
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Για να προσεγγίσει κανείς τον «πραγματικό» Ανδρέα Παπανδρέου χωρίς τις παραμορφώσεις της εγχώριας πολιτικής μυθολογίας –είτε της μυθοποιητικής είτε της αποδομητικής προσέγγισης– οφείλει να τον αποσπάσει από το στενό ελλαδικό κάδρο και να τον τοποθετήσει εκεί όπου πραγματικά ανήκε: στο μεταίχμιο της μεταπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας και της ανάδυσης του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.
Ο Παπανδρέου δεν υπήρξε απλώς ένας χαρισματικός ηγέτης ενός μεσαίου ευρωπαϊκού κράτους, ούτε ένας δογματικός μαρξιστής της περιφέρειας, όπως τον ήθελε η τότε εγχώρια συντήρηση. Ήταν, στην πραγματικότητα, ένας κορυφαίος κοσμοπολίτης τεχνοκράτης, ένας βαθιά καταρτισμένος μακροοικονομολόγος της αμερικανικής ακαδημαϊκής ελίτ, ο οποίος επιχείρησε να εφαρμόσει ένα ριζοσπαστικό κεϋνσιανό πείραμα εθνικής αυτοδυναμίας και κοινωνικής αναδιανομής σε μια ιστορική συγκυρία που το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα είχε ήδη αρχίσει να αποβάλλει βίαια αυτές τις πρακτικές. Το ιστορικό παράδοξο της πορείας του, αλλά και το κλειδί για την κατανόηση της πολιτικής του κληρονομιάς, βρίσκεται στην ασύμβατη αυτή χρονική και δομική αναντιστοιχία.
Η ακαδημαϊκή διαδρομή του Παπανδρέου στο Χάρβαρντ, στη Μινεσότα και στο Μπέρκλεϊ συνέπεσε με το απόγειο του μεταπολεμικού οικονομικού υποδείγματος που βασιζόταν στο σύστημα του Bretton Woods. Αυτός ο κόσμος στηριζόταν στη σταθερότητα των ισοτιμιών, στον έλεγχο των κινήσεων κεφαλαίου από τα εθνικά κράτη και στην πεποίθηση ότι η κρατική παρέμβαση μπορεί να ρυθμίζει την ενεργό ζήτηση, να εξασφαλίζει την πλήρη απασχόληση και να χρηματοδοτεί ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος μέσω ελλειμμάτων.
Επιπλέον, ως στοχαστής, ο Παπανδρέου είχε επηρεαστεί βαθιά από τις θεωρίες της εξάρτησης και της «περιφέρειας και του κέντρου». Αντιλαμβανόταν τον διεθνή καταμερισμό εργασίας ως ένα σύστημα δομικής ανισότητας, όπου οι χώρες της περιφέρειας, όπως η Ελλάδα, ήταν καταδικασμένες στην υπανάπτυξη και την ξένη εξάρτηση, εκτός αν το εθνικό κράτος παρενέβαινε δυναμικά για να προστατεύσει την εγχώρια παραγωγική βάση και να αναδιανείμει τον πλούτο.
Όταν όμως το ΠΑΣΟΚ ανήλθε στην εξουσία τον Οκτώβριο του 1981, το θεωρητικό αυτό οπλοστάσιο βρισκόταν ήδη σε κατάσταση προχωρημένης αποσύνθεσης στο διεθνές στερέωμα. Η κατάρρευση του Bretton Woods τη δεκαετία του 1970 και οι πετρελαϊκές κρίσεις είχαν γεννήσει τον στασιμοπληθωρισμό, ένα φαινόμενο που ο κλασικός κεϋνσιανισμός αδυνατούσε να επιλύσει.
Στην Ουάσιγκτον και στο Λονδίνο, η έλευση του Ρόναλντ Ρέιγκαν και της Μάργκαρετ Θάτσερ σηματοδότησε τη βίαιη επικράτηση του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, το οποίο απαιτούσε την απορρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών, την ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων, τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας και την πλήρη υποταγή των εθνικών οικονομιών στους νόμους του διεθνούς ανταγωνισμού. Το εθνικό κράτος έχανε ραγδαία τα εργαλεία νομισματικής και δημοσιονομικής κυριαρχίας που ο Παπανδρέου θεωρούσε δεδομένα και απαραίτητα για την υλοποίηση της «Αλλαγής».
Αντιμέτωπη με αυτόν τον παγκόσμιο γεωοικονομικό μετασχηματισμό, η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επιχείρησε να εφαρμόσει μια πολιτική «κεϋνσιανισμού σε μία μόνο χώρα». Η στρατηγική της περιλάμβανε γενναίες αυξήσεις μισθών και συντάξεων, επέκταση των κοινωνικών παροχών, κρατικοποιήσεις προβληματικών επιχειρήσεων για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας και γιγάντωση του δημόσιου τομέα.
