Οικονομική πολιτική με σύνθημα «Πωλείται η Ελλάς». Χειραγώγηση της κοινωνίας, δημιουργία αυταρχικού -προσωποπαγούς!- κράτους και φαινόμενα… «κονόμα να φύγουμε»

Του Γ. Λακόπουλου

 Αν με κάτι αρχίζει να μοιάζει η κυβέρνηση του  Κυριάκου Μητσοτάκη -και του αφανούς εταίρου του Βαγγέλη Βενιζέλου- είναι η κυβέρνηση του Κώστα Μητσοτάκη.

Η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων που είχε προκρίνει ο πατέρας του σημερινού Πρωθυπουργού εξελίχθηκε σε άτακτη -και σκανδαλώδη,  εκποίηση της δημόσιας περιουσίας -που ανάγκασε τον Ανδρέα Παπανδρέου να πει στη Βουλή: «Πωλείται  η Ελλάς».

Στα όργανα του ΠΑΣΟΚ είπε: «Ο Μητσοτάκης όχι μόνο μπορεί να πουλήσει την Ακρόπολη, αλλά θα τη δώσει σε τιμή ευκαιρίας».

Το θυμήθηκαν όσοι άκουσαν πρόσφατα σημερινό  υπουργό να λέει χωρίς ενδοιασμό: «Πουλάμε τα πάντα».

Όσοι βλέπουν την μεγάλη εικόνα διακρίνουν ότι μέσα σε έξι μήνες η Ελλάδα δεν είναι η χώρα που ξέραμε.

Το μοντέλο διακυβέρνησης Μητσοτάκη διχάζει το λαό και επενδύει στον μονοκομματισμό, επιχειρεί να διαμορφώσει κοινωνία σε ακινησία- με  άσκηση συνταγματικών δικαιωμάτων κατόπιν αδείας. Καταργεί  συλλογικά κεκτημένα με ταξικά κριτήρια και  πολιτεύεται με αυταρχισμό και μοχλό την αστυνομία.

Πολλοί φοβούνται ότι αυτή η πολιτική οδηγεί σε έναν ιδιότυπο προσωποπαγή καθεστωτισμό που μοιάζει περισσότερο με τον Ορμπάν, τον Πούτιν και τον Ερντογάν, παρά με τις δυτικές δημοκρατίες.

Προς το παρόν ο Πρωθυπουργός εμφανίζεται ευδιάθετος για την «αποδοχή»  της πολιτικής του, επικαλούμενες αμφίβολης εγκυρότητας δημοσκοπήσεις.  Αλλά ως τώρα ό,τι ευχάριστο είχε να πει βασίσθηκε στον προϋπολογισμό του προκατόχου του.

Οι δικές του υποσχέσεις είτε παραπέμπονται στο μέλλον, είτε ακυρώνονται. Παραδείγματα: η εισφορά αλληλεγγύης και η αύξηση του βασικού μισθού- με το επιχείρημα ότι αυξήθηκε ήδη από τον… ΣΥΡΙΖΑ.

Η εξουσία του Ενός

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ο πρώτος πρωθυπουργός που παρέλαβε διαχειρίσιμη οικονομία, αλλά δεν προτίθεται να ακολουθήσει πολιτική επιστροφής στην ευημερία των πολλών.

Ευνοεί σκανδαλωδώς τους λίγους και σε μερικές περιπτώσεις πρόκειται για σκάνδαλα με ονοματεπώνυμα. Π.χ. οι ερευνώμενοι από τη Δικαιοσύνη για μαύρο χρήμα -που έχουν πλέον στη διάθεσή τους τους λογαριασμούς τους- και οι μιντιάρχες που δεν υποχρεούνται σε «πόθεν έσχες».

Την κυβερνητική πολιτική διαπερνά μια διπλή και εν μέρει αντιφατική θεωρία. Στη μια πλευρά υπάρχει η απόλυτη κομματικοποίηση του δημοσίου,  μέσω του μηχανισμού του «επιτελικού κράτους», που οδηγεί στην εξουσία του ενός προσώπου.

 Όλα πλέον πηγάζουν από τον Πρωθυπουργό και εκεί καταλήγουν. Οι  υπουργοί αντιμετωπίζονται σαν υπάλληλοι υπό την εποπτεία μετακλητών υπάλληλων του Μεγάρου Μαξίμου, όπου συγγενής του Πρωθυπουργού κινεί όλα τα νήματα.

 Ακόμη και η σύζυγος του Κυριάκου Μητσοτάκη- πέρα από τη φημολογούμενη επιρροή της- εμφανίζεται με ασυνήθιστη συχνότητα στο προσκήνιο. Τα  φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ προβάλλουν την εταιρεία της και της αποδίδουν τον τίτλο τη πρώτης κυρίας που δεν υπάρχει στην Ελλάδα και μέχρι σήμερα μόνο η Μαργαρίτα Παπανδρέου είχε διεκδικήσει.

