Ποιος έχασε και ποιος κέρδισε στις εκλογές: Η μάχη, ο πόλεμος, η κυβέρνηση, το κόμμα και ο Αλέξης Τσίπρας

Του Νίκου Λακόπουλου

Μετά την πρώτη ψυχρολουσία όσοι πίστευαν ότι ο Αλέξης Τσίπρας μπορούσε να ανατρέψει το παιχνίδι και να κερδίσει το «ντέρμπι» μέσα σε λίγες μέρες ανασυντάσσονται και  λένε πως χάθηκε μια μάχη, αλλά όχι ο πόλεμος. Ο ΣΥΡΙΖΑ κράτησε τις δυνάμεις του, η διαφορά των 9,5 μονάδων είναι μεγάλη, αλλά δεν είναι πολύ μεγάλη. Κι όπως είπε ο Αλέξης Τσίπρας «η απογοήτευση χιλιάδων ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ δεν τους οδήγησε στη ΝΔ, αλλά σε μικρότερα κόμματα του δημοκρατικού χώρου».

Οι «δεξαμενές» που θα επέτρεπαν στον ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία που θα μπορούσαν να καλύψουν την διαφορά -αναποφάσιστοι, νέοι, ωφελημένοι από τα μέτρα ελάφρυνσης, οι «γέφυρες» στην Κεντροαριστερά- δεν δούλεψαν. Ένα μεγάλο ποσοστό μετακινήθηκε προς την Νέα Δημοκρατία από τον ΣΥΡΙΖΑ με διάθεση τιμωρίας κι όχι απλής δυσαρέσκειας και ένα κομμάτι ψηφοφόρων της Αριστεράς δεν πείστηκε από το σύνθημα «Ο Λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά».

Ο φόβος της επιστροφής μιας δεξιάς πιο σκληρής από τις προηγούμενες που βρέθηκαν στην κυβέρνηση  τα τελευταία χρόνια δεν έφερε ψήφους πίσω στον ΣΥΡΙΖΑ ίσως γιατί το απεχθές πρόσωπο του κόμματος όπως το έδειχναν καθημερινά ορισμένοι υπουργοί και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ τον ακύρωσε. Ναι, δεν έχασε ο Τσίπρας, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ και δεν πρόκειται για στρατηγική, αλλά για κάτι χειρότερο: μια ιδεολογική ήττα.

Την τελευταία στιγμή ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να ταυτιστεί με αυτές τις κομματικές πρακτικές και να πέσει στην παγίδα να θέσει ένα δίλημμα που με άλλα λόγια έλεγε πως θα ψηφίσετε εμάς για να μην έρθουν αυτοί και ατυχώς θυμήθηκε τον Άρη Βελουχιώτη, αλλά όπως γράφτηκε στο ΑΠ- συμπεριφέρθηκε σαν Νίκος Ζαχαριάδης.

Τέσσερα χρόνια τώρα το κομματικό ιερατείο του ΣΥΡΙΖΑ συμπεριφέρεται με ηγεμονισμό απέναντι στο εκλογικό σώμα που ψήφισε βασικά τον Αλέξη Τσίπρα και δεν ανακάλυψε ξαφνικά τον Μάο Τσε Τουγκ και τον Λένιν- όπως νομίζουν όσοι διακινούν τον μύθο «η Αριστερά πρώτη φορά στην κυβέρνηση» και ξεχνούν πως η σύμπραξη με τον Πάνο Καμμένο και άλλες δεξιές δυνάμεις έκανε την κυβέρνηση όχι αριστερή, αλλά αριστεροδεξιά κυβέρνηση- όπου το δικό της μνημόνιο ήταν αναγκαίο, ενώ τα άλλα δεν ήταν.

Η πρακτική του κόμματος ήταν να κάνει face control στην πόρτα του για το ποιος είναι αρκετά αριστερός για να μπει και ποιος δεν είναι. Την ίδια ώρα περνούσαν από δίπλα στα υπουργεία και στα ψηφοδέλτια πρόσωπα μιας δεξιάς που απολάμβανε ιδιαίτερα προνόμια σε σχέση με τους κατηγορούμενους ότι ήταν κάποτε …ΠΑΣΟΚ -πράγμα που ενόχλησε ιδιαίτερα τον δημοκράτη ψηφοφόρο που έβλεπε πως αυτός ψήφιζε, αλλά κυβερνούσε το Κόμμα.

Κανείς δεν έδωσε σημασία στο ότι στις φοιτητικές εκλογές η παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ εξαφανίστηκε. Το μέγεθος της ήττας το δείχνουν οι δημοτικές εκλογές όπου τα σχήματα του ΣΥΡΙΖΑ -που επέλεξε κομματικά στελέχη εκεί που έπρεπε να κάνει πράξη την «προοδευτική συμμαχία»- έφτασαν στο 11%.

Μάλλον ο λαός που επέλεξε τον Αλέξη Τσίπρα δεν εννοούσε πως π.χ. η επιλογή της Νοτοπούλου για υποψήφια στη Θεσσαλονίκη -που καταποντίστηκε- ήταν το νόημα της εντολής που έδωσε το 2015 και τώρα την πήρε -ίσως προσωρινά- πίσω. Όπως φαίνεται στην ευρωβουλή μπαίνουν η Κουντουρά και ο Γεωργούλης, αλλά τι σημαίνει αυτό;

Ο Αλέξης Τσίπρας θα μπορούσε να κερδίσει τις εκλογές αν είχε πάρει σ΄αυτές ένα ποσοστό 28% που θάταν πάνω από το 26% που πήρε στις προηγούμενες ευρωεκλογές. Θα μπορούσε αν είχε προχωρήσει στην επανίδρυση του ΣΥΡΙΖΑ ώστε το νέο κόμμα να εκφράζει το εκλογικό σώμα και να παραμένει αριστερό, αλλά δημοκρατικό κόμμα.

