Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Σταύρος Ψυχάρης: Aποχαιρετισμός στα όπλα

Toυ Γ. Λακόπουλου

Ο Σταύρος Ψυχάρης είναι ιστορικό πρόσωπο της ελληνικής δημοσιογραφίας -μόλις στα 72 χρόνια του. Η σταδιοδρομία του συνδέει τις διαφορετικές εποχές και αποτυπώνει τις εξελίξεις και στη δημοσιογραφία και στην πολιτική. Από την προδικτατορική «Δημοκρατική Αλλαγή» ως το σημερινό «Βήμα»,  τα «Νέα» και το in.gr.

Γι’ αυτό και το αποχαιρετιστήριο  άρθρο του στο  «Βήμα» είναι ιστορικό. Η 9η  Απριλίου 2017, εγγράφεται ως η μέρα που έκλεισε ένας κύκλος όχι μόνο για έναν αυτοδημιούργητο δημοσιογράφο, εκδότη- και  καναλάρχη-αλλά και για τα ελληνικά ΜΜΕ. Χωρίς τον Ψυχάρη θα είναι αλλιώς ο Τύπος .

Από το άρθρο, γραμμένο με προφανή συγκινησιακή φόρτιση, προκύπτει ένας συντετριμμένος  άνθρωπος, που παραμένει υπερήφανος, ευτυχής και πλήρης για τη διαδρομή του, αλλά και αισιόδοξος, παρότι -μέρες που είναι -σηκώνει το «σταυρό του μαρτυρίου του».

Το πρώτο που μπορεί να σκεφθεί κάνεις  είναι «άλλους έσωσε, εαυτόν ου δύναται σώσαι».  Αυτό το άρθρο θα έκανε παλιότερα κυβερνήσεις να τρίζουν και πολιτικούς να χάνουν τον ύπνο τους. Όχι μόνο αντιπάλους , αλλά και φίλους.

Π.χ. όσοι ήταν τότε στα πράγματα ξέρουν τον πανικό στην κυβέρνηση Σημίτη, όταν αυτό το άρθρο υπενθύμισε το ανέκδοτο με τις τρεις επιστολές.  Όλοι θυμούνται την αναστάτωση στο ΠΑΟΚ με το χρησμό «διάδοχος του Ανδρέα Παπανδρέου θα είναι ο Έβερτ» -που έκανε τους  πράσινους δελφίνους να ψάχνονται.

Ο Ψυχάρης υπήρξε κορυφαίος πολιτικός συντάκτης – μέσα τους 3-4 καλύτερους της γενιάς του. Έχει επίσης και δυο επιτυχημένα βιβλία για το παρασκήνιο της Μεταπολίτευσης. Στο συρτάρι του βρίσκεται έτοιμο προς έκδοση -όπου διαρκώς αναβάλλεται  εδώ και πολλά χρόνια -ένα ακόμη βιβλίο με μια πολύωρη αποκαλυπτική συνομιλία του με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Υπήρξε σταθερός συνομιλητής του, όπως υπήρξε  συνομιλητής με διακυμάνσεις και του -κουμπάρου του- Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά και της Αριστεράς, λόγω οικογενειακής καταγωγής.

Στον Ελληνικό Τύπο και το δημόσιο βίο μεσουράνησε ως διευθυντής ου Βήματος – ένα πολυετές στάδιο του βίου του που άρχισε το 1983 και τέμνει τις  ιδιότητες του δημοσιογράφου και του εκδότη.  Με αυτό το ρόλο υπήρξε  τολμηρός αναμορφωτής του ελληνικού Τύπου. «Πήγα τη δημοσιογραφία  δέκα χρόνια μπροστά» έλεγε με αυτάρεσκη αστειότητα, αλλά και σοβαρότητα.

Πράγματι την πήγε. Δημιούργησε  την πρώτη εφημερίδα στην Ελλάδα με μεγάλη -πρωταθλητική -κυκλοφορία και υψηλή εγκυρότητα. Ή αλλιώς, εκτίναξε την κυκλοφορία του «Βήματος» χωρίς να αφαιρέσει τίποτε από την εγκυρότητά του. Με τον Λέοντα Καραπαναγιώτη, ιστορικό διευθυντή στα «Νέα», αποτελούσαν το καλύτερο δίδυμο όλων των εποχών σε εκδοτικό συγκρότημα-  και του ΔΟΛ βεβαίως.