Στόχος ήταν η τόνωση της εγχώριας ζήτησης, η οποία, σύμφωνα με τη θεωρία, θα οδηγούσε σε αύξηση της παραγωγής και των επενδύσεων. Ωστόσο, σε μια οικονομία που ήταν ήδη ανοιχτή και εξαρτημένη, η τεχνητή αυτή διεύρυνση της ζήτησης δεν διοχετεύθηκε στην εγχώρια παραγωγή –η οποία παρέμενε τεχνολογικά καθυστερημένη και μη ανταγωνιστική– αλλά μετατράπηκε σε μια έκρηξη εισαγωγών. Το αποτέλεσμα ήταν η δραματική επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, η εκτίναξη του πληθωρισμού κοντά στο 20% και η διόγκωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
Ο Παπανδρέου βρέθηκε μπροστά σε ένα σκληρό γεωοικονομικό παράδοξο, παρόμοιο με εκείνο που αντιμετώπισε ο Φρανσουά Μιτεράν στη Γαλλία την ίδια ακριβώς περίοδο. Όταν ο Μιτεράν επιχείρησε το δικό του σοσιαλιστικό αναδιανεμητικό πείραμα το 1981, οι διεθνείς αγορές και η φυγή κεφαλαίων τον ανάγκασαν, μέσα σε μόλις δύο χρόνια, να πραγματοποιήσει τη δραματική «στροφή στη λιτότητα» (tournant de la rigueur) του 1983, προκειμένου να κρατήσει τη Γαλλία εντός του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος.
Η περίπτωση της Ισπανίας υπό τον Φελίπε Γκονζάλεθ, ο οποίος ανήλθε στην εξουσία το 1982, προσφέρει ένα διαμετρικά αντίθετο υπόδειγμα σοσιαλιστικής διαχείρισης της παγκοσμιοποίησης, αναδεικνύοντας τις εναλλακτικές διαδρομές που είχε στη διάθεσή του ο ευρωπαϊκός Νότος. Ο Γκονζάλεθ, αν και ιδεολογικός συνοδοιπόρος του Παπανδρέου, αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι η διατήρηση ενός κλειστού, κρατικοκεντρικού μοντέλου προστατευτισμού ήταν ιστορικά καταδικασμένη μέσα στο νέο διεθνές περιβάλλον. Αντί να χρησιμοποιήσει την ένταξη στην ΕΟΚ το 1986 ως έναν μηχανισμό άντλησης πόρων για τη χρηματοδότηση της εγχώριας κατανάλωσης, τη μετέτρεψε σε ένα εργαλείο «βίαιου εκσυγχρονισμού» της ισπανικής οικονομίας. Η κυβέρνηση του PSOE δεν δίστασε να έρθει σε ρήξη με την παραδοσιακή της βάση, προχωρώντας σε επώδυνες αλλά αναγκαίες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις: αναδιάρθρωσε εκ βάθρων τη βαριά βιομηχανία, περιόρισε τις κρατικές επιδοτήσεις, απελευθέρωσε τις αγορές και προσέλκυσε μαζικά ξένες άμεσες επενδύσεις, μετατρέποντας την Ισπανία σε ευρωπαϊκό κόμβο της αυτοκινητοβιομηχανίας και των νέων τεχνολογιών. Ενώ ο Παπανδρέου επέλεγε να απορροφήσει τους κραδασμούς της παγκόσμιας αγοράς μέσω της νομισματικής διολίσθησης της δραχμής, ο Γκονζάλεθ θυσίασε την εφήμερη δημοτικότητα για να χτίσει μια ανταγωνιστική, εξωστρεφή οικονομία. Αυτή η στρατηγική επέτρεψε στην Ισπανία να ενσωματωθεί οργανικά στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης, όχι ως ένας μόνιμος δανειζόμενος εταίρος, αλλά ως μια αυτόνομη παραγωγική δύναμη ικανή να αντέξει τους κανόνες του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.
Ο Παπανδρέου όμως, έχοντας να διαχειριστεί μια κοινωνία με πολύ βαθύτερα τραύματα ιστορικής αδικίας και αποκλεισμού, επέλεξε έναν διαφορετικό, πιο περίπλοκο δρόμο. Αντί να ευθυγραμμιστεί άμεσα με το νέο διεθνές περιβάλλον, χρησιμοποίησε τη δραχμή και τη νομισματική πολιτική ως αναπνευστήρα. Οι διαδοχικές υποτιμήσεις του εθνικού νομίσματος, με αποκορύφωμα εκείνες του 1983 και του 1985, λειτούργησαν ως ένας προστατευτικός φραγμός που επέτρεπε τη συνέχιση της εσωτερικής αναδιανομής, παρά την προϊούσα απώλεια της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας.
Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, είχε ημερομηνία λήξης, καθώς η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα μεταμορφωνόταν εσωτερικά. Η υπογραφή της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης το 1986, η οποία προέβλεπε την πλήρη κατάργηση των δασμών, των ποσοστώσεων και των εμπορικών φραγμών μέχρι το 1992, σήμανε το τέλος του εθνικά προστατευόμενου καπιταλισμού στην Ευρώπη. Στο σημείο αυτό αποκαλύπτεται η βαθύτερη γεωοικονομική φύση της διαπραγμάτευσης για τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Πρόγράμματα (ΜΟΠ) το 1985.
Η παραδοσιακή ιστοριογραφία εστιάζει στην απειλή βέτο του Παπανδρέου και στην εικόνα του σκληρού διαπραγματευτή που απέσπασε πόρους για την ελληνική επαρχία.
Η συζήτηση όμως για τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (ΜΟΠ) δεν ξεκινά αιφνιδιαστικά το 1985 ως «ανταμοιβή» για μια ελληνική διαπραγματευτική απειλή, αλλά εντάσσεται σε μια διαδικασία που εκτείνεται ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1981 και η επικείμενη διεύρυνση προς Ισπανία και Πορτογαλία δημιουργούν ήδη από το 1982–1983 στο εσωτερικό της Επιτροπής και του Συμβουλίου την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της κοινοτικής περιφερειακής πολιτικής, υπό το πρίσμα των αυξανόμενων ανισοτήτων μεταξύ Βόρειας και Νότιας Ευρώπης.
Το 1984, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχωρά σε πιο συστηματική επεξεργασία της ιδέας των ΜΟΠ, αναγνωρίζοντας ότι η διεύρυνση προς τον Νότο θα απαιτούσε ειδικούς μηχανισμούς αντιστάθμισης για τις ήδη ευάλωτες περιφέρειες της Κοινότητας. Τα ΜΟΠ, επομένως, δεν συγκροτούνται ως στιγμιαίο πολιτικό εργαλείο, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής προσαρμογής της ΕΟΚ στη διεύρυνση και στην εμβάθυνση της εσωτερικής αγοράς.
Σε αυτό το ήδη διαμορφούμενο πλαίσιο εντάσσεται πολιτικά η απόφαση της 12ης Ιουνίου 1985 για την υπογραφή των Πράξεων Προσχώρησης της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στην ΕΟΚ (Μαδρίτη–Λισαβόνα), η οποία σηματοδοτεί την οριστικοποίηση της μεσογειακής διεύρυνσης. Λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Ιούλιο του 1985, υιοθετείται ο Κανονισμός (ΕΟΚ) 2088/85, με τον οποίο θεσμοθετούνται τα ΜΟΠ, κωδικοποιώντας μια ήδη εξελισσόμενη πολιτική ισορροπία στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, που θα υπογραφεί τον Φεβρουάριο του 1986, ολοκληρώνει αυτόν τον κύκλο θεσμικών μετατοπίσεων, επιταχύνοντας τη μετάβαση προς την ενιαία αγορά και καθιστώντας ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη περιφερειακών αντισταθμιστικών μηχανισμών.
Ο Παπανδρέου δέχθηκε να υπογράψει την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, η οποία θα εξέθετε την απροετοίμαστη ελληνική μεταποίηση στον αμείλικτο ανταγωνισμό του ευρωπαϊκού Βορρά, με αντάλλαγμα τεράστιες μεταβιβάσεις πόρων.
Το δράμα της ελληνικής οικονομίας έγκειται στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε αυτούς τους πόρους. Αντί τα κεφάλαια των ΜΟΠ και των μετέπειτα κοινοτικών πλαισίων στήριξης να κατευθυνθούν στον ριζικό παραγωγικό και τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της χώρας, στη δημιουργία υποδομών υψηλής προστιθέμενης αξίας και στην προετοιμασία του εργατικού δυναμικού για την εποχή της πληροφορίας και της εξειδίκευσης, χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση της τρέχουσας κατανάλωσης και τη διεύρυνση των πελατιακών δικτύων του κράτους.
Το ΠΑΣΟΚ μετέτρεψε σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών εισροών σε εργαλείο διατήρησης της κοινωνικής ειρήνης και εδραίωσης της πολιτικής του κυριαρχίας. Η ελληνική επαρχία γνώρισε μια πρωτοφανή περίοδο ευημερίας, η οποία όμως στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στις κοινοτικές μεταβιβάσεις και στην επέκταση της κατανάλωσης. Την ίδια στιγμή, η ελληνική μεταποίηση εισερχόταν στην ενιαία αγορά με σοβαρά διαρθρωτικά μειονεκτήματα: μικρό μέσο μέγεθος επιχειρήσεων, περιορισμένη τεχνολογική αναβάθμιση, εξάρτηση από προστατευτικούς μηχανισμούς και χαμηλή εξαγωγική διείσδυση. Η έκθεσή της στον ευρωπαϊκό και αργότερα στον παγκόσμιο ανταγωνισμό επιτάχυνε μια διαδικασία αποβιομηχάνισης, οι πρώτες ενδείξεις της οποίας είχαν ήδη εμφανιστεί από τα τέλη της δεκαετίας του 1970.