Η μανία των ιδιωτικοποιήσεων

 Είναι φανερή η ανάδυση ενός οικογενειακού μηχανισμού με καθεστωτικά χαρακτηριστικά, έτσι όπως τον απέδωσε η μνημειώδης φράση του Πρωθυπουργού στη Βουλή: «Έχω να κυβερνήσω μια χώρα». Μια διατύπωση που παραβλέπει ότι η χώρα δεν κυβερνάται από ένα πρόσωπο, αλλά από ένα πλέγμα θεσμών και νόμων.

 Στην άλλη πλευρά της  κυβερνητικής πολιτικής υπάρχει η μανία των ιδιωτικοποιήσεων με τη θεωρητική υποστήριξη ότι οδηγεί σε ανάπτυξη.  Οτιδήποτε συνιστά δημόσια περιουσία, κρατική δραστηριότητα, υπηρεσία κοινής ωφέλειας πρέπει να περάσει σε ιδιώτες- πέρα από τις συμφωνημένες μνημονιακές υποχρεώσεις.

Ωστόσο νέοι αξιόπιστοι επενδυτές δεν φαίνονται. Η σημερινή κυβέρνηση συζητεί με όσους συζητούσε και η προηγούμενη και σε καμιά περίπτωση    δεν έρχεται ζεστό χρήμα στη  χώρα.

Η ίδια η κυβέρνηση  περιορίζει τις αναπτυξιακές προοπτικές στο 2% και στηρίζει τις ελπίδες της στο τουρισμό και την αναθέρμανση της οικοδομής. Το πρώτο τελεί υπό την απειλή κλιμάκωσης της ελληνοτουρκικής κρίσης και το δεύτερο  ενδιαφέρει  κυρίως τις τράπεζες και επωάζει νέο κύμα φοροδιαφυγής. Σε κάθε περίπτωση αυτά δεν απογειώνουν την ανάπτυξη.

Παρόλα αυτά ο Πρωθυπουργός επιμένει ότι υλοποιεί τις υποσχέσεις του για επενδύσεις και για «πολλές και καλοπληρωμένες δουλειές», που ως τώρα απολαμβάνει μόνο ο στρατός των ημέτερων που κατέλαβαν το κράτος.

Η κυβερνητική γενναιοδωρία εξαντλείται στις υποσχέσεις μείωσης φόρων, η οποία έτσι κι αλλιώς τελεί υπό την αίρεση εκτέλεσης του προϋπολογισμού και κάποιες παραδοχές που δεν είναι σίγουρο ότι θα επαληθευτούν.

Π.χ. ο κομπασμός  ότι με τη νέα κυβέρνηση η Ελλάδα δανείζεται φτηνά,  ιδιοποιείται τη δυναμική που παρέλαβε και κρύβει την ευνοϊκή συγκυρία των επιτοκίων που ήδη αναστρέφεται.

«Κονόμα να φύγουμε»

Προκειμένου να απομακρύνει από την επικαιρότητα τις δυσάρεστες  προοπτικές -επειδή σχεδιάζει πρόωρες εκλογές- η κυβέρνηση αξιοποιεί  την κυριαρχία στην ενημέρωση, που της εξασφαλίζουν ακόμη οι μιντιάρχες που την ανέδειξαν.

Για αποπροσανατολισμό οργανώνει αστυνομικές επιχειρήσεις για δευτερεύουσας σημασίας θέματα, στις οποίες κυριαρχεί η βία και η παραβίαση στοιχειωδών δικαιωμάτων των πολιτών.  

Αυτό σε συνδυασμό με την επιθετική στάση της στους μετανάστες συντηρεί τα κατώτερα αισθήματα της κοινωνίας και ενισχύει την ακροδεξιά  πτέρυγα της ΝΔ στο κόμμα και τη Βουλή. Με την προσδοκία να διασκεδάσει  τις αντιδράσεις όσων δηλώνουν ήδη ότι εξαπατήθηκαν, τουλάχιστον μέχρι τις πρόωρες εκλογές που σχεδιάζονται εντός του 2020.

Αυτό το μείγμα πολιτικής με τις τυφλές ιδιωτικοποιήσεις, τον υδροκεφαλισμό της εξουσίας και την αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων με την αστυνομική πυγμή έχει παρενέργειες. Ήδη διαμορφώνει συνθήκες νομιμοποίησης της μισαλλοδοξίας και προετοιμάζει το έδαφος για την εμφάνιση νέας Χρυσής Αυγής. 

Ταυτόχρονα οδηγεί στην εποχή της διαφθοράς και της ασυδοσίας καθώς  έρχονται οι πρώτες πληροφορίες για κυοφορούμενα σκάνδαλα. Αεριτζήδες της οικονομίας, καθεστωτικοί παράγοντες και τυχοδιωκτικά στοιχεία που  συνέβαλαν στη επικράτηση Μητσοτάκη προσβλέπουν ξανά στο δημόσιο  χρήμα και το σλόγκαν που κυκλοφορεί στην πιάτσα είναι: «Κονόμα να φύγουμε».