Κυρίως όμως ο μελετητής  του Τύπου θα αναγνωρίσει στον Ψυχάρη ότι ανέδειξε μια νέα γενιά δημοσιογράφων τους οποίους εκπαίδευσε ο ίδιος. Πολλοί από αυτούς έφτασαν την κορυφή, βραβεύθηκαν και παίζουν πάντα ρόλο στην ενημέρωση, όχι όλοι απαραιτήτως θετικό πλέον.  Όμως «ήταν όλοι τους παιδιά του» και του το αναγνωρίζουν. Ενίοτε εμπράκτως.

Π.χ. ο Παν. Λάμψιας αποχώρησε από το «Βήμα» με το  μεγάλο  κύμα αποχωρήσεων -που έχει δημιουργήσει η προοπτική να αναλάβουν διευθυντικούς  συγκεκριμένα πρόσωπα -αλλά επέστρεψε αυτοβούλως  όταν το καράβι βρίσκονταν το μάτι του κυκλώνα για να  συνδράμει  και ο Ψυχάρης τον αντάμειψέ με την -τιμητική -θέση του Διευθυντή των «Νέων». Ο Γ. Παπαχρήστος, που κρατούσε μια εφημερίδα μόνος του, εξάντλησε κάθε περιθώριο επαγγελματικής συνέπειας  απέναντί του.

Άλλοι απλώς τον χρησιμοποίησαν ή και  τον χειραγώγησαν.  Τον Ψυχάρη;  Παράδοξο, αλλά αληθές.  Κατά κάποιο τρόπο μοιάζει με τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος όταν φυσική αντοχή του υποχώρησε και περιήλθε σε αδυναμία, ήταν υποχρεωμένος να ηγείται μέσω τρίτων -που δεν ήταν και οι πλέον κατάλληλοι. Αλλά αυτό είναι  άλλη ιστορία.

Αν είχε μείνει διευθυντής

Για επιστρέψουμε στο θέμα, ο Ψυχάρης ήταν «δημοσιογραφοπατέρας». Ακόμη και πίσω από τη σιδηρά διεύθυνση του «Βήματος» υπήρχε το ανθρώπινο ενδιαφέρον για τους συντάκτες τους, η έμπρακτη κάλυψη των αναγκών τους και η παροχή συμβουλών,-έστω και με ύφος που τους τρόμαζε- αλλά ‘ετσι έκανε και με τους οικείους του.  Πολλοί ίσως παραξενεύουν αν ακούσουν ότι σπανίως απέλυε και όταν το έκανε -για σοβαρούς λόγους- του κόστιζε.

Η ιστορία δεν γράφεται με υποθέσεις,  αλλά αν ο Ψυχάρης  παρέμενε διευθυντής του «Βήματος» και δεν έπαιρνε το ρίσκο να ικανοποιήσει τη φιλοδοξία του μιντιάρχη, πολλά πράγματα θα ήταν διαφορετικά για τον ίδιο, τον ΔΟΛ και τα ΜΜΕ εν γένει. Ίσως πολλά θα ήταν διαφορετικά και για το δημόσιο βίο.

Ως διευθυντής του «Βήματος» υπήρξε πανίσχυρος. Στρατιές πολιτικών και οικονομικών παραγόντων επιδίωκαν την εύνοιά του και ήταν διατεθειμένοι να καταβάλουν ακόμη και το κόστος της προσωπικής υποταγής τους- ποικιλοτρόπως- για να τους προβάλει, να τους αναδείξει, ή εν πάση περιπτώσει να μην είναι απέναντί τους.  Υπάρχουν αμέτρητες ιστορίες που συμπεριλαμβάνουν ακόμη και ….πρωθυπουργούς εν ενεργεία.

