Παρασκευή 17 Αυγούστου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Ποιος κόβει τις συντάξεις

Του Σπύρου Βλέτσα

Κανείς δεν θέλει να κόβει συντάξεις. Η κυβέρνηση, αφού τελείωσαν τα δανεικά, θα προτιμούσε να βάλει επιπλέον φόρους ή να περικόψει άλλες δαπάνες, παρά να προχωρήσει σε μείωση των ποσών που φθάνουν κάθε μήνα στους συνταξιούχους.

Όμως η χώρα μας υποχρεώθηκε μετά το τρίτο μνημόνιο να προχωρήσει σε νέα μείωση των συντάξεων. Η μείωση αυτή γίνεται γιατί η χρεοκοπημένη Ελλάδα εξακολουθεί να έχει την μεγαλύτερη δαπάνη για συντάξεις, ως ποσοστό του ΑΕΠ, από όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δαπανούμε το 17,7% του ΑΕΠ για συντάξεις ενώ η μέσος όρος στην ΕΕ είναι 13%. Μια αναλυτική ακτινογραφία του ασφαλιστικού ζητήματος εδώ.

Κάθε χρόνο, για να μπορεί το κράτος να δίνει συντάξεις, οι πολίτες μέσω της φορολογίας και οι ασφαλισμένοι με τις εισφορές τους συγκεντρώνουν τα 28 δισ. ευρώ συνολικής συνταξιοδοτικής δαπάνης. Οι υπέρογκες ασφαλιστικές εισφορές -που δεν θα γίνουν ανάλογες συντάξεις όταν έρθει η ώρα- έχουν καταντήσει μια μορφή επιπλέον φορολογίας.

Η αυξημένη δημόσια δαπάνη για τις συντάξεις ήταν μια από τις κύριες αιτίες της χρεοκοπίας. Από το 2000 έως το 2014  το κράτος έδωσε στα ταμεία 169 δισ. ευρώ, το μισό δημόσιο χρέος. Όμως παρά τα μεγάλα ποσά που δαπανήθηκαν οι αδικίες ήταν εξωφρενικές. Στο τέλος του 2008, 6 στους 10 συνταξιούχους (πλην ΟΓΑ) έπαιρναν κύρια σύνταξη κάτω από 600 ευρώ και 3 στους 10 κάτω από 450.

Οι αδικίες συνεχίζονται και σήμερα, αφού συνταξιούχοι σε παραγωγικές ηλικίες με λιγότερα χρόνια δουλειάς και ασφάλισης απολαμβάνουν μεγαλύτερες συντάξεις σε σχέση με τους ηλικιωμένους συνταξιούχους. Η μέση σύνταξη (στοιχεία Φεβρουαρίου 2017, Ναυτεμπορική 30/5/17) για συνταξιούχους 56 έως 60 ετών ήταν 1075 ευρώ, ενώ για εκείνους ηλικίας 81 έως 85 ετών ήταν 745.

Το ελληνικό κράτος μαζί με την εξυπηρέτηση του χρέους, που όπως είδαμε σε πολύ μεγάλο μέρος οφείλεται στην αυξημένη συνταξιοδοτική δαπάνη, έχει αναλάβει την υποχρέωση να πληρώνει συντάξεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ τις επόμενες δεκαετίες. Ο τεράστιος αριθμός ατόμων που βγήκαν στη σύνταξη σε μικρή ηλικία και η επιδείνωση των δημογραφικών στοιχείων θα συσσωρευόσουν ασήκωτα βάρη στους εργαζόμενους και στις επιχειρήσεις.

Μια λύση είναι  να συνεχίσουμε με αυξημένους φόρους και ασφαλιστικές εισφορές. Έτσι όμως γίνεται δυσκολότερη η προσέλκυση επενδύσεων που θα μείωναν την ανεργία και θα έφερναν έσοδα στα ασφαλιστικά ταμεία και φόρους στο κράτος. Με το να κρατάμε την φορολογία και τις εισφορές ψηλά για να συνεχίσουμε να δίνουμε σε ορισμένους προνομιακές συντάξεις -τις οποίες εξασφάλισαν στο πλαίσιο του πελατειακού συστήματος- επιμένουμε σε κάτι μη βιώσιμο.

Χωρίς επενδύσεις και ανταγωνιστική παραγωγική οικονομία καταστρέφουμε το μέλλον και των εργαζομένων, αλλά και μεγάλου μέρους των συνταξιούχων. Γιατί αν η οικονομία συνεχίσει να σέρνεται, οι μειώσεις των συντάξεων θα είναι συνεχείς και αναπόφευκτες.

Οι δανειστές μας υποχρέωσαν να μειώσουμε τη συνταξιοδοτική δαπάνη, το πώς θα το κάνουμε έμεινε σε εμάς. Και εμείς το κάναμε με τον χειρότερο τρόπο. Αντί να θεσπιστούν ενιαία κριτήρια για όλους, μειώθηκαν δραστικά οι συντάξεις όσων θα έβγαιναν στη σύνταξη μετά τον νέο νόμο και διατηρήθηκαν οι παλιές με την θέσπιση της προσωπικής διαφοράς.

Κυβέρνηση και αντιπολίτευση λένε τώρα ότι δεν θέλουν τη μείωση των συντάξεων, αλλά δεν λένε τίποτε για τις ήδη μειωμένες συντάξεις του νόμου Κατρούγκαλου. Το σύστημα εξουσίας του ΣΥΡΙΖΑ επινόησε την είδηση ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης ζήτησε από τους Γερμανούς να επιμείνουν στη μείωση των συντάξεων. Από όλο τον ευρωπαϊκό Τύπο μόνο η «Εφημερίδα των συντακτών» και η «Αυγή» είχαν την «αποκλειστική» είδηση.

Το εντυπωσιακό δεν είναι η, συνηθισμένη πια, παραγωγή ψευδών ειδήσεων, αλλά η αντίδραση της Νέας Δημοκρατίας. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατέθεσε πρόταση νόμου για την αναστολή της περικοπής τον συντάξεων. Το ίδιο έκανε και το Κίνημα Αλλαγής.

Πιστεύουν τα δύο αυτά κόμματα ότι πρέπει να παραμείνουν συνταξιούχοι δύο ταχυτήτων και να γλυτώσουν τις περικοπές μόνο οι παλιοί συνταξιούχοι; Αν το κράτος μπορεί να πληρώνει τις συντάξεις, γιατί να μην ευνοηθούν και όσοι βγήκαν στη σύνταξη μετά τον νόμο Κατρούγκαλου;

Επίσης, πιστεύουν τα δύο κόμματα της αντιπολίτευσης ότι μπορεί η Ελλάδα να προχωρήσει μονομερώς σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα χωρίς να έρθει σε συνεννόηση με τους εταίρους; Μια τέτοια ενέργεια θα ήταν χωρίς συνέπειες για την ελληνική προσπάθεια ανάκαμψης;

Ένας από τους λόγους που η ελληνική κρίση έγινε ατελείωτη είναι ότι πολιτικοί και μέσα ενημέρωσης, με ελάχιστες εξαιρέσεις, απέφυγαν να πουν την αλήθεια  στους πολίτες. Πάντα υπήρχαν εύκολες λύσεις, μόνο που στο τέλος αποδεικνύονταν καταστροφικές. Τόσα συνέβησαν κι όμως η νοοτροπία της χρεοκοπίας παραμένει ζωντανή.

ΑΠΟ ΤΗΝ  ATHENS VOICE