Σκέψεις για το νέο κόμμα

Του Απόστολου Λουλουδάκη

Η ενδεχόμενη δρομολόγηση ενός πολιτικού εγχειρήματος από την πρόεδρο του συλλόγου Ατόμων Πληγέντων Δυστυχήματος Τεμπών δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στην ήδη κορεσμένη ελληνική πολιτική σκηνή. Αντιθέτως, δύναται να λειτουργήσει ως καταλύτης για μια βαθύτερη αναδιάταξη των πολιτικών και κοινωνικών συσχετισμών, ακριβώς επειδή δεν προέρχεται από το εσωτερικό του καθιερωμένου κομματικού μηχανισμού, αλλά από το τραύμα, τη μνήμη και τη συλλογική αγανάκτηση. Σε μια χώρα όπου η πολιτική έχει συχνά αποκοπεί από το βίωμα και την κοινωνική εμπειρία, η είσοδος ενός τέτοιου υποκειμένου διαταράσσει τις συνήθεις κανονικότητες.

Η τραγωδία των Τεμπών δεν ήταν ένα «ατύχημα» με τη στενή έννοια του όρου. Ήταν το αποτέλεσμα μιας μακράς αλυσίδας θεσμικών παραλείψεων, διοικητικής ανεπάρκειας και πολιτικής αδιαφορίας. Η αποτυχία δεν περιορίζεται σε μεμονωμένα πρόσωπα ή σε ένα υπουργικό χαρτοφυλάκιο· αφορά ένα ολόκληρο μοντέλο διακυβέρνησης, στο οποίο η ευθύνη διαχέεται, η λογοδοσία εξαφανίζεται και η διαχείριση των δημόσιων πόρων υποτάσσεται σε πελατειακές ισορροπίες. Το γεγονός ότι οι οικογένειες των θυμάτων χρειάστηκε να αναλάβουν τον ρόλο του θεσμικού ελεγκτή αποκαλύπτει το βάθος της κρίσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική εκπροσώπηση των θυμάτων δεν είναι μια πράξη φιλοδοξίας, αλλά μια πράξη αμφισβήτησης. Αμφισβητεί την ιδέα ότι η πολιτική ανήκει αποκλειστικά σε επαγγελματίες, σε κομματικά στελέχη που εναλλάσσονται σε θέσεις εξουσίας χωρίς ουσιαστική επαφή με τις συνέπειες των αποφάσεών τους. Αμφισβητεί επίσης την κυρίαρχη αφήγηση ότι «όλοι φταίνε, άρα κανείς δεν φταίει», μια αφήγηση που λειτουργεί ως μηχανισμός αμνήστευσης του συστήματος.

Τα λεγόμενα συστημικά κόμματα, ανεξαρτήτως ιδεολογικού προσήμου, έχουν διαμορφώσει τα τελευταία χρόνια έναν ιδιότυπο συνασπισμό διαχείρισης. Διαφωνούν ρητορικά, συγκρούονται επικοινωνιακά, αλλά συγκλίνουν στη βασική παραδοχή ότι το υπάρχον πλαίσιο δεν μπορεί –ή δεν πρέπει– να αμφισβητηθεί ριζικά. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, σε αυτό το σχήμα, παρουσιάζεται είτε ως αναπόφευκτος μονόδρομος είτε ως άλλοθι: όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά, η επιτυχία πιστώνεται στην «ευρωπαϊκή πορεία», όταν πηγαίνουν άσχημα, η ευθύνη μεταφέρεται στις «δεσμεύσεις των Βρυξελλών».

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η ΕΕ δεν είναι ένας εξωτερικός δυνάστης που επιβάλλει πολιτικές σε παθητικά κράτη-μέλη. Είναι ένα πεδίο διαπραγμάτευσης, στο οποίο οι εθνικές ελίτ συμμετέχουν ενεργά, συχνά προς όφελος των δικών τους δικτύων ισχύος. Η αποτυχία απορρόφησης και ορθολογικής διαχείρισης των ευρωπαϊκών πόρων στην Ελλάδα δεν οφείλεται μόνο σε γραφειοκρατικές δυσκολίες, αλλά σε μια συστηματική επιλογή κατακερματισμού, αναθέσεων χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό και έργων που εξυπηρετούν πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη.

Η διαφθορά, σε αυτή τη συνθήκη, δεν είναι απλώς ηθικό πρόβλημα. Είναι δομικό χαρακτηριστικό ενός συστήματος που λειτουργεί χωρίς μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Δεν εκφράζεται μόνο με μίζες και σκάνδαλα, αλλά με την κανονικοποίηση της ανικανότητας: με έργα που δεν ολοκληρώνονται, με υποδομές που λειτουργούν οριακά, με θεσμούς που υπάρχουν στα χαρτιά. Η τραγωδία των Τεμπών κατέδειξε με ωμό τρόπο πώς αυτή η κανονικοποιημένη ανεπάρκεια μπορεί να γίνει θανατηφόρα.

