Παντελής Μπουκάλας: «Η παράδοση δεν είναι η Ωραία κοιμωμένη»

Συνέντευξη  στον Βαγγ. Χατζηβασιλείου

«Η παράδοση δεν είναι η ωραία κοιμωμένη σε κάποιο μουσείο. Για να υπάρξει παράδοση πρέπει να υπάρξει παραλαβή. Ο λαϊκός ποιητής δεν νοθεύει ποτέ τον στίχο του, αλλά εμείς αρχίσαμε γρήγορα να νοθεύουμε το δημοτικό τραγούδι επί το εθνοπρεπέστερον ενώ το ίδιο αποτελεί μόνο μαρτυρία ελεύθερου πνεύματος». Αυτά δηλώνει, μεταξύ άλλων, στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Παντελής Μπουκάλας με αφορμή το βιβλίο του «Το αίμα της αγάπης» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα. Ο συνομιλητής μας, που είναι όχι μόνο μελετητής του δημοτικού τραγουδιού αλλά και ποιητής, αναφέρεται επίσης στον τρόπο με τον οποίο επικοινωνεί η ελληνική δημοτική ποίηση με τη βαλκανική παράδοση και εξηγεί πώς μεγάλωσε με τα δημοτικά τραγούδια σε ένα μεσολογγίτικο χωριό, το Λεσίνι.

Ακολουθεί η συνέντευξη του Παντελή Μπουκάλα στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου:

Ο πρώτος τόμος για το δημοτικό τραγούδι ήταν αφιερωμένος στη γλωσσική ευφυΐα και την επινοητικότητα της δημοτικής λαλιάς. Ο δεύτερος μιλάει για το πάθος αλλά και τον πόνο (με το αίμα να ρέει άφθονο) του έρωτα. Πώς συνδέονται τα δύο;

Αυτό που τελικά κατατίθεται σαν σειρά, με τον τίτλο «Πιάνω γραφή να γράψω…», γεννήθηκε σαν ένα, το πολύ δύο βιβλία, με δέκα-δώδεκα κεφάλαια αλληλοσυνδεόμενα και με κοινή τη βιβλιογραφία τους. Η σύνδεση αυτή διατηρήθηκε όσο κι αν διευρύνθηκε η βιβλιογραφία, που οδεύει ταχύτατα προς τις πεντακόσιες συλλογές και ανθολογίες, αν μετρήσουμε και τις πλούσιες δημοσιεύσεις στα ειδικά περιοδικά παλαιότερων δεκαετιών. Σκέφτηκα να ξεκινήσω με το τερπνότατο πανηγύρι της γλώσσας στο δημοτικό τραγούδι, γιατί ένα από τα κλισέ που συναντούσα αρκετά συχνά όσο διάβαζα δημοτικολογικά βιβλία, διαβεβαίωνε ότι η γλώσσα του είναι φτωχή, μάλλον ρηχή και σίγουρα αυτοεπαναλαμβανόμενη. Η επανάληψη στα τραγούδια είναι στρατήγημα, αφηγηματικό και μνημονικό. Είναι το νήμα, δεν είναι αδυναμία, το ξέρουμε από τον Όμηρο. Όσο για τα περί φτώχειας, και μόνο ο λεξιλογικός πλούτος των ερωτικών εγκωμίων, με τα συναρπαστικής εικαστικής έντασης πολυσύνθετά του, ή η σταδιακή μετατροπή του ρήματος «αγαπώ» σε όνομα (η αγαπώ-της αγαπώς, ο αγαπώς και ο αγαπός και ο αγάπας), θα αρκούσαν για να τα διαψεύσουν. Από κοντά και η ευφάνταστη δημιουργία λέξεων-άπαξ, που σε κεραυνοβολούν με την πληρότητα και τη διαύγειά τους. Η άκρα λιτότητα εκεί που χρειάζεται, στα κλέφτικα λόγου χάρη, δεν είναι φτώχεια· είναι τρόπος.