Ως εκδότης όμως, χωρίς να το αντιληφθεί πάρα μόνο όταν άρχισε να το υφίσταται, υπονόμευσε τον εαυτό του, την ισχύ του και το ρόλο του,  καθώς μετατράπηκε σε υπηρέτη του επιτεύγματός του. Ήταν αναγκασμένος να υποτάσσεται στους  τρόπους και τους μηχανισμούς ανάπτυξής και επιβίωσης του ΔΟΛ – χωρίς το το καταφέρει στο τέλος.

Το δόγμα του «δέχομαι αιτήματα, δεν υποβάλω» συνετρίβη όταν μπήκε σε γραφεία εξουσίας από την πίσω πόρτα  και  όταν προσήλθε σε συναντήσεις με τους εν δυνάμει ισχυρούς της πολιτικής  από το ασανσέρ του υπογείου.  Ήταν πλέον ο επισπεύδων, όχι  αυτός που βάζει τους  όρους.

Ο μύθος του ανίκητου μάνατζερ  άρχισε να υποχωρεί.  Ίσως για τους ίδιους λόγους που απέδιδε κάποτε ο  ίδιος στον Παπανδρέου, όταν μιλούσε για τους αντιπάλους του: «Αν δεν είχε πρόβλημα υγείας, ήθελε ένα φορτηγό από αυτούς»…

Ο Ψυχάρης μπορεί να  ήθελε και δυο. Αλλά η κλονισμένη υγεία του, τα λάθη στο μάνατζμεντ  και οι υπερβολές ισχύος, κλόνισαν την δεσπόζουσα θέση του στο σταυροδρόμι που η δημοσιογραφία συναντάει την πολιτική. Απλώς όσο ζούσε ο Λαμπράκης αυτό  δεν φαινόταν.

Μετά εισέπραξε το κόστος για κάποιες επιλογές, όπως η αναίτια σύγκρουση με τον νεότερο Καραμανλή που επέλεξε ο ίδιος και η σύγκρουση με τον Γ. Παπανδρέου στην οποία οδηγήθηκε από συνεργάτες του –που πήραν στο λαιμό τους και τον Βενιζέλο ταυτόχρονα.  Η «Ντόλυ» και  το «Παραιτηθείτε κύριε πρόεδρε»- άνοιξαν χάσματα στη σχέση του ΔΟΛ με τους μεταπολιτευτικούς πυλώνες της πολιτικής.

Εν τω μεταξύ όμως άρχισαν να μεγαλώνουν κάποια αλλά αφανή ως τότε χάσματα. Ένα  στους  ισολογισμούς του ΔΟΛ. Και ένα άλλο σε ό,τι αφορά την υγεία του που άρχισε να κλονίζεται  πρόωρα.  Ήταν πλέον υποχρεωμένος να λειτουργεί μέσω τρίτων, μέσω πληροφοριών από δεύτερο χέρι και να ασκεί διοίκηση από μακριά.

Το 1999 προλογίζοντας  το βιβλίο «Το Μυθιστόρημα του ΠΑΣΟΚ»  έγραφε ότι «οι σωστές αποφάσεις στηρίζονται στη γνώση». Αυτό άρχισε να του λείπει από ένα σημείο και πέρα… Η συντηρητική και ανασφαλής ανάθεση αξιωμάτων τον  έφερε να στηρίζεται  σε «μαρμαράδες»- αυτός που αποθέωνε το ρεπορτάζ. Η αποχή του από την «πιάτσα» τον έφερε να επηρεάζεται από  μονομανείς και εξαρτημένους από πολιτικά συστήματα- αυτός που  έλεγε πάντα «τη δουλειά σας, όχι το γινάτι σας».

