
Του Ιωάννη Δαμίγου
“Γυμνασιόπαιδο τότε, δεν ήξερα, ούτε καν περνούσε από την σκέψη μου, πως εκεί κάπου κρυμμένα, ανάμεσα στις φωνές, το ξύλο και το αίμα, υπήρχαν γραμμάτια”. Είχα γράψει κάποτε, απογοητευμένος από όσα καπηλεύτηκαν στην συνέχεια των ιστορικών γεγονότων της εξέγερσης των φοιτητών, κάποιοι λίγοι ίσως επιτήδειοι. Που όμως, αυτοί οι λίγοι δαύτοι και καπάτσοι, ως καιροσκόποι πρωταγωνιστές κάποτε, λέκιασαν αργότερα ανεξίτηλα το αυθόρμητο και αληθινό λαϊκό ξέσπασμα ενάντια στην καταπίεση.
Διάβασα μετά πολλά και διάφορα, για εκείνη την δύσκολη και σημαντική περίοδο, που έμελλε να ζήσω όλως τυχαίως από κοντά είναι η αλήθεια, μια και το οίκημα που στεγαζόταν το γυμνάσιο που φοιτούσα, βρισκόταν λίγες εκατοντάδες μέτρα, από το επίκεντρο εκείνων των ημερών, το Πολυτεχνείο. Εκτός αυτού, είχα την καλή τύχη φίλος και συμμαθητής μου, να ήταν αυτός που είχε ενεργή συμμετοχή στα τότε πολιτικά δρώμενα και συνέβαλε ως προς στην σαφή και πραγματική εικόνα, περί των πραγμάτων, που κατείχα. Ο συμμαθητής μου, που παρέμεινε εντός και που με έστειλε η μητέρα του από τα κάγκελα, να τον παρακαλέσω να βγει έξω. Θυμάμαι ακόμα την αγωνιώδη έκφραση του προσώπου της, καθώς γνώριζε εκ των προτέρων η κυρία Ζωγραφούλα την αρνητική απάντηση του παιδιού της. Ένα περιστατικό που θυμάμαι, σαν να το ζω σήμερα, ήταν η ερώτηση του αγαπημένου καθηγητή, αν γνωρίζαμε σαν μαθητές, γιατί ακούγονταν οι φωνές και γιατί αγωνίζονταν αυτοί οι φοιτητές; Όπως θυμάμαι και τα χαμηλωμένα κεφάλια μας, όχι όλων, ως απόκριση. Αυτά της μνήμης και άλλα πολλά, χωρίς εκούσια να υπεισέρχομαι σε εξηγήσεις, αναλύσεις και ερμηνείες, καθώς κρατώ την προσωπική μου εκδοχή, αυτή του αυτόπτη μάρτυρα, που είδε, έπαθε και ένοιωσε πολλά, εκ του συστάδην.
Επίλογο, διάλεξα το σημερινό και τελευταίο που έγραψα, πριν την σιωπή που επιλέγω για τις επετειακές ημέρες:
Νομική – Πολυτεχνείο. Που πήγαν τα νιάτα μου, φίλε και συμμαθητή μου Χριστόφορε; Τόση αγωνία, τόσος κόπος και χαμένα μπουμπούκια που δεν άνθισαν. Για μια νοθεία, ένα νέρωμα, βρε Φόρη; “Έξω οι Αμερικάνοι”, “Έξω το ΝΑΤΟ”, φωνάζαμε και γράφαμε στους δρόμους, στους ίδιους δρόμους, που τα ψηλοτάκουνα της Κίμπερλι βολτάρουν τώρα. Που καθημερινά, απαγορεύονται προσβάσεις σε χώρους και κλειστούς σταθμούς, σε έναν λαό που όχλος κατάντησε και κοιτά όπως πάντα από ασφαλή απόσταση. Με ίδιον, κάτι να αρχίζει όμορφο με πόνο και πάντα να τελειώνει στο ύπουλα χείριστο. Φίλε μου και συμμαθητή μου Χριστόφορε, κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες σιωπώ. Σιωπώ από ευθύνη, από ντροπή. Σιωπώ στην μνήμη, που μέλλον δεν μπόρεσε. Σιωπώ, εμπρός στις “μάνες με το κάρβουνο στα μάτια” Φόρη, φίλε και συμμαθητή μου.