Αυτή η Αριστερά -αν είναι Αριστερά ή απλώς μια πολιτική καθυστέρηση σε μια υπανάπτυκτη χώρα όπου μπαίνει στη Βουλή πουλώντας κηραλοιφές και επιστολές του Χριστού ο Βελόπουλος- τροφοδοτεί τον Άδωνι και την Ακροδεξιά την οποία επικαλείται για να υπάρξει. Είναι η ίδια χώρα που υποδέχεται το Άγιο Φως με τιμές αρχηγού κράτους- κι ο αριστερός υπουργός πάει να το παραλάβει.

Αλλά η Αριστερά δεν είναι ακριβώς αντιδεξιά κι ο αντιφασισμός δεν μπορεί να επικυρώνεται από τον ίδιο τον φασισμό. Κάτι άλλο είναι,  αν υπάρχει. Πολύ περισσότερο δεν κρίνονται στις εκλογές ούτε ο Βελουχιώτης, ούτε η Συμφωνία της Βάρκιζας- όπως ακούσαμε να λένε- κυβερνητικά στελέχη, αλλά και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας.

Η κυβέρνηση έχασε, όσο έχασε, όχι επειδή ήταν αριστερή ή δεν ήταν, αλλά γιατί αναμετρήθηκε με το παρελθόν, παρά με το μέλλον -αδυνατώντας να δώσει λύσεις που υποσχέθηκε κι ακόμα περιφέρει ως έπαθλο το κατηργημένο πεντάευρω στα νοσοκομεία και τις 120 δόσεις σαν μεγάλο επίτευγμα- ενώ υποσχέθηκε σεισάχθεια, όπως θυμούνται οι ελεύθεροι επαγγελματίες που ψήφισαν κατά 37% τη Νέα Δημοκρατία.

Το άγχος να αποδείξει μια κυβέρνηση που εξελέγη ως αντιμνημονιακή για να εφαρμόσει ένα μνημόνιο ότι παραμένει αριστερή είναι ακατανόητο. Ιδιαίτερα αφού είναι σαφές από τον Σεπτέμβρη του 2015 ότι δεν εξελέγη για να σκίσει το μνημόνιο, αλλά όταν ήταν σαφές ότι δεν θα το κάνει. Η κυβέρνηση δεν υποτίμησε μόνο τον Μητσοτάκη, αλλά και τη νοημοσύνη του λαού που δεν μάσησε με τα «μέτρα ελάφρυνσης», αλλά τα θεώρησε προσβολή κιόλας. Τι δεν καταλαβαίνετε κ. Τσακαλώτο;

Αυτός ο καημένος και βασανισμένος λαός δεν θέλει μια αριστερή, αλλά μια ικανή και ριζοσπαστική κυβέρνηση και δεν θέλει εν είδει μπουρμπουάρ με πελατειακή αντίληψη επιδόματα -και μάλιστα ισχνά- όσο θέλει πίσω την χαμένη του υπερηφάνεια. Από κει και πέρα όλα είναι ανοιχτά και κει που χάσαμε μια μάχη, θα χάσουμε μια δεύτερη κι ύστερα μια τρίτη, αλλά δεν θα χάνουμε ποτέ τον πόλεμο γιατί η παραδοχή της ήττας θέλει ειλικρίνεια και γενναιότητα κι όχι αριστερούς βαυκαλισμούς.

Είθισται στην παραδοσιακή Αριστερά να κάνει αιωνίως λάθη- που ένα μέρος της παραδέχεται μετά από χρόνια- για να κάνει καινούργια. Μάχη- μάχη χάνεται κι ο πόλεμος και βέβαια πάντα αυτοί οι Άλλοι, οι Ξένοι, πιθανόν σήμερα να φταίει ο …Βερναρδάκης. Δεν φταίει που δεν είχαμε έργο, αλλά που δεν τον ….επικοινωνήσαμε. Δε φταίμε εμείς, αλλά η Δεξιά που η καταραμένη δεν μπορεί να είναι αιώνιο άλλοθι για μια Αριστερά που δικαιώνεται μόνο όταν ηττάται.

Τις επόμενες μέρες υπάρχει πάντα η ελπίδα πως ο φόβος της Δεξιάς που δεν λειτούργησε να αποτρέψει μια κυβέρνηση Μητσοτάκη. Το ερώτημα είναι αν πράγματι ο ΣΥΡΙΖΑ πάρει την πρώτη θέση, με ποιον και πώς θα κυβερνήσει; Nα λοιπόν που τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, η κυβέρνηση δεν είναι αυτοσκοπός και το ερώτημα είναι πάντα το ίδιο:

Ξεκινήσαμε, σύντροφε. Αλλά πού πάμε; Που μπορεί και να σημαίνει «πάρτο αλλιώς, σύντροφε». Δεν περίμενε εσένα, αλλά σίγουρα κάτι περιμένει η  Ιστορία.