Κάποιες από αυτές τις επιλογές  οδήγησαν στα δυο κύματα αποχωρήσεων που αποδυνάμωσαν τον ΔΟΛ. Στον μακρύ κατάλογο των υπογραφών που χάθηκαν για το «Βήμα» – όπως των Αλ. Παπαχελά, Ν. Νικολάου, Π. Ευθυμίου-  προστέθηκαν αποχωρήσεις από τα «Νέα» με πρώτον τον εμβληματικό  σκιτσογράφο- σχολιαστή Δημ. Χατζόπουλο και άλλων. Ο Ψυχάρης δεν είχε αξιολογήσει τις αιτίες της διαρροής από το «Βήμα» και στην περίπτωση των «Νέων» δεν την αντελήφθη . Ούτε καν όταν «ους έθρεψε το μάνα εκκίνησαν την πτέρναν κατά του ευεργέτου».

Η μοιραία αλλαγή γραμμής

Σταδιακά οι εφημερίδες του ΔΟΛ άρχισαν να αυτοαπαξιώνονται και παράλληλα ο πανίσχυρος εκδότης που διαδέχθηκε τον πανίσχυρο διευθυντή, άρχισε να μην έχει αντοχές. Ούτε  προσωπικά ο ίδιος, ούτε το ταμείο της επιχείρησης που συντηρούνταν -έτσι κι αλλιώς από την εποχή του Λαμπράκη ακόμη  -με την εύκολη πρόσβαση στο τραπεζικό χρήμα. Αυτό που ανέβασε το χρέος του «ως ποσοστό του ΑΕΠ» ,για να χρησιμοποιήσουμε δημοσιονομική γλώσσα,  σε δυσθεώρητα ύψη και το κατέστησε μη βιώσιμο.

Οι συνέργειες με οικονομικούς παράγοντες υπήρξαν ασταθείς, παροδικές και ενίοτε επιβαρυντικές, καθώς ορισμένοι κατέληγαν σε γραφεία ανακριτών και μάλλον  αυτό ήθελαν να αποφύγουν δια του ΔΟΛ.  Η διστακτικότητα του Ψυχάρη να υιοθετήσει σχέδια εκσυγχρονισμού και εξυγίανσης  «για να μην τον βρίζουν οι απολυμένοι», έκανε τον ΔΟΛ να χάνει στροφές, ενώ τα πάντα άλλαζαν.

Σ’ αυτό το σημείο  -που συμπίπτει με την άνοδο του Αντώνη Σαμαρά, προβαλλόμενο στο χάρτη των πολιτικών εξελίξεων- ο Ψυχάρης έκανε το μεγαλύτερο και μοιραίο λάθος:  άλλαξε την εκδοτική πολιτική του. Για προφανείς  επιχειρηματικούς λόγους, αλλά αυτό οι αναγνώστες δεν το  διακρίνουν. Δεν το διέκρινε ούτε ένα μέρος του προσωπικού του που τον πολεμούσε, ενώ αυτός δανείζονταν -και-για να μη χάσουν τη δουλειά τους.

Τελικά οι εφημερίδες του από πυλώνες της Δημοκρατικής Παράταξης – οι ψηφοφόροι της οποίας είχαν αρχίσει να μετακινούνται από το ΠΑΣΟΚ στον ΣΥΡΙΖΑ- μετατράπηκαν σε όργανα υποστήριξης του Σαμαρά και εν συνεχεία του -αχάριστου για πολλούς στη Μιχαλακοπούλου- Μητσοτάκη.

Για έναν παραδοσιακό αναγνώστη των «Νέων» και του «Βήματος» η υποστήριξη στη Δεξιά  ισοδυναμούσε με προδοσία, την οποία μετέτρεπαν σε προσβολή και  πρόκληση οι αλαζονικές ιαχές μιας συγκεκριμένης αρθρογραφίες που ανέδυαν την πεποίθηση ότι  οι ψηφοφόροι είναι κοπάδι  που πειθαναγκάζεται .Με άγνοια της αυτονόητης αλήθειας ότι ο πολίτης πρώτα επιλέγει κόμμα και μετά εφημερίδα.