Στο «Αίμα της αγάπης» ανατρέχετε σε έναν πολύ μεγάλο αριθμό δημοτικών ποιητικών παραδειγμάτων, που ανακινούν την παράδοση χωρίς να τη βάζουν σε κανένα ιδεολογικό καλούπι. Πώς μπορούμε να ανακτήσουμε την παράδοση, για να χρησιμοποιήσω μια δική σας φράση, αποφεύγοντας να τη μεταφράσουμε σε εθνική και διδακτική αξία;

Πήρα εξαρχής την απόφαση να δημοσιεύονται πλήρη τα τραγούδια, εκτός πια και αν είναι εκτενέστατα. Κι αυτό γιατί θέλω να τα διαβάσει ο αναγνώστης -και να τ’ ακούσει, ακόμα καλύτερα-, να τα γνωρίσει και να τα γευτεί στην ακεραιότητά τους. Γιατί αλλιώς, μόνο με βιβλιογραφικές παραπομπές, βλ. βιβλίο τάδε, σελίδα δείνα κτλ., και μάλιστα με παραπομπές σε πηγές που δεν τις βρίσκεις εύκολα, τα όποια επιχειρήματά μου δεν θα είχαν την πλήρη υποστήριξή τους. Και η γεύση θα ήταν λειψή. Για να υπάρξει παράδοση, πρέπει να υπάρξει παραλαβή. Ο παραλήπτης -εμείς δηλαδή, σήμερα, μια μάλλον κερματισμένη κοινότητα- οφείλει να φερθεί στο δημοτικό με την τιμιότητα που φέρθηκε το ίδιο τραγούδι στην κοινωνία την οποία ιστορούσε. Ο λαϊκός ποιητής, όπως φανερώνει η ανάγνωση πολλών συλλογών, όχι μόνο των τριών-τεσσάρων κλασικών, δεν απέκρυπτε, δεν αποσιωπούσε, δεν ντρεπόταν, δεν κολάκευε κανέναν, δεν νόθευε όσα του προμήθευε το βλέμμα και η ακοή του, οι εμπειρίες του. Εμείς ωστόσο αρχίσαμε να νοθεύουμε το τραγούδι πολύ γρήγορα. Και δεν εννοώ τον γλωσσικό «ευπρεπισμό» που υπέστησαν κάποια τραγούδια από τους καταγραφείς τους, αλλά την ανάπλαση επί το εθνοπρεπέστερον (ή και την περικοπή) στίχων που είχαν το μειονέκτημα να μη συνάδουν με το τοτινό εθνικό αφήγημα, που εν πολλοίς παραμένει το ίδιο.

Ανάκτηση σημαίνει γνώση, απομυθοποιητική και αποφενακιστική. Για παράδειγμα, κάθε φορά που ακούω για την προσφορά της Ορθοδοξίας στον σκλαβωμένο ελληνισμό, σκέφτομαι τον πόλεμο της επίσημης Εκκλησίας εναντίον των τραγουδιών, δηλαδή εναντίον ενός απαραγνώριστου στοιχείου της ταυτότητας του Έλληνα. Σκέφτομαι επίσης ότι κάποιοι σοβαροί λόγοι θα υπήρχαν ώστε το τραγούδι για την προδοσία τού (λατρεμένου κατά τα λοιπά) αγίου Γεωργίου (δηλαδή των ουρανίων δυνάμεων και των επί γης εκπροσώπων τους) να έχει ευρύτατη διάδοση και να απαντά σε πάμπολλες παραλλαγές. Το τραγούδι αυτό μάς λέει πολλά για τη νοοτροπία των παππούδων μας, είναι μια μαρτυρία ελεύθερου πνεύματος. Και επηρέασε τη λαϊκή συνείδηση σαφώς περισσότερο απ’ ό,τι ο λόγιος αντικληρικαλισμός, λχ η «Ελληνική Νομαρχία» ή ο «Ρωσσοαγγλογάλλος» με τη μικρή κυκλοφορία τους.

Ξέρουμε καλά πως το δημοτικό τραγούδι προέρχεται από μιαν άλλη εποχή και από έναν άλλο κόσμο. Και δεν είναι μόνο πως αποτελεί προϊόν μιας κοινότητας (της αγροτικής) η οποία έχει πάψει προ πολλού να υφίσταται. Είναι και το γεγονός πως στις σημερινές συνθήκες δεν είμαστε ενδεχομένως έτοιμοι και να το ακούσουμε. Το αυτί μας δεν είναι συνηθισμένο (δυσκολεύεται να συντονιστεί) με τον προφορικό λόγο, τον ρυθμό και τη γλωσσική αγωγή του δημοτικού τραγουδιού. Πώς πρέπει κατά συνέπεια να φανταστούμε τον εγκλιματισμό μας στη γλώσσα και το περιεχόμενό του;

