά, τίποτε από όσα είχε ήδη κατακτήσει είναι σταθερή.  Όσοι συζητούν μαζί του γνωρίζουν τα ισχυρά επιχειρήματά του – κυρίως για την ευπάθεια της Εκτελεστικής Εξουσίας έναντι άλλων εξουσιών-που την καθιστούν αμετάκλητη.

Ωστόσο δεν υπήρξε  από τη Μεταπολίτευση άλλος «πρώην» – αν εξαιρεθεί ότι είναι βουλευτής- που να συνδύασε τόσο σοφά και ισορροπημένα την  τήρηση αποστάσεων με τη στενή παρακολούθηση των πραγμάτων, την  απουσία με  την διακριτική παρουσία, τη σιωπή με την ζώσα επικοινωνία,  την επαφή με την αποχή.

Ίσως γιατί από την ώρα που αποχώρησε από την ηγεσία -εθελουσίως- δεν  υπονόμευσε- ούτε φθόνησε- κανέναν από τους επιγόνους του. Δεν αναμείχθηκε στις κομματικές υποθέσεις και δεν είπε σε κανέναν τη γνώμη του χωρίς να του ζητηθεί.

Ακόμη περισσότερο γιατί αποτελεί γενική πεποίθηση πως όταν ήταν στα  πράγματα, δεν εκβίασε την παραμονή του στην πρωθυπουργία, ούτε τη συνδύασε με συμβιβασμούς και εκπτώσεις.

Αντίθετα μάλλον «προκάλεσε» την «πτώση» του με τη σύγκρουση που επέλεξε με τους «νταβατζήδες» για να καθαρίσει το πολικό τοπίο από τη χειραγώγησή τους. Αλλά και με τον υπερατλαντικό παράγοντα, διεκδικώντας το δικαίωμα των ελληνικών κυβερνήσεων στη χειραφέτηση των επιλογών.

Αντίθετα οι δυο αντίπαλοί του, ο Κ. Σημίτης και ο Γ. Παπανδρέου, δεν έχουν αποδοχή ούτε στις ολιγομελείς φράξιες τους. Αυτό και αν είναι δικαίωση.

Μαζί με την προσωπική ακεραιότητα και  τον γήινο χαρακτήρα του, ο Καραμανλής είναι ο μοναδικός πολιτικός ηγέτης της Μεταπολίτευσης του οποίου η αποδοχή εδράζεται στις αρχές του και διαχωρίζεται από τις αποτυχίες των κυβερνήσεων του και τις μάχες που έχασε- από αντιπάλους με αθέμιτες μεθόδους συχνά.

Αυτό που κάνει τους νεοδημοκράτες να ξεπατικώνουν τη διάσημη ατάκα από την ταινία «Καζαμπλάνκα» δεν είναι μόνο ότι δεν έφυγε  ποτέ πάνω από τη ΝΔ ο ίσκιος των Καραμανλήδων. Είναι και  η εμφανής αποτυχία του Κυριάκου Μητσοτάκη να εξελιχθεί από πρόεδρο της ΝΔ σε ηγέτη της συντηρητικής παράταξης.   

Αντίθετα θα έλεγε κανείς ότι, καθώς περνάει ο καιρός, στη συνείδηση της κομματικής  βάσης αντιδιαστέλλονται τα συμφραζόμενα της πολιτικής υπόστασης του Καραμανλή με την αντίστοιχη του  Κυριάκου, σε όλα τα επίπεδα.

Ο σημερινός επικεφαλής της ΝΔ δείχνει ιδεολογική ένδεια και μεγαλώνει την απόσταση του από τις θεμελιακές αρχές του Καραμανλισμού που μετασχημάτισε ένα σκληρό μετεμφυλιακό κόμμα σε σύγχρονη κεντροδεξιά παράταξη με ευρωπαϊκή ταυτότητα.

Σήμερα στη ΝΔ η πολιτική αντίληψη του Μητσοτακέικου αντικαθιστά τις ιδέες της  «προσφοράς», της «φιλοπατρίας», του «λιτού βίου», της απόστασης από την εξουσία του χρήματος και της αυτονομίας της πολιτικής,  -που διέκριναν τον παλαιό Καραμανλή, αλλά και τον νεότερο -με την κουλτούρα της πάση θυσία επικράτησης και τη βουλιμική κυριαρχία.

 Ωστόσο το καραμανλικό DNA δεν αλλοιώθηκε στη βάση του κόμματος από το πέρασμα των Μητσοτάκηδων και του Σαμαρά από την ηγεσία. Αντίθετα   παραμένει η συγκολλητική ουσία που εμποδίζει το κόμμα που ίδρυσε ο Καραμανλής να έχει την τύχη του κόμματος που ίδρυσε  ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Οι τυπικοί Νεοδημοκράτες σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, αλλά και στον κομματικό ιστό, αντιμετωπίζουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη, όπως  τον πατέρα του: σαν κάποιον που κάνει τη θητεία του και με τη λήξη της θα τελειώσουν μαζί του.  

Γι’ αυτό άλλωστε όχι μόνο έδωσαν συγχωροχάρτι στον Σαμαρά, που έκανε έγκλημα καθοσιώσεως ανατρέποντας την κυβέρνηση του κόμματος το 1993, αλλά τον έκαναν και αρχηγό τους 16 χρόνια μετά. Σα να ήθελαν να τον ανταμείψουν που τους απάλλαξε από έναν «εισβολέα».

 Σε ποιο βαθμό υπάρχει και σήμερα στο θυμικό της βάσης η ίδια διάθεση για τον νεότερο Μητσοτάκη δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί. Το σκεπάζει η κυβερνητική εξουσία και το βαρύ μιντιακό πέπλο -της διαπλοκής- που προστατεύει τον σημερινό Πρωθυπουργό και αρχηγό της ΝΔ.

Δεν μπορεί όμως να στερείται σημασίας ότι μετά από πέντε χρόνια του Κυριάκου στη ηγεσία και με μια εντυπωσιακή  εκλογική νίκη στο ενεργητικό του,  οι γνωρίζοντες τα ενδότερα της παράταξης, διακρίνουν το φάντασμα του Καραμανλή να επισκέπτεται τα όνειρα των οπαδών της.

 Μεταξύ μας: ανάμεσα στους δυο άνδρες ποιος θα προτιμούσε να κάνει παρέα με τον Μητσοτάκη;  

Στην «πραγματική ΝΔ», αν εξαιρεθούν κάποιοι κύκλοι των Βορείων Προαστίων, προκαλεί ανακούφιση η ιδέα να ήταν ο Καραμανλής σήμερα επικεφαλής του κόμματος- κι ίσως γι’ αυτό δεν δημιουργούνται συνθήκες αντικατάστασής του στα μάτια των οπαδών της.

 Σε ποιο βαθμό αυτό μεταφράζεται και σε προσδοκία επιστροφής κανείς δεν  μπορεί να το προσδιορίσει.

Σε κάθε περίπτωση τον Καραμανλή οι Νεοδημοκράτες τον αγαπάνε- ό,τι και να έχουν να πουν για τη διακυβέρνησή του. Είναι «ο πρόεδρος της καρδιάς τους», όπως είπε ο Μεϊμαράκης. 

Μετά από πέντε χρόνια στην ηγεσία, ο Κυριάκος μπορεί να πει το ίδιο;