Καθώς έτσι η εκδοτική και δημοσιογραφική χρεοκοπία του ΔΟΛ γιγαντώθηκε παράλληλα με τα χρέη του- αντιστρόφως ανάλογα με τις κυκλοφορίες, αλλά και την αξιοπιστία των εφημερίδων, αλλά και το ΜΕΓΚΑ πλέον. Και εν τέλει έγινε η πρήτη αιτία της κατάρρευσης του. Κανείς δεν μπορούσε πλέον να κάνει τίποτε…

 Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία

Ο Σταύρος Ψυχάρης παρακολούθησε από κοντά τις συνταρακτικές εναλλαγές στο δημόσιο βίο για περισσότερο από μισό αιώνα- και ενίοτε τις διαμόρφωσε ή τις επηρέασε. Δοξάσθηκε και αποδοκιμάσθηκε, θριάμβευσε και ηττήθηκε, άφησε έργο και έκανε λάθη, αδίκησε και τον αδίκησαν.

Εκ παράλληλου πλούτισε- και το έδειχνε. Η προσωπική του περιουσία διογκώθηκε πέρα από τις αμοιβές του από τον ΔΟΛ προτού τον εξαγοράσει.  Η στρατηγική θέση του ρόλου του και η  προσωπική ευστροφία του, ειδικά στην περίοδο του  Χρηματιστηρίου, του επέτρεψαν να αλλάξει το επίπεδο και τον τρόπο της ζωής του.

Ωστόσο κανείς δεν τον κατηγόρησε ποτέ ότι έκανε κάτι παράνομο και ο τρέχων έλεγχος του από τη Δικαιοσύνη αφορά τον τρόπο δήλωσης και όχι απόκτησης της περιουσίας του. Εν πάση περιπτώσει η σχέση του με την Εφορία θα κριθεί από  τους δικαστές… Αυτό που έχει ήδη κριθεί είναι ότι υπήρξε ο  μεγαλύτερος μάνατζερ την ιστορία του ελληνικού τύπου.

Καθώς δεν υπήρξε  κοσμικός, ούτε ιδιαίτερα κοινωνικός, λίγοι τον ξέρουν πέρα από αυτά που γράφουν -συνήθως οι εχθροί του και έκανε πολλούς. Είναι ικανός, με πάθος για την επιτυχία και την άνοδο, αξιοπρεπής και λιγομίλητος, ίσως αλαζονικός κάποιες φορές, αξιόπιστος στις συνεργασίες και τις αποφάσεις του, ανθρώπινος και οικείος μόλις «κλείσει το φύλλο»…

Ως κεντρικός παίκτης στο εγχώριο παιχνίδι εξουσίας απέδειξε με τη διαδρομή του αυτό που έλεγε στους εκκολαπτόμενους δημοσιογράφους που ζητούσαν να περάσουν τις πόρτες του ΔΟΛ. «Αν αξίζεις δεν μπορεί κανείς να σε σταματήσει, αν δεν αξίζεις δεν μπορεί κανείς να σε βοηθήσει».

Ο Ψυχάρης άξιζε γι’ αυτό που κατάφερε. Ίσως αν δεν τον είχαν εγκαταλείψει οι φυσικές δυνάμεις του η συζήτηση για αυτόν θα ήταν διαφορετική σήμερα. Ξαναδιαβάζοντας κανείς το άρθρο του για να φτάσει στις σκέψεις, το συναίσθημά την ώρα που το έγραφε, δεν πρέπει να παρασυρθεί  από τη νότα αισιοδοξίας και την υπόσχεση επιστροφής που δίνει κάποιος  έτσι κι αλλιώς «πολύ σκληρός για να πεθάνει», που κρατάει ζωντανή την ελπίδα. Η κατακλείδα αυτού του ιστορικού άρθρου κλείνει το μάτι στην Ιστορία ότι δεν τέλειωσε μαζί του και θα τον ξαναβρεί μπροστά της.

Σαν χίμαιρα δείχνει. Ή μάλλον σαν μια σύμβαση τιμής που κάνει με τον εαυτό του, ότι δεν θα γράψει τώρα, αλλά σε επόμενο στάδιο τον επίλογο της  συναρπαστικής επαγγελματικής διαδρομής του. Γίνεται;  Θα φανεί. Το μόνο  που μπορεί να πει κανείς με βεβαιότητα αυτή τη στιγμή για τον  Ψυχάρη είναι ότι τον κατάπιε το εγχείρημα του.