Η ποίηση δεν είναι πια ακροαματική διαδικασία, και μάλιστα τελετουργική και συλλογική. Έχει υπογραφές και ιδιοκτήτες, και, για να γίνει όντως ακουστή, πρέπει να τη διαβάζουμε κατά μόνας. Ξεμακρύναμε επίσης πολύ από τις απαιτήσεις του ρυθμού και της μορφής. Και φοβάμαι πως όσοι στέλνουν αδιάβαστο τον Παλαμά, τον Σικελιανό, και τον Σολωμό ακόμα, επειδή είναι «παράδοση», πράγματα παλιακά, δεν θα ‘βρισκαν εύκολα ψυχικό χρόνο για να εντάξουν τα δημοτικά στα αναγνώσματά τους.

Μιλώντας για εγκλιματισμό, υπάρχουν σήμερα μουσικά συγκροτήματα που βάζουν στη δουλειά τους (χέβι μέταλ, ροκ και άλλα ιδιώματα) στοιχεία του δημοτικού τραγουδιού, γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία. Τι λέτε, στο πλαίσιο της συζήτησής μας, για την αποδοχή που γνωρίζουν τέτοιου είδους απόπειρες;

Χαίρομαι με τις προσπάθειες αυτές, κι όσο μπορώ τις παρακολουθώ, είτε ηπειρώτικα αφορούν είτε θρακιώτικα ή κρητικά. Χαίρομαι επίσης ακούγοντας τα παιδιά των μουσικών σχολείων, να παίζουν άψογα, με γνώση, όργανα δύσκολα και απαιτητικά. Να θυμούνται και να θυμίζουν τραγούδια που χάθηκαν από τα περισσότερα πανηγύρια, για πολλούς λόγους. Ένας απ’ όλους, που συχνά τον παραβλέπουμε, είναι ότι η μουσική πολλών τραγουδιών δεν σώθηκε, δεν καταγράφτηκε έγκαιρα. Οι πρώτοι καταγραφείς και συλλογείς δημοτικών τραγουδιών είχαν βασική τους έγνοια να διασώσουν τον λόγο, αυτή ήταν η ανάγκη και η ζήτηση της εποχής τους. Άλλωστε ούτε μαγνητόφωνα διέθεταν ούτε ήξεραν οι περισσότεροι από πεντάγραμμο κτλ.

Η παράδοση δεν είναι η ωραία κοιμωμένη σε κάποιο μουσείο. Είναι μέσα μας, η μνήμη μας, είναι η μνήμη όσων πρόλαβαν να γευτούν έστω και για λίγο την αγροτική κουλτούρα. Αλλά είναι και εκεί έξω: στα πανηγύρια που δεν ενδίδουν στα έκο, στις παρέες που τελειώνουν το γλέντι τους τραγουδώντας και δημοτικά μαζί με τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά, σε όσες λαϊκές εκδηλώσεις έρχονται όντως από μακριά και δεν είναι ζορισμένη «αναβίωση» με πνεύμα φολκλορικό και για τουριστικούς λόγους.

Η τυπολατρία δεν είναι απλώς περιττή, είναι νοθευτική. Φρέσκες ιδέες και προσεγγίσεις χρειάζονται. Για να το πω κάπως σχηματικά. Μου αρέσει, όπως αρέσει σε πολλούς, να βλέπω να χορεύουν φορώντας τη στολή κάποιου τόπου. Αλλά απλώς βλέπω, είμαι θεατής των άλλων, οι οποίοι μάλιστα πιέζονται εσωτερικά για να μην απιστήσουν στους κανόνες που διδάχτηκαν. Όταν όμως οι άνθρωποι χορεύουν με τα συνηθισμένα τους ρούχα, τότε ακόμα κι εγώ, που είμαι κακός στον χορό, θα σηκωθώ να πιαστώ στον κύκλο, έστω τελευταίος και ασυντόνιστος με τον ρυθμό. Κι ας είμαι στεριανός σε νησί ή Υδραίος στη Λάρισα.

ΑΠΟ ΤΟ ΑΠΕ-ΜΠΕ