Αυτή η εσωτερική αντίφαση έγινε εκρηκτική στο γύρισμα της δεκαετίας, όταν ο κόσμος βίωσε το μεγαλύτερο γεωπολιτικό σοκ μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο: την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν απλώς μια ιδεολογική νίκη της Δύσης, αλλά μια τεκτονική αλλαγή στον παγκόσμιο χάρτη της εργασίας και του κεφαλαίου. Ξαφνικά, εκατομμύρια χαμηλόμισθων, εξαιρετικά εξειδικευμένων εργατών από την Ανατολική Ευρώπη εντάχθηκαν στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. Τα δυτικοευρωπαϊκά κεφάλαια, που μέχρι τότε αναζητούσαν φθηνό κόστος παραγωγής στον ευρωπαϊκό Νότο, στράφηκαν μαζικά προς την πρώην σοβιετική σφαίρα.
Ταυτόχρονα, η Ελλάδα έχασε τη «γεωπολιτική της πρόσοδο». Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Ουάσιγκτον και οι Βρυξέλλες ήταν πρόθυμες να ανέχονται τις μακροοικονομικές παρεκτροπές, τα ελλείμματα και τις ιδιόμορφες διπλωματικές συμμαχίες της Αθήνας με τον αδέσμευτο κόσμο, καθώς η Ελλάδα αποτελούσε το κρίσιμο νοτιοανατολικό οχυρό του ΝΑΤΟ απέναντι στο κομμουνιστικό μπλοκ. Μετά το 1989, αυτή η μοναδικότητα εξανεμίστηκε. Η χώρα βρέθηκε παραγωγικά γυμνή, περικυκλωμένη από μια αποσταθεροποιημένη Βαλκανική, και αντιμέτωπη με μια Ευρωπαϊκή Ένωση που δεν είχε πλέον κανένα στρατηγικό κίνητρο να επιδοτεί ένα μη ανταγωνιστικό, κρατικοκεντρικό μοντέλο.
Όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου επέστρεψε στην εξουσία το 1993, το ιστορικό και θεωρητικό του οικοδόμημα είχε πλέον οριστικά ξεπεραστεί από τα πράγματα. Η υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ επέβαλε μια πρωτοφανή θεσμική και δημοσιονομική πειθαρχία, θέτοντας αυστηρά κριτήρια για τα ελλείμματα, το χρέος και τον πληθωρισμό, με τελικό στόχο τη δημιουργία του κοινού νομίσματος.
Στο πολιτικό του λυκόφως, μεταξύ 1993 και 1996, ο Παπανδρέου κλήθηκε να διαχειριστεί την πλήρη διάψευση των νεανικών του ακαδημαϊκών θεωριών. Ο άνθρωπος που είχε οικοδομήσει την πολιτική του ταυτότητα πάνω στην άρνηση της ευρωπαϊκής υποταγής και στην προάσπιση της εθνικής νομισματικής κυριαρχίας, αναγκάστηκε να ξεκινήσει ο ίδιος το σκληρό πρόγραμμα σταθεροποίησης και σύγκλισης, το οποίο αργότερα θα ολοκλήρωνε ο Κώστας Σημίτης.
Αυτός ήταν ο πραγματικός Ανδρέας Παπανδρέου: ένας ηγέτης ο οποίος λειτούργησε παγιδευμένος στο χρονικό παράδοξο της εποχής του. Η ευφυΐα του δεν έγκειται σε μια υποτιθέμενη ικανότητα εξαπάτησης των μαζών, αλλά στο γεγονός ότι αντιλήφθηκε, ίσως καλύτερα από οποιονδήποτε σύγχρονό του, τη δομή του παγκόσμιου συστήματος. Ωστόσο, επέλεξε να λειτουργήσει ως ο τελευταίος υπερασπιστής ενός κόσμου που έσβηνε. Χάρισε στην ελληνική κοινωνία μια χρυσή εποχή υλικής ευημερίας, αξιοπρέπειας και κοινωνικής ενσωμάτωσης, αλλά το έπραξε με όρους του παρελθόντος, αφήνοντας άλυτο το κεντρικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας: την αναντιστοιχία μεταξύ κοινωνικού εκσυγχρονισμού και παραγωγικού εκσυγχρονισμού.