Μέσα σε αυτό το τοπίο, η πιθανή πολιτική συγκρότηση γύρω από την πρόεδρο των θυμάτων δεν θα κριθεί μόνο από τις προθέσεις της, αλλά από τη δυνατότητά της να αρθρώσει ένα συνεκτικό αφήγημα. Όχι ένα αφήγημα ηθικής ανωτερότητας, αλλά ένα πρόγραμμα θεσμικής ανασυγκρότησης. Το ζητούμενο δεν είναι η αντικατάσταση των «κακών» πολιτικών με «καλούς» ανθρώπους, αλλά η ανατροπή των όρων που επιτρέπουν στη διαφθορά και την ανικανότητα να αναπαράγονται.

Ιστορικά, τέτοιες πρωτοβουλίες αντιμετωπίζουν δύο βασικούς κινδύνους. Ο πρώτος είναι η ενσωμάτωση: η σταδιακή απορρόφηση από το υπάρχον σύστημα, μέσω συμμαχιών, συμβιβασμών και θεσμικών πιέσεων. Ο δεύτερος είναι η περιθωριοποίηση: η απόρριψη ως «μονοθεματική», «συναισθηματική» ή «ανώριμη πολιτικά». Και οι δύο κίνδυνοι είναι υπαρκτοί, και η υπέρβασή τους απαιτεί πολιτική ωριμότητα και συλλογική οργάνωση.

Η ανασύνταξη των πολιτικών δυνάμεων δεν μπορεί να προκύψει μόνο από την αγανάκτηση. Χρειάζεται κοινωνική συμμαχία. Οι οικογένειες των θυμάτων έχουν ήδη κερδίσει κάτι σπάνιο: την ηθική νομιμοποίηση. Το ερώτημα είναι αν αυτή η νομιμοποίηση μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό κεφάλαιο χωρίς να αλλοιωθεί. Αν μπορεί να συνδεθεί με τα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα που βιώνουν την επισφάλεια, την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και την απουσία προοπτικής.

Σε μια Ελλάδα που γερνά δημογραφικά και φτωχαίνει κοινωνικά, η κρίση εκπροσώπησης είναι βαθιά. Οι νέοι είτε απέχουν είτε μεταναστεύουν, οι εργαζόμενοι αισθάνονται αόρατοι και οι θεσμοί μοιάζουν απόμακροι. Η πολιτική έχει μετατραπεί σε διαχείριση επικοινωνίας, όχι σε πεδίο συλλογικής απόφασης. Σε αυτό το κενό, κάθε αυθεντική φωνή έχει τη δυνατότητα να ακουστεί – αλλά και τον κίνδυνο να εργαλειοποιηθεί.

Η ανάγκη για μια διαφορετική πολιτική προσέγγιση δεν αφορά τα πρόσωπα, αλλά τους μηχανισμούς. Η ελληνική δημόσια συζήτηση οφείλει να μετακινηθεί από την προσωποποίηση της ευθύνης στην ανάλυση των δομών εξουσίας που παράγουν συστηματικά τα ίδια αποτελέσματα. Ποιος αποφασίζει και με ποιες θεσμικές δικλίδες; Ποια κριτήρια καθορίζουν την κατανομή πόρων και αρμοδιοτήτων; Ποιος ελέγχει τον ελεγκτή σε ένα κράτος όπου η λογοδοσία συχνά εξαντλείται σε επικοινωνιακές τελετουργίες; Χωρίς την επαναφορά αυτών των ερωτημάτων στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, κάθε νέα πρωτοβουλία –όσο ειλικρινής κι αν είναι– κινδυνεύει να αναπαράγει τα ίδια αδιέξοδα που υποτίθεται ότι έρχεται να υπερβεί.

Η τραγωδία των Τεμπών μπορεί να ιδωθεί ως ένα σημείο καμπής. Όχι γιατί από μόνη της θα αλλάξει τα πάντα, αλλά γιατί αποκάλυψε με αδιαμφισβήτητο τρόπο το κόστος της θεσμικής παρακμής. Αν η πολιτική πρωτοβουλία των θυμάτων καταφέρει να μετατρέψει το πένθος σε πρόταση, τη μνήμη σε πρόγραμμα και την οργή σε συλλογική δράση, τότε ίσως πράγματι να ανοίξει έναν νέο κύκλο.

Το αν αυτός ο κύκλος θα οδηγήσει σε ουσιαστική ανασύνταξη ή σε μια ακόμη απογοήτευση, θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τους πρωταγωνιστές, αλλά από την κοινωνία στο σύνολό της. Διότι, τελικά, η διαφθορά και η ανικανότητα δεν είναι εξωτερικά φαινόμενα· είναι σχέσεις. Και οι σχέσεις αυτές μπορούν να αλλάξουν μόνο όταν αμφισβητηθούν συλλογικά.